Απόφαση Ολομέλειας της Βουλής Αριθμ. Πρωτ. 3327 Διεκπ. 1776/2019 - ΦΕΚ 31/Α/26-2-2019
Περί δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αποφάσεως της Ολομέλειας της Βουλής «Οργανισμός του Ιδρύματος της Βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία».
Απόφαση Ολομέλειας της Βουλής Αριθμ. Πρωτ. 3327 Διεκπ. 1776/2019
ΦΕΚ 31/Α/26-2-2019
Περί δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αποφάσεως της Ολομέλειας της Βουλής «Οργανισμός του Ιδρύματος της Βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία».
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
Έχοντας υπόψη:
1. Το άρθρο 65 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με το άρθρο 97 (πρώην άρθρο 103) του Κανονισμού της Βουλής (Μέρος Β’ ΦΕΚ 51 Α’/10.4.1997), όπως ισχύει.
2. Τα άρθρα 11 παράγραφοι 1 και 4 και 118 του Κανονισμού της Βουλής (Μέρος Κοινοβουλευτικό).
3. Την από 20 Φεβρουαρίου 2019 πρόταση του Προέδρου της Βουλής.
4. Την από 22 Φεβρουαρίου 2019 έκθεση της επί του Κανονισμού της Βουλής Επιτροπής.
5. Την κατά ΠΓ’ συνεδρίαση της 25.2.2019 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής των Ελλήνων κατά την οποία ψηφίσθηκε η από 20 Φεβρουαρίου 2019 πρόταση του Προέδρου της Βουλής «Οργανισμός του Ιδρύματος της Βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία», παραγγέλλουμε:
Τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της αποφάσεως αυτής, που έχει ως εξής:
Οργανισμός του Ιδρύματος της Βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία.
Ο Οργανισµός του νοµικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου µε την επωνυµία «ΙΔΡΥΜΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ» (ΦΕΚ 116 Α΄/9.6.1999), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ
ΤΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΠΡΟΟΙΜΙΟ
Με την από 20.6.1996 απόφαση της Ολοµέλειας της Βουλής (ΦΕΚ 151 Α΄ /8.7.1996) προβλέφθηκε ότι, µε πρόταση του Προέδρου της Βουλής και σύµφωνη γνώµη της Διάσκεψης των Προέδρων, η Βουλή µπορεί να συστήσει ίδιο νοµικό πρόσωπο µε τη µορφή ιδρύµατος ή άλλου νοµικού τύπου, µε σκοπό τη διάδοση των αρχών του Κοινοβουλευτισµού και της Δηµοκρατίας και τη συµµετοχή γενικώς της Βουλής στα πολιτιστικά, κοινωνικά και µορφωτικά ζητήµατα της χώρας, καθώς και την υποστήριξη προσπαθειών βελτίωσης γενικώς της διεθνούς θέσης της Ελλάδας.
Με την από 27 Μαΐου 1999 (ΦΕΚ 116 Α΄/9.6.1999) απόφαση της Ολοµέλειας της Βουλής των Ελλήνων ιδρύθηκε νοµικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου µε έδρα την Αθήνα και την επωνυµία «ΙΔΡΥΜΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΓΕΝΙΚΑ
Άρθρο 1
Σύσταση - Επωνυµία
1. Στη Βουλή λειτουργεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου µε έδρα την Αθήνα και την επωνυμία «ΙΔΡΥΜΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ», το οποίο ιδρύθηκε το 1999 µε απόφαση της Ολοµέλειας της Βουλής και το οποίο εφεξής αναφέρεται ως «Ίδρυµα».
2. Η οργάνωση και η λειτουργία του Ιδρύµατος διέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 167Α του Κανονισµού της Βουλής των Ελλήνων (Μέρος Α΄ Κοινοβουλευτικό), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει (ΦΕΚ 128/Α΄/16.7.2018), και του παρόντος Οργανισµού.
Άρθρο 2
Σκοπός - Αρµοδιότητες Ιδρύµατος
1. Το Ίδρυµα έχει ως σκοπό του την πραγµατοποίηση δράσεων, προγραµµάτων και έργων για:
α. τη µελέτη, προβολή και διάδοση των αρχών του Κοινοβουλευτισµού και της Δηµοκρατίας,
β. τη συµµετοχή της Βουλής των Ελλήνων εν γένει στα πολιτιστικά, κοινωνικά και µορφωτικά ζητήµατα της χώρας,
γ. την ενίσχυση των προσπαθειών για τη βελτίωση της διεθνούς θέσης της Ελλάδας και την υποστήριξη των συµφερόντων του Ελληνισµού εν γένει,
δ. τη συµβολή στην καλλιέργεια της ιστορικής µνήµης του λαού και ιδίως των νέων, και την προώθηση της συνεργασίας µεταξύ των λαών.
2. Οι αρµοδιότητες του Ιδρύµατος είναι κυρίως οι εξής:
α. συγκεντρώνει, κατατάσσει συστηµατικά και αξιοποιεί τα αναγκαία στοιχεία, καθώς και εκπονεί ή αναθέτει την εκπόνηση των σχετικών µελετών, προγραµµάτων, συνεδρίων και ερευνών,
β. οργανώνει και πραγµατοποιεί διάφορες εκδηλώσεις, ιδίως εκθέσεις, συνέδρια, εκδόσεις και εκπαιδευτικά προγράµµατα, όπως η Βουλή των Εφήβων,
γ. υποστηρίζει την ανάπτυξη των σχέσεων της Βουλής των Ελλήνων µε ξένα Κοινοβούλια και διεθνείς οργανισµούς,
δ. υποστηρίζει και χρηµατοδοτεί, εφόσον το κρίνει σκόπιµο, µελέτες, έργα ή δραστηριότητες από φυσικά ή νοµικά πρόσωπα οιασδήποτε µορφής στην Ελλάδα ή το εξωτερικό που συµβάλλουν, άµεσα ή έµµεσα, στην εξυπηρέτηση των σκοπών του Ιδρύµατος,
ε. εκµεταλλεύεται τα δικαιώµατα πνευµατικής ιδιοκτησίας του,
στ. εποπτεύει και µεριµνά για την εύρυθµη λειτουργία του Πάρκου Εθνικής Συµφιλίωσης Γράµµος,
ζ. πραγµατοποιεί κάθε άλλο έργο που του ανατίθεται από τον Πρόεδρο της Βουλής µε σχετική απόφασή του και που προσιδιάζει στη φύση και τον χαρακτήρα του, όπως είναι η ίδρυση και λειτουργία Μουσείου Δηµοκρατίας,
η. πραγµατοποιεί εν γένει κάθε σχετική µε τις αρµοδιότητες του δραστηριότητα προς εκπλήρωση του ανωτέρω σκοπού του.
3. Για την εκπλήρωση του σκοπού του το Ίδρυµα µπορεί να αναλαµβάνει και την εκτέλεση ή ανάθεση προγραµµάτων από τρίτους, ιδίως στην Ευρωπαϊκή Ένωση και συνεργάζεται µε οποιοδήποτε φυσικό ή νοµικό πρόσωπο οιασδήποτε µορφής τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΟΡΓΑΝΑ
Άρθρο 3
Όργανα του Ιδρύµατος
Όργανα του Ιδρύµατος είναι ο Πρόεδρος, το Διοικητικό Συµβούλιο, ο Γενικός Γραµµατέας του Ιδρύµατος, η Εκτελεστική Επιτροπή και η Επιστηµονική Επιτροπή.
Άρθρο 4
Πρόεδρος της Βουλής
1. Ο Πρόεδρος της Βουλής προΐσταται του Ιδρύµατος και προεδρεύει του Διοικητικού Συµβουλίου του Ιδρύµατος του άρθρου 5 του παρόντος. Ασκεί τις αρµοδιότητες που παρέχονται σε αυτόν από τον Κανονισµό της Βουλής και από τον παρόντα Οργανισµό.
2. Ο Πρόεδρος της Βουλής εκπροσωπεί το Ίδρυµα ενώπιον των δικαστικών και των άλλων αρχών.
3. Με αποφάσεις του Προέδρου της Βουλής ορίζονται τα µέλη των Επιτροπών του παρόντος, οι Πρόεδροί τους, καθώς και οι αµοιβές και οι αποζηµιώσεις τους. Μετά από εισήγηση της Εκτελεστικής Επιτροπής του Ιδρύµατος, µπορεί µε απόφασή του να αυξάνει ή να µειώνει τον αριθµό των µελών της Επιστηµονικής Επιτροπής, σύµφωνα µε τις ανάγκες του Ιδρύµατος.
4. Με αποφάσεις του Προέδρου της Βουλής δύνανται να συγκροτούνται και ειδικότερες επιτροπές, οµάδες εργασίας, και οµάδες έργου για την εκτέλεση συγκεκριµένου έργου αποτελούµενες από το προσωπικό του Ιδρύµατος ή και από τρίτους, µε ή χωρίς θητεία, καθώς και να καθορίζονται οι αµοιβές και οι αποζηµιώσεις των προαναφερόµενων µελών επιτροπών, οµάδων εργασίας και οµάδων έργων.
Άρθρο 5
Διοικητικό Συµβούλιο
1. Το Διοικητικό Συµβούλιο του Ιδρύµατος αποτελείται από: α) τον εκάστοτε Πρόεδρο και τους πρώην προέδρους της Βουλής, β) τους αρχηγούς-προέδρους των κοινοβουλευτικών οµάδων, γ) τους πρώην αρχηγούς-προέδρους των κοινοβουλευτικών οµάδων, εφόσον διετέλεσαν πρωθυπουργοί, δ) τον εκάστοτε Γενικό Γραµµατέα της Βουλής και ε) τον εκάστοτε Γενικό Γραµµατέα του Ιδρύµατος.
2. Πρόεδρος του Διοικητικού Συµβουλίου είναι ο Πρόεδρος της Βουλής, σύµφωνα µε το άρθρο 4 του παρόντος. Ως αντιπρόεδρος ορίζεται από το Δ.Σ. ένας από τους πρώην Προέδρους της Βουλής, άλλως ένα από τα άλλα µέλη του Διοικητικού Συµβουλίου, ο οποίος αναπληρώνει τον Πρόεδρο, όταν κωλύεται ή απουσιάζει.
3. Πρόεδρος κοινοβουλευτικής οµάδας που απουσιάζει ή κωλύεται, αναπληρώνεται από τον κατά το άρθρο 17 του Κανονισµού της Βουλής πρώτο κατά σειρά κοινοβουλευτικό του εκπρόσωπο.
4. Η συµµετοχή στο Διοικητικό Συµβούλιο είναι τιµητική και άµισθη.
5. Το Διοικητικό Συµβούλιο είναι αρµόδιο για τον καθορισµό των γενικών κατευθύνσεων της λειτουργίας του Ιδρύµατος µέσα στο πλαίσιο του σκοπού του, παρακολουθεί τη λειτουργία και εγκρίνει τον ετήσιο προϋπολογισµό, έως την 31η Δεκεµβρίου του προηγούµενου από το έτος προϋπολογισµού, και απολογισµό του, που συντάσσονται από την Εκτελεστική Επιτροπή, και έχει, επιπροσθέτως, όσες άλλες αρµοδιότητες του επιφυλάσσουν ειδικότερες διατάξεις του παρόντος Οργανισµού.
6. Το Διοικητικό Συµβούλιο συνεδριάζει τακτικά, τουλάχιστον µία (1) φορά κατ’ έτος, καθώς και, όταν συγκαλείται εκτάκτως από τον Πρόεδρό του. Έχει απαρτία, όταν παρευρίσκεται το 1/2 του αριθµού των µελών και αποφασίζει µε απλή πλειοψηφία των παρόντων. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η γνώµη του Προέδρου.
7. Το Διοικητικό Συµβούλιο συνεδριάζει µε ηµερήσια διάταξη, που καταρτίζει ο Πρόεδρός του.
8. Στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συµβουλίου τηρούνται πρακτικά. Χρέη γραµµατέα του Διοικητικού Συµβουλίου ασκεί υπάλληλος του Ιδρύµατος, που ορίζεται µε τον αναπληρωτή του µε απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής.
Άρθρο 6
Γενικός Γραµµατέας του Ιδρύµατος
1. Με απόφαση του Προέδρου της Βουλής, κατόπιν σύµφωνης γνώµης της Διάσκεψης των Προέδρων που λαµβάνεται µε πλειοψηφία τουλάχιστον των 3/5 των παρόντων µελών της, διορίζεται ως Γενικός Γραµµατέας του Ιδρύµατος, πρόσωπο εγνωσµένου κύρους και µε εµπειρία συναφή µε τα αντικείµενα και τις δραστηριότητες του Ιδρύµατος, ο οποίος επικουρεί τον Πρόεδρο στη διοίκηση των υπηρεσιών του Ιδρύµατος και προΐσταται, αµέσως µετά τον Πρόεδρο, όλων των διοικητικών υπηρεσιών του Ιδρύµατος.
2. Ο Γενικός Γραµµατέας του Ιδρύµατος διορίζεται µε τριετή θητεία, η οποία µπορεί να ανανεώνεται µέχρι και δύο φορές, είναι πλήρους απασχόλησης, δεν τελεί υπό καθεστώς εξαρτηµένης εργασίας, και του καταβάλλεται µηνιαία αµοιβή, το ύψος της οποίας καθορίζεται µε απόφαση του Προέδρου της Βουλής, κατά παρέκκλιση τυχόν άλλων διατάξεων.
3. Ως διοικητικός προϊστάµενος των υπηρεσιών του Ιδρύµατος προΐσταται της Εκτελεστικής Επιτροπής του άρθρου 7 του παρόντος για τη διασφάλιση της υλοποίησης των γενικών κατευθύνσεων που καθορίζονται από το Διοικητικό Συµβούλιο του Ιδρύµατος, είναι υπεύθυνος για την κατάρτιση της ηµερήσιας διάταξης της Εκτελεστικής Επιτροπής και πειθαρχικός προϊστάµενος των υπηρεσιών του Ιδρύµατος.
4. Όταν κωλύεται ή απουσιάζει, µπορεί µε απόφασή του να µεταβιβάζει την εξουσία υπογραφής του στους προϊσταµένους των Τµηµάτων του Ιδρύµατος.
Άρθρο 7
Εκτελεστική Επιτροπή
1. Στο Ίδρυµα λειτουργεί επταµελής Εκτελεστική Επιτροπή. Η Εκτελεστική Επιτροπή αποτελείται από:
α) τον εκάστοτε Γενικό Γραµµατέα του Ιδρύµατος, ο οποίος ενεργεί ως Πρόεδρός της,
β) τον εκάστοτε Γενικό Γραµµατέα της Βουλής,
γ) τον εκάστοτε Πρόεδρο της Επιστηµονικής Επιτροπής,
δ) τον εκάστοτε Διευθυντή της Βιβλιοθήκης της Βουλής,
ε) τον εκάστοτε Προϊστάµενο της Διεύθυνσης Υπηρεσιών του Ιδρύµατος,
στ) δύο µέλη, τα οποία ορίζονται µε απόφαση του Προέδρου της Βουλής µε τριετή θητεία και εκ των οποίων το ένα είναι υπάλληλος της Βουλής εν ενεργεία ή συνταξιούχος και το άλλο προσωπικότητα εγνωσµένου κύρους, διακεκριµένη σε γνωστικό αντικείµενο σχετικό µε τις αρµοδιότητες του Ιδρύµατος.
2. Η Εκτελεστική Επιτροπή είναι αρµόδια για τον καθορισµό των ειδικότερων στόχων και προτεραιοτήτων του Ιδρύµατος µέσα στο πλαίσιο των κατευθύνσεων που αποφασίζονται από το Διοικητικό Συµβούλιο, τη λήψη των σχετικών αποφάσεων και τη σύνταξη του ετήσιου προϋπολογισµού και απολογισµού του Ιδρύµατος. Προσλαµβάνει και απολύει το προσωπικό. Καθορίζει το είδος της σύµβασης µε την οποία παρέχονται οι υπηρεσίες τρίτων προς το Ίδρυµα. Συντάσσει τους όρους των διαγωνισµών και εγκρίνει τα αποτελέσµατά τους.
3. Στις συνεδριάσεις της Εκτελεστικής Επιτροπής τηρούνται πρακτικά. Χρέη γραµµατέα ασκεί υπάλληλος του Ιδρύµατος, που ορίζεται µε τον αναπληρωτή του µε απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής.
4. Στα µέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής καταβάλλεται αποζηµίωση ανά συνεδρίαση, το ύψος της οποίας καθορίζεται µε απόφαση του Προέδρου της Βουλής.
Άρθρο 8
Επιστηµονική Επιτροπή
1. Στο Ίδρυµα λειτουργεί Επιστηµονική Επιτροπή, µε γνωµοδοτικό χαρακτήρα, στην οποία συµµετέχουν από εννέα (9) έως και δεκαεπτά (17) µέλη εγνωσµένου επιστηµονικού κύρους, προερχόµενα από τον χώρο των Γραµµάτων και Τεχνών της ηµεδαπής.
2. Τα µέλη της Επιστηµονικής Επιτροπής ορίζονται µε απόφαση του Προέδρου της Βουλής, µετά από γνώµη της Εκτελεστικής Επιτροπής. Ο αριθµός των µελών της Επιτροπής µπορεί να αυξάνεται ή να µειώνεται, σύµφωνα µε τις ανάγκες του Ιδρύµατος για την επίτευξη των στόχων που θέτει, µε απόφαση του Προέδρου της Βουλής, ύστερα από γνώµη της Εκτελεστικής Επιτροπής.
3. Η θητεία των µελών της Επιστηµονικής Επιτροπής είναι τριετής και δύναται να ανανεωθεί για µία µόνο θητεία, εφόσον κριθεί απαραίτητο για την ολοκλήρωση των προγραµµάτων του Ιδρύµατος.
4. Με απόφαση του Προέδρου της Βουλής, πρόεδρος της Επιστηµονικής Επιτροπής ορίζεται πρόσωπο που έχει διακριθεί για το έργο, την προσφορά και την εµπειρία στον τοµέα του, και στο οποίο καταβάλλεται µηνιαία αµοιβή, το ύψος της οποίας καθορίζεται µε απόφαση του Προέδρου της Βουλής. Στα υπόλοιπα µέλη της Επιστηµονικής Επιτροπής καταβάλλεται αποζηµίωση ανά συνεδρίαση, το ύψος της οποίας καθορίζεται µε όµοια απόφαση.
5. Ο Πρόεδρος της Επιστηµονικής Επιτροπής συγκαλεί την Επιτροπή σε συνεδρίαση, καταρτίζει την ηµερήσια διάταξη των συνεδριάσεων, επικυρώνει τα πρακτικά και υποβάλλει αρµοδίως τις εισηγήσεις της Επιστηµονικής Επιτροπής στην Εκτελεστική Επιτροπή προς έγκριση.
6. Η Επιστηµονική Επιτροπή σε συνεργασία µε τα αρµόδια Τµήµατα του Ιδρύµατος εισηγείται στην Εκτελεστική Επιτροπή σχετικά µε τον σχεδιασµό, την κατάρτιση του προγράµµατος δράσης, στο πλαίσιο της αποστολής του Ιδρύµατος, και την τεκµηρίωση του εκπαιδευτικού προγράµµατος και του εκδοτικού υλικού του. Οι εισηγήσεις της Επιστηµονικής Επιτροπής έχουν γνωµοδοτικό χαρακτήρα και η Εκτελεστική Επιτροπή δύναται να τις αποδεχθεί, απορρίψει ή και να τις αναδιαµορφώσει σε συνεργασία µε την Επιστηµονική Επιτροπή του Ιδρύµατος.
7. Στις συνεδριάσεις της Επιστηµονικής Επιτροπής τηρούνται πρακτικά. Χρέη γραµµατέα ασκεί υπάλληλος του Ιδρύµατος, που ορίζεται µε τον αναπληρωτή του µε απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ
Άρθρο 9
Πόροι - Περιουσία
1. Πόροι του Ιδρύµατος είναι η ετήσια επιχορήγηση από τον προϋπολογισµό της Βουλής, καθώς και κάθε άλλο νόµιµο έσοδο από την εκµετάλλευση της περιουσίας του, όπως αυτά που προέρχονται από τις πωλήσεις εκδόσεων του Ιδρύµατος, και κάθε είδους πολιτιστική δράση.
2. Με απόφαση της Βουλής των Ελλήνων δύναται να παραχωρηθεί στο Ίδρυµα για την εξυπηρέτηση των αναγκών και των σκοπών του η χρήση ενός ή περισσοτέρων ακινήτων που ανήκουν στη Βουλή για ορισµένο χρόνο ή διαρκώς. Η παραχώρηση κινητών περιουσιακών στοιχείων γίνεται µε απόφαση του Προέδρου της Βουλής.
3. Για την αγορά ή πώληση ακινήτων περιουσιακών στοιχείων απαιτείται απόφαση του Διοικητικού Συµβουλίου του Ιδρύµατος, και για κινητά απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής.
4. Μισθώσεις ακινήτων για στέγαση υπηρεσιών του Ιδρύµατος αποφασίζονται από τον Πρόεδρο της Βουλής και διενεργούνται από τις υπηρεσίες του Ιδρύµατος, κατ’ ανάλογη εφαρµογή της παρ. 1 του άρθρου 153 του Κανονισµού της Βουλής - Μέρος Β΄ ή όπως ορίζεται στις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 153 του Κανονισµού της Βουλής -Μέρος Β΄.
5. Σε περίπτωση διάλυσης του Ιδρύµατος, το σύνολο της περιουσίας του µεταφέρεται αυτοδικαίως και δίχως άλλη διατύπωση στη Βουλή των Ελλήνων.
Άρθρο 10
Προληπτικός και κατασταλτικός έλεγχος δαπανών
1. Οι δαπάνες του νοµικού προσώπου του Ιδρύµατος υπάγονται στον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αναλόγως προς τα οριζόµενα στον Κανονισµό της Βουλής (Μέρος Β΄, ΦΕΚ 51/Α΄/1997) για τον προληπτικό έλεγχο των δαπανών αυτής. Αρµόδια Υπηρεσία για την άσκηση του προληπτικού ελέγχου είναι η Υπηρεσία Επιτρόπου, στην οποία υπάγεται ο προληπτικός έλεγχος των δαπανών της Βουλής.
2. Στην αρµοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου υπάγεται και ο κατασταλτικός έλεγχος των απολογιστικών στοιχείων του Ιδρύµατος. Ο κατασταλτικός έλεγχος είναι ετήσιος, τακτικός και διενεργείται µετά το τέλος κάθε οικονοµικής χρήσης από την Υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στη Βουλή των Ελλήνων.
3. Κατά τον κατασταλτικό έλεγχο ελέγχονται ιδίως: α) η ορθή τήρηση του κατά περίπτωση ισχύοντος λογιστικού ή διαχειριστικού συστήµατος, σύµφωνα µε τους κανόνες και τις αρχές που το διέπουν και β) η τήρηση και η ενηµέρωση των λογαριασµών, ώστε να απεικονίζουν µε ακρίβεια το περιεχόµενο των οικονοµικών πράξεων και των δηµοσιονοµικών συνεπειών τους.
Άρθρο 11
Ετήσιος προϋπολογισµός και απολογισµός
Η Εκτελεστική Επιτροπή συντάσσει τον ετήσιο προϋπολογισµό, καθώς και τον ετήσιο απολογισµό των πεπραγµένων του Ιδρύµατος. Ο απολογισµός, αφού εγκριθεί από το Διοικητικό Συµβούλιο του Ιδρύµατος, κατατίθεται διά του Προέδρου της Βουλής στην Επιτροπή Οικονοµικών της Βουλής προς έγκριση. O απολογισµός αυτός αποτελεί παράρτηµα του απολογισµού -
ισολογισµού της Βουλής.
Άρθρο 12
Δαπάνες
Οι δαπάνες λειτουργίας του Ιδρύµατος αφορούν ιδίως:
α) Την κάλυψη κάθε είδους εξόδων που ανακύπτουν στο πλαίσιο της διοργάνωσης των εκπαιδευτικών προγραµµάτων, συνεδρίων και εκδηλώσεων του Ιδρύµατος.
β) Την καταβολή των πάσης φύσεως αποδοχών, ασφαλιστικών και λοιπών εργοδοτικών εισφορών, εξόδων κίνησης και λοιπών αποζηµιώσεων του υπηρετούντος προσωπικού, του Γενικού Γραµµατέα, των µελών της Εκτελεστικής Επιτροπής και των µελών της Επιστηµονικής Επιτροπής.
γ) Την πληρωµή των πάσης φύσεως φόρων, τελών, κρατήσεων και συναφών υποχρεώσεων προς το Δηµόσιο ή τρίτους, που κατά νόµο βαρύνουν το Ίδρυµα.
δ) Την πληρωµή εγκεκριµένων αµοιβών τρίτων, όπως συνεργατών, εµπειρογνωµόνων κ.λπ. στο πλαίσιο της δράσης του Ιδρύµατος.
ε) Την κάλυψη των κάθε είδους λειτουργικών εξόδων του Ιδρύµατος (προµήθεια γραφικής ύλης, φωτισµός, θέρµανση, τηλεφωνικά έξοδα, λοιπές προµήθειες αναλωσίµων υλικών κ.λπ.).
στ) Την έκδοση εντύπων (προτύπων, βιβλίων, περιοδικών, δελτίων κ.λπ.).
ζ) Την αγορά εντύπων, εφηµερίδων και περιοδικών.
η) Τις δηµόσιες σχέσεις (έξοδα εκδηλώσεων, φιλοξενίας κ.λπ.) και τα έξοδα µετακίνησης της διοίκησης και του προσωπικού για την προβολή του Ιδρύµατος.
θ) Συνδέσεις και συνδροµές, καθώς και τακτικές ή έκτακτες εισφορές σε ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισµούς στους οποίους συµµετέχει.
ι) Την εκπαίδευση και την επιµόρφωση του προσωπικού.
ια) Την κάλυψη των εξόδων φύλαξης και καθαρισµού των κτηρίων στέγασης των γραφείων.
ιβ) Την κάλυψη των εξόδων διαµονής και µετάβασης του Γενικού Γραµµατέα, των λοιπών µελών του Διοικητικού Συµβουλίου, της Εκτελεστικής Επιτροπής, της Επιστηµονικής Επιτροπής, συνεργατών και υπαλλήλων του Ιδρύµατος, εντός ή εκτός της ηµεδαπής, για συµµετοχές σε συνέδρια, σεµινάρια κ.λπ. σχετικά µε τις δράσεις του Ιδρύµατος.
ιγ) Την επισκευή και συντήρηση κτηρίων, εγκαταστάσεων, επίπλων, µηχανηµάτων, οργάνων και συσκευών.
ιδ) Την εκπόνηση µελετών, ερευνών, γνωµοδοτήσεων και την ανάθεση κάθε είδους υπηρεσιών.
ιε) Την προµήθεια ηλεκτρονικού εξοπλισµού και λογισµικού, καθώς και την προσαρµογή, αναβάθµιση, βελτίωση και επέκτασή τους.
ιστ) Την προµήθεια επίπλων, σκευών και λοιπών ειδών εξοπλισµού.
ιζ) Κάθε άλλη εγκεκριµένη δαπάνη που προβλέπεται από διάταξη νόµου ή εξυπηρετεί και προάγει τους σκοπούς του.
Άρθρο 13
Διαδικασία έγκρισης και πληρωµής των δαπανών
1. Για την εκτέλεση οποιασδήποτε δαπάνης ύψους άνω των τριών χιλιάδων ευρώ απαιτείται απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής, ύστερα από τεκµηριωµένο αίτηµα του Γενικού Γραµµατέα του Ιδρύµατος ή του Προϊσταµένου κάθε Τµήµατος. Για δαπάνες µικρότερες του ποσού των τριών χιλιάδων ευρώ απαιτείται απόφαση του Γενικού Γραµµατέα του Ιδρύµατος, κατόπιν τεκµηριωµένου αιτήµατος Προϊσταµένου Τµήµατος.
2. Στην απόφαση αναγράφονται: α. Οι διατάξεις νόµων ή διοικητικών πράξεων στις οποίες στηρίζεται η δαπάνη για τη νοµιµότητά της.
β. Το είδος και πλήρης αιτιολόγηση της δαπάνης µε σαφή αναφορά στη συγκεκριµένη δραστηριότητα που εξυπηρετείται από την πραγµατοποίησή της και στον χρόνο υλοποίησής της.
γ. Το οικονοµικό έτος.
δ. Η προκαλούµενη επιβάρυνση στον προϋπολογισµό.
ε. Ο λογαριασµός εξόδου του προϋπολογισµού.
Επί της ως άνω απόφασης συντάσσεται πράξη - βεβαίωση από τον Προϊστάµενο του Τµήµατος Οικονοµικών περί: α) ύπαρξης σχετικής πίστωσης και β) δέσµευσης ισόποσης πίστωσης για την πληρωµή της δαπάνης.
3. Μετά την έγκριση της δαπάνης, το Ίδρυµα προβαίνει στις νόµιµες ενέργειες για την πληρωµή της.
4. Οι καταρτιζόµενες συµβάσεις για λογαριασµό του Ιδρύµατος περιλαµβάνουν απαραίτητα τον αριθµό και τη χρονολογία της απόφασης του αρµόδιου οργάνου για τη σύναψή τους.
Άρθρο 14
Τρόπος πληρωµής των δαπανών
1. Όλες οι δαπάνες του Ιδρύµατος πληρώνονται µεεπιταγές ή ηλεκτρονικές τραπεζικές εντολές σε βάρος του τηρούµενου στο λογαριασµό όψεως στην Εθνική Τράπεζα του Ιδρύµατος της Βουλής ή άλλου πιστωτικού ιδρύµατος λογαριασµού ταµειακής διαχείρισης. Είναι δυνατή, επίσης, η πληρωµή των οφειλών και µε εντολή µεταφοράς µε τη µεσολάβηση της τράπεζας που ασκεί τη διαχείριση σε πίστωση λογαριασµού των δικαιούχων που τηρούνται σε πιστωτικό ίδρυµα ή τράπεζα.
2. Οι επιταγές και οι εντολές µεταφοράς υπογράφονται από τον Γενικό Γραµµατέα του Ιδρύµατος, εκτός εάν µε απόφαση του Προέδρου της Βουλής ορίζεται διαφορετικά.
3. Κατά την εξόφληση ενταλµάτων πληρωµής, εφόσον το ακαθάριστο ποσό για κάθε ένταλµα πληρωµής υπερβαίνει τα 1.500,00 € ανά δικαιούχο, καθίσταται υποχρεωτική η προσκόµιση αποδεικτικού φορολογικής ενηµερότητας, ενώ για κάθε ένταλµα πληρωµής άνω των 3.000,00 € ανά δικαιούχο, καθίσταται υποχρεωτική η προσκόµιση αποδεικτικού φορολογικής και ασφαλιστικής ενηµερότητας.
4. Η φορολογική και ασφαλιστική ενηµερότητα πιστοποιείται µε την προσκόµισή τους από τον δικαιούχο του ποσού του χρηµατικού εντάλµατος ή οποιουδήποτε τίτλου ή εντολής πληρωµής στο Τµήµα Οικονοµικών του Ιδρύµατος. Σε περίπτωση ύπαρξης οφειλών του δικαιούχου προς το Δηµόσιο ή προς τον ΕΦΚΑ ή άλλον ασφαλιστικό φορέα, διενεργείται αυτοδικαίως παρακράτηση αυτών των οφειλών και, εν συνεχεία, ο Προϊστάµενος του Τµήµατος Οικονοµικών προβαίνει στη µεταφορά των προειρηµένων βεβαιωµένων οφειλών από τον τραπεζικό λογαριασµό του Ιδρύµατος προς τους προαναφερόµενους φορείς, κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης που υπογράφεται από τον Γενικό Γραµµατέα του Ιδρύµατος.
Άρθρο 15
Εντάλµατα πληρωµής
1. Οι δαπάνες πληρώνονται βάσει χρηµατικών ενταλµάτων (Χ.Ε.) σε βάρος της οικείας πίστωσης του προϋπολογισµού και πάντοτε εντός των προβλέψεών του και των εκάστοτε υπολοίπων του λογαριασµού ταµειακής διαχείρισης.
2. Στα εν λόγω Χ.Ε. αναγράφονται:
α) ο τίτλος του Ιδρύµατος και του Τµήµατος που αφορά η δαπάνη,
β) το οικονοµικό έτος,
γ) ο λογαριασµός του εξόδου, στο οποίο καταλογίζεται η δαπάνη,
δ) ο αύξων αριθµός του εντάλµατος και ο σχετικός αριθµός πρωτοκόλλου του συνοδεύοντος τα δικαιολογητικά εγγράφου,
ε) ο αριθµός και η χρονολογία της απόφασης για την εκτέλεση της δαπάνης,
στ) το πληρωτέο ποσό ολογράφως και αριθµητικώς,
ζ) το ονοµατεπώνυµο του δικαιούχου και κάθε άλλο στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητάς του, προκειµένου δε περί νοµικού προσώπου, η ακριβής επωνυµία και η έδρα του,
η) ο τόπος και ο χρόνος έκδοσης, και
θ) οι υπογραφές των εξουσιοδοτηµένων από την Εκτελεστική Επιτροπή προσώπων.
3. Στα ανωτέρω Χ.Ε. παρατίθεται ανάλυση στην οποία αναγράφεται το πληρωτέο στον δικαιούχο ποσό και οι τυχόν υπέρ του Δηµοσίου και τρίτων κρατήσεις.
4. Στα τιµολόγια ή αποδείξεις των πιστωτών του Ιδρύµατος επί των οποίων στηρίζεται η έκδοση του Χ.Ε., σηµειώνεται µε ειδική σφραγίδα ο αριθµός του.
5. Τα Χ.Ε. συντάσσονται σε τρία αντίτυπα. Από αυτά, το πρώτο φέρει την ένδειξη «ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ», το δεύτερο «ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ» και το τρίτο «ΣΤΕΛΕΧΟΣ». Στο αντίγραφο και το στέλεχος του Χ.Ε. υπό την ένδειξη «συνηµµένο» σηµειώνονται περιληπτικά τα δικαιολογητικά που στηρίζουν την έκδοσή του.
6. Τα Χ.Ε. δεν επιτρέπεται να φέρουν ξύσµατα, προσθήκες, αλλοιώσεις, διαγραφές και παρεγγραφές.
7. Επιτρέπεται η έκδοση Χ.Ε. βάσει δικαιολογητικών συνηµµένων σε άλλο Χ.Ε.. Στην περίπτωση αυτή, επί του αντιγράφου και του στελέχους του γίνεται σηµείωση παραποµπής στο Χ.Ε. στο οποίο έχουν επισυναφθεί τα δικαιολογητικά.
8. Τα χρηµατικά εντάλµατα αριθµούνται και καταχωρίζονται στο γενικό ηµερολόγιο και στο γενικό καθολικό.
Άρθρο 16
Προπληρωµές
1. Επιτρέπεται η έκδοση χρηµατικών ενταλµάτων προπληρωµής ή αντίστοιχες ηλεκτρονικές τραπεζικές εντολές πληρωµής έναντι των επί αποδόσει εξόδων για τα οποία έχει εγγραφεί πίστωση στον προϋπολογισµό, στο όνοµα των υπαλλήλων µε αιτιολογηµένη απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής ή άλλου εξουσιοδοτηµένου οργάνου για την έγκριση δαπανών προς αντιµετώπιση δαπανών για τις οποίες είναι λόγω της φύσης τους ή της επείγουσας υπηρεσιακής ανάγκης δυσχερής η τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις.
2. Για τα όρια των δαπανών µετακίνησης του Γενικού Γραµµατέα του Ιδρύµατος, των µελών της Εκτελεστικής Επιτροπής, της Επιστηµονικής Επιτροπής και του προσωπικού εν γένει εντός και εκτός Επικρατείας, που αφορούν στα έξοδα κίνησης, τα έξοδα διανυκτέρευσης, καθώς και την ηµερήσια αποζηµίωση, εφαρµόζεται αναλόγως η µε αριθµό απόφαση 3148/2094/13.3.2017 του Προέδρου της Βουλής (ΦΕΚ 816/Β/14.3.2017), όπως ισχύει.
3. Οι δαπάνες χαµηλού κόστους έως του ποσού των 600 ευρώ ανά συναλλαγή εκτελούνται, µετά την έγκριση από τον Πρόεδρο της Εκτελεστικής Επιτροπής σχετικού Υπηρεσιακού Σηµειώµατος που συντάσσεται από τον προϊστάµενο του οικείου Τµήµατος, από το ταµείο (λογαριασµό όψεως) που τηρείται από τον Προϊστάµενο του Τµήµατος Οικονοµικών του Ιδρύµατος, µετρητοίς ή διά επιταγών, και µέχρι του ποσού των 4.000 ευρώ ανά τρίµηνο. Το Τµήµα Οικονοµικών συντάσσει κάθε τρίµηνο κατάσταση δαπανών που έχουν αποκατασταθεί και ολοκληρωθεί, την οποία αποστέλλει µαζί µε τα δικαιολογητικά στην Υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στη Βουλή των Ελλήνων για κατασταλτικό έλεγχο.
4. Με απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής εκδίδεται υπηρεσιακή εταιρική πιστωτική κάρτα επ’ ονόµατι του εκάστοτε Γενικού Γραµµατέα του Ιδρύµατος.
Άρθρο 17
Ταµειακή διαχείριση
1. Η διαχείριση διαθεσίµων ενεργείται σε αποκεντρωµένη βάση κυρίως µέσω τραπεζικών λογαριασµών που διατηρεί το Ίδρυµα.
2. Διαχειριστής του Ιδρύµατος είναι η τράπεζα στην οποία έχει ανοιχθεί ο ειδικός λογαριασµός.
3. Κατά την εξόφληση της επιταγής ή ηλεκτρονικής εντολής, η τράπεζα τηρεί την τραπεζική διαδικασία. Τα σχετικά παραστατικά παραµένουν στην τράπεζα και στο Τµήµα Οικονοµικών του Ιδρύµατος που έχουν διενεργήσει τη συγκεκριµένη συναλλαγή.
Δικαιολογητικό της πληρωµής αποτελεί το στοιχείο της χρηµατικής εντολής και η αναγγελία για τη χρέωση του λογαριασµού του Ιδρύµατος στην τράπεζα και την εκτέλεση κάθε εντολής πληρωµής των δικαιούχων.
4. Αν οι πληρωµές ενεργούνται µε εντολές µεταφοράς, δεν απαιτείται η προσκόµιση δικαιολογητικών νοµιµοποίησης, ούτε εξοφλητική απόδειξη του δικαιούχου. Η απόδειξη εκτέλεσης της εντολής µεταφοράς ή χρέωσης του λογαριασµού του Ιδρύµατος µε πίστωση του δικαιούχου αποτελεί, στην εν λόγω περίπτωση, δικαιολογητικό της γενόµενης πληρωµής. Η εν λόγω απόδειξη της τράπεζας, µαζί µε την αίτηση του δικαιούχου περί µεταφοράς της πληρωµής σε πίστωση ύπαρξης λογαριασµού του σε τράπεζα, υποβάλλεται, µαζί µε τα δικαιολογητικά, στα αρµόδια όργανα του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τη διενέργεια του κατασταλτικού ελέγχου.
Άρθρο 18
Βιβλία - Οικονοµικές καταστάσεις
Το Ίδρυµα εφαρµόζει το διπλογραφικό σύστηµα και τηρεί τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα, καθώς και συντάσσει και καταρτίζει τις Χρηµατοοικονοµικές Καταστάσεις, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στον ν. 4308/2014, όπως ισχύει.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗ
Άρθρο 19
Εσωτερική διάρθρωση - Οργανωτική δοµή
1. Το Ίδρυµα διαρθρώνεται αφενός σε µία Διεύθυνση Υπηρεσιών, που έχει ως αποστολή την εποπτεία, τον προγραµµατισµό και τον συντονισµό της λειτουργίας των επιµέρους Τµηµάτων του Ιδρύµατος, καθώς και την παρακολούθηση του έργου τους, και, αφετέρου, στις κάτωθι Οργανωτικές Μονάδες σε επίπεδο Τµήµατος:
α) Τµήµα Οικονοµικών,
β) Τµήµα Διοικητικής Υποστήριξης,
γ) Τµήµα Εκπαιδευτικών Προγραµµάτων,
δ) Τµήµα Εκδόσεων και Ερευνητικών Προγραµµάτων,
ε) Τµήµα Εκθέσεων,
στ) Τµήµα Δηµοσίων Σχέσεων, Προβολής και Πολυµέσων.
2. Οι αρµοδιότητες των Τµηµάτων είναι ιδίως:
α) Τµήµα Οικονοµικών
Ο χειρισµός όλων των θεµάτων και διαδικασιών που αφορούν στην κατάρτιση, στην εκκαθάριση και στην πληρωµή όλων των δαπανών. Η µέριµνα για την έγκαιρη κατάρτιση του Προϋπολογισµού και του Απολογισµού και η επιµέλεια για την υποβολή του διά της Εκτελεστικής Επιτροπής στο Διοικητικό Συµβούλιο του Ιδρύµατος προς έγκριση.
Η µέριµνα για την τροποποίηση και την παρακολούθηση της κανονικής εκτέλεσης του Προϋπολογισµού του Ιδρύµατος, τη σύνταξη καταστάσεων εκτίµησης της πορείας του εκτελούµενου Προϋπολογισµού, τη σύνταξη των οικονοµικών καταστάσεων, καθώς και για την τήρηση των απαραίτητων λογιστικών βιβλίων και στατιστικών στοιχείων.
Ο έλεγχος της νοµιµότητας και κανονικότητας των εντολών πληρωµής.
Η διαχείριση, διάθεση και αποστολή των εκδόσεων του Ιδρύµατος σε φορείς που έχουν άµεση και έµµεση σχέση µε αυτό, όπως βιβλιοθήκες, σχολεία, εκθέσεις, συγγραφείς, συνέδρια και κοινωνικούς ή άλλους φορείς. Η τήρηση ηλεκτρονικού και έντυπου αρχείου παραλαβής και διάθεσης εντύπων και εκδόσεων.
Η πώληση των εκδόσεων του Ιδρύµατος και η τήρηση του σχετικού αρχείου.
Η τήρηση απογραφικών στοιχείων του υλικού που βρίσκεται σε χώρους του Ιδρύµατος, καθώς και η παρακολούθηση, συγκέντρωση, αποθήκευση, ταξινόµηση και ηλεκτρονική αρχειοθέτηση των πάσης φύσεως εργασιών και εκδόσεων του Ιδρύµατος, µε τρόπο που καθιστά ευχερή και αποτελεσµατική την αναζήτησή τους.
Η επιµέλεια για την εκκαθάριση και την εντολή πληρωµής των πάσης φύσεως αποδοχών του προσωπικού του Ιδρύµατος, καθώς και των εκάστοτε συνεργατών του.
Η διαδικασία σύναψης συµβάσεων προµηθειών και παροχής υπηρεσιών, που συνάπτει το Ίδρυµα, βάσει του Άρθρου 54 του παρόντος.
β) Τµήµα Διοικητικής Υποστήριξης
Η γραµµατειακή υποστήριξη του Γενικού Γραµµατέα του Ιδρύµατος και του Προϊσταµένου της Διεύθυνσης Υπηρεσιών.
Η παροχή κάθε φύσεως γραµµατειακής υποστήριξης και λοιπών διοικητικών εργασιών για τις ανάγκες των Οργάνων και των Τµηµάτων του Ιδρύµατος.
Ο χειρισµός όλων των θεµάτων υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού του Ιδρύµατος, η τήρηση και η ενηµέρωση των προσωπικών µητρώων, καθώς και η παροχή των σχετικών πληροφοριών.
Η µέριµνα για τη δροµολόγηση όλων των σχετικών µε την πειθαρχική διαδικασία ενεργειών.
Η κοινοποίηση της ηµερήσιας διάταξης στις αρµόδιες Επιτροπές του Ιδρύµατος και η τήρηση των πρακτικών των συνεδριάσεων τόσο του Διοικητικού Συµβουλίου, όσο και των Επιτροπών των άρθρων 7 και 8 του παρόντος.
Η τήρηση γενικού πρωτοκόλλου της εισερχόµενης και εξερχόµενης αλληλογραφίας και η τήρηση του γενικού Αρχείου του Ιδρύµατος, καθώς και η παρακολούθηση των Αρχείων των επιµέρους Τµηµάτων.
Η συνεργασία µε τα λοιπά Τµήµατα για την κατάρτιση των προδιαγραφών των διαγωνισµών και η υποβολή τους στην Εκτελεστική Επιτροπή προς έγκριση.
Η µέριµνα για την πρακτική άσκηση των φοιτητών και σπουδαστών Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυµάτων, Πανεπιστηµιακού και Τεχνολογικού Τοµέα, σε υπηρεσίες του Ιδρύµατος. Με αποφάσεις της Εκτελεστικής Επιτροπής ρυθµίζονται ειδικότερα θέµατα εκπαίδευσης και µετεκπαίδευσης, όροι και προϋποθέσεις, καθώς και κάθε άλλη λεπτοµέρεια που αφορά τη συνεργασία του Ιδρύµατος µε τους προαναφερόµενους φορείς.
γ) Τµήµα Εκπαιδευτικών Προγραµµάτων
Ο σχεδιασµός, ο συντονισµός και η παρακολούθηση της οµαλής εκτέλεσης όλων των εκπαιδευτικών προγραµµάτων του Ιδρύµατος, η συνεργασία µε την Επιστηµονική Επιτροπή, την Εκτελεστική Επιτροπή και άλλες σχετικές µε τα Εκπαιδευτικά Προγράµµατα επιτροπές, καθώς και µε τις υπηρεσίες του Ιδρύµατος για τον άρτιο σχεδιασµό και οργάνωσή τους.
Η πραγµατοποίηση όλων των εκπαιδευτικών παρουσιάσεων των εκθέσεων του Ιδρύµατος και της Βουλής, καθώς και των χώρων του Κοινοβουλίου.
Ο σχεδιασµός και η πραγµατοποίηση των βιωµατικών εκπαιδευτικών προγραµµάτων, όπως η Βουλή των Εφήβων, καθώς και των εκπαιδευτικών εργαστηρίων, σε όλους τους τόπους δραστηριότητας του Ιδρύµατος.
Η διαµόρφωση ψηφιακών φακέλων εκπαιδευτικού ενδιαφέροντος, καθώς και η πραγµατοποίηση επιµορφωτικών σεµιναρίων.
Η υποβολή έκθεσης πεπραγµένων στην Εκτελεστική Επιτροπή του Ιδρύµατος, η οποία είναι αρµόδια για την παρακολούθηση της υλοποίησης των γενικών κατευθύνσεων που καθορίζονται από το Διοικητικό Συµβούλιο του Ιδρύµατος.
δ) Τµήµα Εκδόσεων και Ερευνητικών Προγραµµάτων
Η µέριµνα για τον σχεδιασµό και την υλοποίηση εκδόσεων σε έντυπη και ψηφιακή µορφή καθώς και η παρακολούθηση µέχρι τη δηµοσίευσή τους ή ανάρτησή τους στο Διαδίκτυο, αντίστοιχα.
Η επιστηµονική και τυπογραφική επιµέλεια καθώς και η παρακολούθηση των εκδόσεων που ανατίθενται σε εξωτερικούς συνεργάτες.
Η έρευνα αγοράς, η ζήτηση προσφορών, ο συντονισµός και η επίβλεψη των εργασιών προεκτυπώσεων, όπωςο δηµιουργικός σχεδιασµός, η στοιχειοθεσία, η σελιδοποίηση, η ενσωµάτωση διορθώσεων, η επιµέλεια, το µοντάζ.
Ο σχεδιασµός, η παραγωγή και η έκδοση φυλλαδίων και συγγραµµάτων έντυπης µορφής, που αφορούν σε δράσεις του Ιδρύµατος.
Οι συνεργασίες µε ακαδηµαϊκούς και ερευνητικούς φορείς συναφών αντικειµένων για την εκπόνηση και επιµέλεια ερευνητικών προγραµµάτων.
Η σύνταξη καταλόγων για τη διάθεση των εκδόσεων του Ιδρύµατος σε φορείς που έχουν άµεση και έµµεση σχέση µε αυτό.
Η σύνταξη καταλόγων που αποτυπώνουν και συνοδεύουν τις εκθέσεις του Ιδρύµατος.
Η οργάνωση της συµµετοχής του Ιδρύµατος σε εγχώριες και διεθνείς διοργανώσεις βιβλίου.
Η υποβολή έκθεσης πεπραγµένων στην Εκτελεστική Επιτροπή του Ιδρύµατος, η οποία είναι αρµόδια για την παρακολούθηση της πραγµατοποίησης των γενικών κατευθύνσεων που καθορίζονται από το Διοικητικό Συµβούλιο του Ιδρύµατος.
ε) Τµήµα Εκθέσεων
Η έρευνα, επιλογή, τεκµηρίωση και ο υποµνηµατισµός των αρχείων στα οποία βασίζονται οι εκάστοτε εκθέσεις του Ιδρύµατος.
Οι συνεργασίες µε ή αναθέσεις σε εξειδικευµένους επιστήµονες, µουσειολόγους, γραφίστες για τη σχεδίαση και την πραγµατοποίηση των εκθέσεων.
Η έρευνα αγοράς, η ζήτηση προσφορών, ο συντονισµός και η επίβλεψη των εργασιών πραγµατοποίησης της εκάστοτε έκθεσης.
Ο προγραµµατισµός και η συνεργασία µε δήµους, φορείς και άλλους πολιτιστικούς χώρους για τη µεταφορά και η πραγµατοποίηση εκθέσεων εκτός Αθηνών και Ελλάδας.
Η συµµετοχή σε µεγάλες εγχώριες ή διεθνείς διοργανώσεις, σχετικές µε τις δράσεις του Ιδρύµατος.
Η υποβολή έκθεσης πεπραγµένων στην Εκτελεστική Επιτροπή του Ιδρύµατος, η οποία είναι αρµόδια για την παρακολούθηση της υλοποίησης των γενικών κατευθύνσεων που καθορίζονται από το Διοικητικό Συµβούλιο του Ιδρύµατος.
στ) Τµήµα Δηµοσίων Σχέσεων, Προβολής και Πολυµέσων
Η παροχή υπηρεσιών υποστήριξης της λειτουργίας του διαδικτυακού τόπου του Ιδρύµατος και η απόκτηση τεχνογνωσίας από το προσωπικό του Ιδρύµατος για την παραγωγική λειτουργία των εφαρµογών και των ψηφιακών υπηρεσιών.
Η µέριµνα για την εύρυθµη λειτουργία, την υποστήριξη, τη συντήρηση, την παραµετροποίηση και τη διαχείριση των υποδοµών που απαιτούνται για την παραγωγική λειτουργία των υπολογιστικών υποδοµών και δικτύων του Ιδρύµατος.
Η συγκέντρωση, η συστηµατική ταξινόµηση και η µετάδοση, µε κάθε πρόσφορο τρόπο, των πληροφοριών που σχετίζονται µε τις δραστηριότητες του Ιδρύµατος και ιδίως η δηµιουργία διαδικτυακών κόµβων, µε σκοπό την ορθή ενηµέρωση του κοινού σχετικά µε τα προγράµµατα και τις δράσεις του Ιδρύµατος.
Η µέριµνα για τη διαρκή ενηµέρωση του επίσηµου ιστοτόπου του Ιδρύµατος και του ιστοτόπου του Πάρκου Εθνικής Συµφιλίωσης Γράµµος, για την ορθότερη και πληρέστερη ενηµέρωση των επισκεπτών τους.
Η σύνταξη δελτίων τύπου, ανακοινώσεων και επιστολών για την ανάδειξη και την προώθηση του έργου και των δραστηριοτήτων του Ιδρύµατος.
Η µέριµνα για τη γνωστοποίηση µέσω Δελτίων Τύπου ή άλλων εγγράφων των δραστηριοτήτων του Ιδρύµατος στα Μέσα Μαζικής Ενηµέρωσης.
Η οργάνωση και η πραγµατοποίηση, µεµονωµένα ή σε συνεργασία, κάθε µορφής εκδηλώσεων, στο πλαίσιο της αποστολής του Ιδρύµατος.
Η συγκέντρωση υλικού από τις πάσης φύσεως εκδηλώσεις του Ιδρύµατος (ηµερίδες, συνέδρια κ.λπ.), για επικείµενες, σχετικές εκδόσεις.
Η ανάπτυξη και η διαµόρφωση σχέσεων µε τη Βουλή των Ελλήνων καθώς και µε ξένα κοινοβούλια και διεθνείς οργανισµούς.
3. Οι ειδικότερες αρµοδιότητες και η εσωτερική οργάνωση των Τµηµάτων, η κατανοµή του προσωπικού τους και κάθε άλλη λεπτοµέρεια καθορίζονται µε αποφάσεις της Εκτελεστικής Επιτροπής, ύστερα από εισήγηση του Γενικού Γραµµατέα του Ιδρύµατος. Με απόφαση της
Εκτελεστικής Επιτροπής, ύστερα από εισήγηση του Γενικού Γραµµατέα του Ιδρύµατος, µπορούν να προστίθενται νέα ή να καταργούνται Τµήµατα και να ανακατανέµονται αρµοδιότητες µεταξύ Τµηµάτων ανάλογα µε τις ανάγκες του Ιδρύµατος.
Άρθρο 20
Επιλογή Προϊσταµένων
1. Ως Προϊστάµενος Διεύθυνσης τοποθετείται υπάλληλος κατηγορίας, ΠΕ ή ΤΕ, και ως Προϊστάµενοι Τµήµατος υπάλληλοι κατηγορίας ΠΕ, ΤΕ ή ΔΕ. Η θητεία των Προϊσταµένων είναι τριετής. Στην διαδικασία επιλογής Προϊσταµένων δύνανται να συµµετέχουν µόνο υπάλληλοι του Ιδρύµατος µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καθώς και το προσωπικό της παρ. 4 του άρθρου 23 του παρόντος. Στην περίπτωση τοποθέτησης ως Προϊσταµένου Διεύθυνσης ή Τµήµατος προσωπικού της παρ. 4 του άρθρου 23 του παρόντος, η απόσπαση παρατείνεται µέχρι τη λήξη της θητείας.
2.α) Δεν επιτρέπεται να είναι υποψήφιος για επιλογή σε θέση προϊσταµένου οποιουδήποτε επιπέδου υπάλληλος που αποχωρεί αυτοδικαίως από το Ίδρυµα εντός ενός (1) έτους από την ηµεροµηνία λήξης της προθεσµίας υποβολής των υποψηφιοτήτων.
β) Δεν επιτρέπεται να είναι υποψήφιος για την επιλογή προϊσταµένου ούτε να τοποθετηθεί προϊστάµενος υπάλληλος, στον οποίο έχει επιβληθεί τελεσίδικα οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή ανώτερη του προστίµου αποδοχών τριών (3) µηνών για οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωµα.
3. Οι προϋποθέσεις και τα προσόντα επιλογής πρέπει να συντρέχουν κατά την ηµεροµηνία λήξης της προθεσµίας υποβολής αιτήσεων υποψηφιότητας.
Άρθρο 21
Διαδικασία Επιλογής προϊσταµένων οργανικών µονάδων
1. Αρµόδιο όργανο για την επιλογή προϊσταµένων θέσεων ευθύνης είναι η Εκτελεστική Επιτροπή του Ιδρύµατος.
α) Για την πλήρωση θέσεων προϊσταµένων Διεύθυνσης και Τµηµάτων εκδίδεται πρόσκληση ενδιαφέροντος από την Εκτελεστική Επιτροπή του Ιδρύµατος, µε την οποία καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις συµµετοχής στη διαδικασία της επιλογής τηρουµένων των όρων του παρόντος.
β) Η πρόσκληση εκδίδεται τρεις (3) µήνες πριν από τη λήξη της θητείας των υπηρετούντων προϊσταµένων. Το Ίδρυµα κοινοποιεί την πρόσκληση στους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε αυτό µε κάθε πρόσφορο τρόπο.
γ) Δικαίωµα υποβολής αίτησης έχουν υπάλληλοι εφόσον πληρούν τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόντος. Οι υποψήφιοι µπορούν να υποβάλουν αίτηση για δύο (2) θέσεις κατ’ ανώτατο όριο.
δ) Η αίτηση υποψηφιότητας συνοδεύεται από αναλυτικό βιογραφικό σηµείωµα που συντάσσεται µε ευθύνη του υποψηφίου και επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης. Σε περίπτωση αναντιστοιχίας των όσων υπεύθυνα δηλώνει ο υποψήφιος στην αίτηση υποψηφιότητας και στο βιογραφικό σηµείωµα µε όσα τηρούνται στο προσωπικό µητρώο του υπαλλήλου και στο αρχείο του Ιδρύµατος, λαµβάνονται υπόψη όσα βεβαιώνει το Τµήµα Διοικητικής Υποστήριξης, αφού προηγουµένως έχει καλέσει τον υποψήφιο για την προσκόµιση των επιπλέον εκείνων στοιχείων που υπεύθυνα δηλώνει ότι κατέχει. Η ανωτέρω διαδικασία βεβαίωσης των στοιχείων της αίτησης υποψηφιότητας και του βιογραφικού σηµειώµατος του υπαλλήλου από το Τµήµα Διοικητικής Υποστήριξης γίνεται εντός αποκλειστικής προθεσµίας δέκα (10) ηµερών. Οι υποψήφιοι στην αίτησή τους θα δηλώσουν και θα συναινέσουν στη συλλογή και στην επεξεργασία των προσωπικών τους δεδοµένων, και στην περαιτέρω καταχώρισή τους για στενά υπηρεσιακούς και µόνο λόγους, στα µητρώα του Ιδρύµατος κατά τα οριζόµενα στον Νέο Ευρωπαϊκό Κανονισµό Προστασίας Προσωπικών Δεδοµένων GDPR.
ε) Οι υποψήφιοι που δεν πληρούν τους όρους του παρόντος κανονισµού και της πρόσκλησης αποκλείονται από την περαιτέρω διαδικασία µε απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής.
2) Για την επιλογή προϊσταµένων η Εκτελεστική Επιτροπή λαµβάνει υπόψη, ιδίως, α) τυπικά εκπαιδευτικά προσόντα και προσόντα επαγγελµατικής κατάρτισης (όπως, πτυχία, µεταπτυχιακά, διδακτορικά, γνώση ξένων γλωσσών), β) εργασιακή εµπειρία και άσκηση καθηκόντων ευθύνης, όπως προκύπτουν από το αναλυτικό βιογραφικό σηµείωµα των υποψηφίων.
Για την πληρέστερη αξιολόγησή τους, διενεργείται συνέντευξη. Σκοπός της συνέντευξης είναι η Εκτελεστική Επιτροπή του Ιδρύµατος να διαµορφώσει γνώµη για την προσωπικότητα, την ικανότητα και την καταλληλότητα του υποψηφίου για την άσκηση των καθηκόντων της θέσης ευθύνης, για την οποία κρίνεται. Κατά το στάδιο αυτό λαµβάνονται υπόψη τα στοιχεία του προσωπικού Μητρώου του υπαλλήλου, η αίτηση υποψηφιότητας και το βιογραφικό σηµείωµά του.
Η συνέντευξη περιλαµβάνει συζήτηση επί θεµάτων σχετικών µε το αντικείµενο του Ιδρύµατος και τις αρµοδιότητες των οργανωτικών µονάδων των σχετικών µε την προς πλήρωση θέση, σε συνάρτηση µε τις δεξιότητες και προσόντα του υποψηφίου, µε σκοπό να αξιολογήσει τις διοικητικές ικανότητες του υποψηφίου να προγραµµατίζει, να συντονίζει, να αναλαµβάνει πρωτοβουλίες, να λαµβάνει αποτελεσµατικές αποφάσεις και να διαχειρίζεται κρίσεις. Για την επιλογή λαµβάνονται υπόψη επίσης οι επικοινωνιακές δεξιότητες, η ικανότητα διαχείρισης χρόνου, τα χαρακτηριστικά ηγεσίας ιδίως υπό συνθήκες πίεσης, η ικανότητα συντονισµού οµάδων εργασίας και η δηµιουργικότητα του υποψηφίου.
3. Όσοι επιλέγονται τοποθετούνται, µε απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής, η οποία εκδίδεται το αργότερο µέσα σε έναν (1) µήνα από τη γνωστοποίηση της επιλογής τους, ως προϊστάµενοι σε αντίστοιχου επιπέδου οργανικές µονάδες για θητεία τριών (3) ετών. Οι προϊστάµενοι των οποίων η θητεία έχει λήξει εξακολουθούν και ασκούν τα καθήκοντά τους ως την επανατοποθέτησή τους ως προϊσταµένων ή την τοποθέτηση νέου προϊσταµένου.
4. Με απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής ο προϊστάµενος παύεται υποχρεωτικά πριν από τη λήξη της θητείας του, αν συντρέξουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) αν καταδικαστεί τελεσιδίκως κακούργηµα και σε οποιαδήποτε ποινή για κλοπή, υπεξαίρεση (κοινή και στην υπηρεσία), απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, απιστία δικηγόρου, δωροδοκία, καταπίεση, απιστία περί την υπηρεσία, παράβαση καθήκοντος, καθ’ υποτροπή συκοφαντική δυσφήµηση, καθώς και για οποιοδήποτε έγκληµα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή έγκληµα οικονοµικής εκµετάλλευσης της γενετήσιας ζωής,
β) αν στερηθεί λόγω καταδίκης τα πολιτικά του δικαιώµατα και για όσο χρόνο διαρκεί η στέρηση αυτή,
γ) αν υποβληθεί σε στερητική δικαστική συµπαράσταση (πλήρη ή µερική), σε επικουρική δικαστική συµπαράσταση (πλήρη ή µερική) ή το Δικαστήριο έχει αποφασίσει συνδυασµό των δύο προηγούµενων ρυθµίσεων,
δ) αν τεθεί σε διαθεσιµότητα ή αργία ή του επιβληθεί τελεσίδικα οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή ανώτερη του προστίµου αποδοχών τεσσάρων (4) µηνών για οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωµα.
5. Αν κενωθεί ή συσταθεί θέση προϊσταµένου, η θέση προκηρύσσεται το αργότερο εντός δεκαπέντε (15) ηµερών και η διαδικασία τοποθέτησης προϊσταµένου ολοκληρώνεται το αργότερο εντός δύο (2) µηνών από την προκήρυξη της θέσης. Ο προϊστάµενος επιλέγεται για το υπόλοιπο του εναποµείναντος χρονικού διαστήµατος.
6. Αν δεν υποβληθούν αιτήσεις, η Εκτελεστική Επιτροπή τοποθετεί υπάλληλο που πληροί τις νόµιµες προϋποθέσεις.
Άρθρο 22
Οργανικές θέσεις
1. Συνιστώνται στο Ίδρυµα πενήντα πέντε (55) θέσεις προσωπικού.
2. Οι πενήντα πέντε (55) θέσεις προσωπικού τελούν υπό καθεστώς σύµβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισµένου χρόνου και κατανέµονται ως ακολούθως ανά επίπεδο εκπαίδευσης:
Εκπαιδευτική βαθµίδα Πανεπιστηµιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ) σαράντα τρεις (43) θέσεις.
Εκπαιδευτική βαθµίδα Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ) τρεις (3) θέσεις.
Εκπαιδευτική βαθµίδα Δευτεροβάθµιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) εννέα (9) θέσεις.
3. Οι ανωτέρω οργανικές θέσεις κατανέµονται µε βάση τις εκπαιδευτικές βαθµίδες ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ και ΥΕ ως ακολούθως:
α) Εκπαιδευτική βαθµίδα Πανεπιστηµιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ).
αα) Ειδικότητα ΠΕ Διοικητικού: Θέσεις είκοσι τρεις (23).
Πτυχίο ή Δίπλωµα, κατά προτίµηση, Δηµόσιας Διοίκησης ή Διαχείρισης Ανθρωπίνων Πόρων και Διοίκησης ή Κοινωνιολογίας ή Κοινωνικής Διοίκησης ή Κοινωνικής Πολιτικής ή Πολιτικής Επιστήµης ή Πολιτικής Επιστήµης και Δηµόσιας Διοίκησης ή Πολιτικών Επιστηµών ή Πολιτικής Επιστήµης και Διεθνών Σπουδών ή Διεθνών και Ευρωπαϊκών σπουδών ή Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισµού ή Νοµικής Σχολής ή Φιλοσοφικής Σχολής ή Φιλολογίας ή Ψυχολογίας ή Βιβλιοθηκονόµων/Αρχειονόµων ή Αρχιτεκτονικής ή Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης λοιπών ανθρωπιστικών σπουδών ΑΕΙ της ηµεδαπής ή ισότιµο τίτλο σχολών της αλλοδαπής, αντίστοιχης ειδικότητας,
ββ) ειδικότητα ΠΕ Οικονοµικού: Θέσεις τρεις (3).
Πτυχίο ή Δίπλωµα Δηµόσιας Διοίκησης µε κατεύθυνση Δηµόσιας Οικονοµικής ή Διοίκησης Επιχειρήσεων και Οργανισµών ή Λογιστικής και Χρηµατοοικονοµικής ή Λογιστικής Χρηµατοοικονοµικής και Ποσοτικής Ανάλυσης ή Οικονοµικής Επιστήµης ή Οικονοµικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης ή Οικονοµικών Επιστηµών ή Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων ΑΕΙ της ηµεδαπής, ή ισότιµο τίτλο σχολών της αλλοδαπής, αντίστοιχης ειδικότητας,
γγ) ειδικότητα ΠΕ Μεταφραστών -Διερµηνέων: Θέσεις τρεις (3).
Πτυχίο ή Δίπλωµα, κατά προτίµηση, µετάφρασης και διερµηνείας ΑΕΙ της ηµεδαπής, ή ισότιµο τίτλο σχολών της αλλοδαπής, αντίστοιχης ειδικότητας,
δδ) ειδικότητα ΠΕ Ιστορικών: Θέσεις δέκα (10).
Πτυχίο ή Δίπλωµα, κατά προτίµηση, Φιλοσοφικής Σχολής Τµήµατος Ιστορίας και Αρχαιολογίας ή Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης ΑΕΙ της ηµεδαπής, ή ισότιµο τίτλο σχολών της αλλοδαπής, αντίστοιχης ειδικότητας,
εε) ειδικότητα ΠΕ Πληροφορικής: Θέσεις δύο (2).
Πτυχίο ή Δίπλωµα, κατά προτίµηση, Πληροφορικής ή Εφαρµοσµένης Πληροφορικής ή Πληροφορικής και Τηλεµατικής ή Επιστήµης Υπολογιστών ή Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών ή Επιστήµης και Τεχνολογίας Υπολογιστών ή Επιστήµης και Τεχνολογίας Τηλεπικοινωνιών ή Διδακτικής της Τεχνολογίας και Ψηφιακών Συστηµάτων ή Ψηφιακών Συστηµάτων ή Επιστηµών και Πολιτισµού - Κατεύθυνση Η/Υ ή Μηχανικού Ηλεκτρονικών Υπολογιστών και Πληροφορικής ή Μηχανικού Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών ή Μηχανικών Πληροφοριακών και Επικοινωνιακών Συστηµάτων ΑΕΙ της ηµεδαπής, ή ισότιµο τίτλο σχολών της αλλοδαπής, αντίστοιχης ειδικότητας,
στστ) ειδικότητα ΠΕ Δηµοσιογράφων: Θέσεις δύο (2).
Πτυχίο ή Δίπλωµα ΑΕΙ της ηµεδαπής ή ισότιµο τίτλο σχολών της αλλοδαπής, µε αποδεδειγµένη τουλάχιστον τριετή εργασιακή εµπειρία σε θέση δηµοσιογράφου και πολύ καλή γνώση ξένης γλώσσας.
β) Εκπαιδευτική βαθµίδα Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ).
αα) Ειδικότητα ΤΕ Διοικητικού-Λογιστικού: Θέσεις τρεις (3).
Πτυχίο ή Δίπλωµα, κατά προτίµηση, Διοίκησης Επιχειρήσεων ή Εµπορίας και Διαφήµισης ή Επιχειρηµατικού Σχεδιασµού και Πληροφοριακών Συστηµάτων ή Εφαρµογών Πληροφορικής στη Διοίκηση και στην Οικονοµία ή Λογιστικής ή Χρηµατοοικονοµικής και Ασφαλιστικής ή Χρηµατοοικονοµικής και Ελεγκτικής ή Χρηµατοοικονοµικών Εφαρµογών ή Χρηµατοοικονοµικών Υπηρεσιών - Επιχειρήσεων ΤΕΙ ή το οµώνυµο πτυχίο ή δίπλωµα Προγραµµάτων Σπουδών Επιλογής (ΠΣΕ) ΤΕΙ της ηµεδαπής ή ισότιµος τίτλος σχολών της ηµεδαπής ή της αλλοδαπής, αντίστοιχης ειδικότητας ή το οµώνυµο πτυχίο ΚΑΤΕΕ ή ισότιµος τίτλος σχολών της ηµεδαπής ή της αλλοδαπής, αντίστοιχης ειδικότητας,
γ) εκπαιδευτική βαθµίδα Δευτεροβάθµιας Εκπαίδευσης (ΔΕ),
ειδικότητα ΔΕ Διοικητικών Γραµµατέων: Θέσεις εννέα (9).
4. Η πλήρωση των κενών θέσεων γίνεται µε βάση τις ανάγκες του Ιδρύµατος. Για την πρόσληψη εισηγείται ο Γενικός Γραµµατέας του Ιδρύµατος, ο οποίος φέρει το θέµα προς συζήτηση στην Εκτελεστική Επιτροπή, ηοποία και αποφασίζει για την πλήρωση της θέσης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ - ΡΥΘΜΙΣΗ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ
Άρθρο 23
Προσωπικό του Ιδρύµατος
1. Το απασχολούµενο στο Ίδρυµα προσωπικό προ σλαµβάνεται και απολύεται µε απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής.
2. Το προσωπικό συνδέεται µε το Ίδρυµα µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισµένου χρόνου και κατέχει θέση οργανική.
3. Έκτακτο προσωπικό είναι εκείνο που προσλαµβάνεται µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισµένου χρόνου, επιτρεποµένης της παράτασης ή της ανανέωσής τους, καθώς και µε σύµβαση έργου, για την κάλυψη έκτακτων και παροδικών αναγκών.
4. Για την εξυπηρέτηση των αναγκών του Ιδρύµατος σε ανθρώπινο δυναµικό, δύναται να αποσπάται σε αυτό για χρονική διάρκεια έως τριών (3) ετών, η οποία µπορεί να ανανεωθεί µέχρι µία φορά, και για πλήρη ή µερική απασχόληση, προσωπικό της Βουλής, µε απόφαση του Προέδρου της Βουλής, ύστερα από εισήγηση της Εκτελεστικής Επιτροπής. Ο χρόνος της απόσπασης στο Ίδρυµα θεωρείται για κάθε συνέπεια ως χρόνος πραγµατικής και συντάξιµης υπηρεσίας στη Βουλή.
5. Στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου υπάγεται το προαναφερόµενο προσωπικό του Ιδρύµατος, πλην εκείνων στους οποίους ανατίθεται έργο µεαµοιβή για την εξυπηρέτηση σκοπών του Ιδρύµατος.
Άρθρο 24
Γενικά προσόντα - Κωλύµατα διορισµού
1. Για να προσληφθεί κάποιος υπάλληλος του Ιδρύµατος πρέπει:
α. Να είναι Έλληνας πολίτης ή πολίτης κράτους-µέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή πολίτης κράτους που δεν είναι µέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο οποίος διαµένει νοµίµως στην Ελλάδα και του έχει χορηγηθεί άδεια διαµονής για εργασία ή άδεια διαµονής µε δικαίωµα εργασίας, σύµφωνα µε τις διατάξεις της κείµενης νοµοθεσίας.
β. Να έχει υγεία και φυσική καταλληλότητα, όπως απαιτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης στην οποία προσλαµβάνεται.
γ. Προκειµένου περί ανδρών: Να έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές υποχρεώσεις του ή να έχει νόµιµα απαλλαγεί από αυτές, ή αν έχει αναγνωρισθεί ως αντιρρησίας συνείδησης να έχει εκπληρώσει, σύµφωνα µε τις Ειδικές διατάξεις της στρατολογικής νοµοθεσίας, άοπλη θητεία ή εναλλακτική πολιτική κοινωνική υπηρεσία.
δ. Να µην έχει καταδικαστεί και να µην διώκεται για κακούργηµα, κλοπή, υπεξαίρεση (κοινή και στην υπηρεσία), απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, απιστία δικηγόρου, δωροδοκία, καταπίεση, απιστία περί την υπηρεσία, παράβαση καθήκοντος, συκοφαντική δυσφήµηση, ψευδή καταµήνυση, καθώς και για οποιοδήποτε έγκληµα περί το νόµισµα, κατά των ηθών, κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή οικονοµικής εκµετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, και να µην έχει στερηθεί των πολιτικών δικαιωµάτων του µεαµετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου.
ε. Να µην έχει τεθεί υπό δικαστική συµπαράσταση, στερητική ή επικουρική.
στ. Να µην έχει απολυθεί από θέση δηµοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ. ή Ν.Π.Ι.Δ., ή του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα, λόγω επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης.
2. Η αποκατάσταση και η χάρη χωρίς άρση των συνεπειών δεν αίρουν την ανικανότητα για διορισµό.
3. Ως προς το κατώτατο και το ανώτατο όριο ηλικίας για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού του Ιδρύµατος ισχύουν οι διατάξεις που αφορούν τους δηµόσιους υπαλλήλους.
Για το έκτακτο προσωπικό του Ιδρύµατος κατώτατο όριο ηλικίας ορίζεται το 18ο έτος.
Για τη συµπλήρωση των προβλεπόµενων κατώτατων ορίων ηλικίας, καθώς και του ανώτατου, ηηµέρα γέννησης για το κατώτατο και η 31η Δεκεµβρίου του αντίστοιχου έτους για το ανώτατο.
Η ηλικία αποδεικνύεται από το δελτίο αστυνοµικής ταυτότητας, και σε περίπτωση αµφισβήτησης, από τη ληξιαρχική πράξη γέννησης που έχει συνταχθεί εντός ενενήντα (90) ηµερών από τη γέννηση. Αν δεν υπάρχει τέτοια πράξη, η ηλικία αποδεικνύεται από τα µητρώα αρρένων για τους άνδρες και από το γενικό µητρώο δηµοτών (δηµοτολόγιο) για τις γυναίκες. Εάν υπάρχουν περισσότερες εγγραφές στο οικείο µητρώο, επικρατεί η πρώτη εγγραφή.
Βεβαίωση ηλικίας ή διόρθωση της εγγραφής µε οποιονδήποτε άλλο τρόπο ουδέποτε λαµβάνεται υπόψη.
4. Οι υποψήφιοι πρέπει να έχουν τα προσόντα πρόσληψης τόσο κατά τον χρόνο λήξης της προθεσµίας υποβολής των αιτήσεων, όσο και κατά τον χρόνο της πρόσληψης. Το ανώτατο όριο ηλικίας πρέπει να συντρέχει κατά τον χρόνο λήξης της προθεσµίας υποβολής των αιτήσεων.
Άρθρο 25
Τυπικά προσόντα
Πέραν των οριζοµένων στο άρθρο 22 του παρόντος, τα τυπικά προσόντα πρόσληψης του προσωπικού κατά κατηγορία και κλάδο είναι τα προβλεπόµενα στο π.δ. 50/2001 περί «Καθορισµού των προσόντων διορισµού σε θέσεις του Δηµόσιου Τοµέα», όπως τροποποιείται και ισχύει κάθε φορά.
Άρθρο 26
Μισθολογική Κατάταξη και Εξέλιξη
1. Για τη µισθολογική κατάταξη και εξέλιξη του προσωπικού εφαρµόζονται οι διατάξεις των άρθρων 7 επ. του ν. 4354/2015, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά. Μισθολογικές διατάξεις που αφορούν ειδικές κατηγορίες προσωπικού, όπως είναι οι δηµοσιογράφοι, εφαρµόζονται αναλόγως.
2. Για την αναγνώριση προϋπηρεσίας εφαρµόζονται κατ’ αναλογίαν οι διατάξεις που ισχύουν για τον Δηµόσιο Τοµέα. Η πράξη αναγνώρισης πραγµατοποιείται µε απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής.
3. Για την αναγνώριση της συνάφειας των µεταπτυχιακών τίτλων σπουδών και των Διδακτορικών Διπλωµάτων, εφαρµόζονται κατ’ αναλογίαν οι διατάξεις που ισχύουν για τον Δηµόσιο Τοµέα. Η πράξη αναγνώρισης πραγµατοποιείται µε απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής.
Άρθρο 27
Καθήκοντα και υποχρεώσεις προσωπικού
1. Το προσωπικό του Ιδρύµατος έχει, ενδεικτικά, τα εξής καθήκοντα και τις εξής υποχρεώσεις:
α. Να παρέχει τις υπηρεσίες του στην έδρα ή όπου αλλού ασκούνται οι δραστηριότητες του Ιδρύµατος.
β. Να τηρεί τους σχετικούς µε το Ίδρυµα νόµους, διατάγµατα, κανονισµούς, αποφάσεις του Διοικητικού Συµβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής, να υπακούει στις εντολές των ανωτέρων του και γενικά στις ειδικές εντολές και οδηγίες της υπηρεσίας.
γ. Να φυλάσσει µε επιµέλεια τα έγγραφα και, γενικά, τα στοιχεία που του παραδίδονται για την εκτέλεση της υπηρεσίας του.
δ. Να προσέρχεται στην εργασία του στην καθορισµένη ώρα, να µην απουσιάζει κατά τη διάρκεια του ωραρίου εργασίας του χωρίς άδεια, να τηρεί αυστηρά το ωράριο εργασίας και να ενηµερώνει αµέσως τον προϊστάµενό του αν για λόγους ασθενείας ή για άλλη σοβαρή αιτία κωλύεται να προσέλθει στην υπηρεσία.
ε. Να τηρεί την επιβαλλόµενη εχεµύθεια για γεγονότα και πληροφορίες που αναφέρονται στο Ίδρυµα.
στ. Να εκτελεί τα καθήκοντα της ειδικότητάς του ή όποια άλλα συναφή, παρεµφερή ή άλλα καθήκοντα του αναθέτει η Εκτελεστική Επιτροπή ή ο Γενικός Γραµµατέας του Ιδρύµατος.
ζ. Να µην επιλαµβάνεται επίλυσης ζητήµατος, είτε ατοµικά, είτε µετέχοντας σε συλλογικό όργανο, για το οποίο έχει πρόδηλο συµφέρον αυτός ή συγγενής του εξ’ αίµατος ή αγχιστείας µέχρι και τέταρτου βαθµού.
η. Να σέβεται τους συναδέλφους του και να συνεργάζεται µαζί τους για την προαγωγή του έργου και την ευόδωση του έργου του Ιδρύµατος.
θ. Να συµπεριφέρεται και να αντιµετωπίζει µε ευπρέπεια και κατανόηση τους πολίτες και να εξετάζει µε προθυµία και χωρίς καθυστέρηση τα αιτήµατά τους.
2. Οι υπάλληλοι είναι υπεύθυνοι για την εκτέλεση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων και τη νοµιµότητα των ενεργειών τους. Υπάλληλος στον οποίο δόθηκαν αρµοδίως οδηγίες ή εντολές που θεωρεί παράνοµες, οφείλει να το επισηµάνει σε εκείνον που τις έδωσε, και σε περίπτωση που αυτός επιµένει, οι εντολές ή οι οδηγίες δίνονται εγγράφως και ο υπάλληλος είναι υποχρεωµένος να τις εκτελέσει και να εκθέσει εγγράφως τις αντιρρήσεις του.
Στην περίπτωση αυτή, κάθε ευθύνη ανήκει σε αυτόν που έδωσε τις εντολές, και ο υπάλληλος απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη έναντι οποιουδήποτε. Η εντολή ή η οδηγία δεν καθίσταται νόµιµη από το γεγονός ότι ο υπάλληλος οφείλει να υπακούσει σε αυτή.
3. Υπάλληλος στον οποίο δόθηκαν αρµοδίως εντολές ή οδηγίες προδήλως παράνοµες, οφείλει να το επισηµάνει σε εκείνον που τις έδωσε, και σε περίπτωση που αυτός επιµένει, οι οδηγίες ή οι εντολές δεν εκτελούνται, και ο υπάλληλος είναι υποχρεωµένος να αναφέρει τις αντιρρήσεις του, χωρίς αναβολή, εγγράφως, σε εκείνον που έδωσε την εντολή, µε κοινοποίηση στον άµεσο προϊστάµενό του. Σε αντίθετη περίπτωση, θεωρείται συνυπεύθυνος και φέρει ακέραια την ευθύνη, εφόσον είναι σε θέση να γνωρίζει το πρόδηλα παράνοµο των οδηγιών -εντολών.
4. Υπάλληλος που έχει αντίθετη γνώµη για ενέργεια για την οποία είναι αναγκαία η προσυπογραφή ή θεώρησή της, οφείλει, για να απαλλαγεί από την ευθύνη, να διατυπώσει εγγράφως την αντίθεσή του αυτή. Η απλή παράλειψη επιβαλλόµενης προσυπογραφής ή θεώρησης ενέργειας, δεν απαλλάσσει τον υπεύθυνο για την ενέργεια αυτή.
5. Οι προϊστάµενοι οφείλουν να προσυπογράφουν τα έγγραφα αρµοδιότητάς τους που δεν εκδίδονται µε την υπογραφή τους. Αν διαφωνούν, οφείλουν να διατυπώσουν επί του εγγράφου τις τυχόν αντιρρήσεις τους. Αν το υπογράψουν χωρίς διατύπωση αντίρρησης, θεωρείται ότι συµφωνούν.
6. Οι υπάλληλοι οφείλουν να γνωρίζουν αµέσως και εγγράφως στο Ίδρυµα την εκάστοτε διεύθυνση κατοικίας τους, καθώς και κάθε µεταβολή στην προσωπική και οικογενειακή τους κατάσταση, εφόσον αυτή έχει σχέση µε τη µισθολογική ή υπηρεσιακή τους κατάσταση.
7. Επί τη λήξει της απασχόλησής του για οποιοδήποτε λόγο ο εργαζόµενος θα επιστρέφει αµέσως στο Ίδρυµα χωρίς ανάγκη όχλησης ή άλλης ενέργειας από µέρους των ανωτέρω, οποιαδήποτε αλληλογραφία, υποµνήµατα, σηµειώσεις, αρχεία, αναφορές, φακέλους, έγγραφα και οποιαδήποτε άλλα αντικείµενα που ανήκουν στο Ίδρυµα, που θα βρίσκονται τυχόν στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχό του, µαζί µε όποια τυχόν αντίγραφα των ανωτέρω.
8. Οι εργαζόµενοι δεν πρέπει να κάνουν δηµόσιες δηλώσεις επ’ ονόµατι του Ιδρύµατος, χωρίς προηγούµενη έγκριση της Διοίκησης.
9. Ο εργαζόµενος οφείλει να µην αποδέχεται οποιοδήποτε άµεσο ή έµµεσο δώρο, παροχή, ή χρηµατική ή άλλη ανταµοιβή σε σχέση µε προσφερθείσες υπηρεσίες ή υπηρεσίες που πρόκειται να προσφερθούν ή υποτίθεται πως προσφέρθηκαν.
10. Ο εργαζόµενος οφείλει να αποφεύγει κάθε πράξη ή δραστηριότητα που αποδεδειγµένα αντιτίθεται στα συµφέροντα του Ιδρύµατος ή είναι εµφανώς ασυµβίβαστη µε την αξιοπρέπεια του εργαζοµένου και τη θέση του στο Ίδρυµα ή που από τη φύση της θέτει εν αµφιβόλω την ευσυνείδητη άσκηση των καθηκόντων του εργαζοµένου και/ή περιορίζει την προσήλωσή του στο έργο που του έχει ανατεθεί από το Ίδρυµα κατά τον εργάσιµο χρόνο. Ακόµα, ο εργαζόµενος οφείλει να αποφεύγει κάθε πράξη ή δραστηριότητα που οδηγεί σε χρήση µέσων, υποδοµών, δεδοµένων, προσβάσεων, ή ανθρώπινου δυναµικού του Ιδρύµατος για ίδιον όφελος ή προς όφελος συνδεδεµένων µε αυτόν τρίτων προσώπων, ή που επηρεάζει προς όφελος του ιδίου του εργαζόµενου ή προς όφελος τρίτου φυσικού ή νοµικού προσώπου τις εν γένει υπηρεσιακές διαδικασίες του Ιδρύµατος, όπως ενδεικτικά, συνάψεις συµβάσεων, χορηγήσεων, ή προµηθειών.
Άρθρο 28
Αστική ευθύνη
1. Ο υπάλληλος ευθύνεται έναντι του Ιδρύµατος για κάθε θετική ζηµία, την οποία προξένησε σε αυτό από δόλο ή βαρεία αµέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ο υπάλληλος ευθύνεται, επίσης, για την αποζηµίωση την οποία κατέβαλε το Ίδρυµα σε τρίτους για παράνοµες πράξεις ή παραλείψεις του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, εφόσον οφείλονται σε δόλο ή βαρεία αµέλεια. Ο υπάλληλος δεν ευθύνεται έναντι των τρίτων για τις ανωτέρω πράξεις ή παραλείψεις του.
2. Αν περισσότεροι υπάλληλοι προξένησαν από κοινού ζηµία στο Ίδρυµα, ευθύνονται εις ολόκληρον κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου.
3. Η αξίωση του Ιδρύµατος για αποζηµίωση έναντι των υπαλλήλων του στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 παραγράφεται σε πέντε (5) έτη. Στην περίπτωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, η πενταετία αρχίζει αφότου επήλθε η ζηµία, και στην περίπτωση του δευτέρου εδαφίου, αφότου το Ίδρυµα κατέβαλε την αποζηµίωση.
Άρθρο 29
Ωράριο εργασίας - Αργίες -Υπερωριακή εργασία
1. Οι υπηρεσίες του Ιδρύµατος λειτουργούν σε τουλάχιστον δωδεκάωρη βάση, όλες τις ηµέρες του µήνα και Κυριακές και αργίες. Το ωράριο εργασίας των εργαζοµένων στο Ίδρυµα καθορίζεται µε απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής, σύµφωνα µε τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, είναι συνεχές και οι εργαζόµενοι οφείλουν να το τηρούν µε ακρίβεια, δύναται δε να οργανωθεί σε εναλλασσόµενες βάρδιες.
Εφόσον εξαιρετικές υπηρεσιακές ανάγκες το επιβάλλουν, η έναρξη και η λήξη του ωραρίου εργασίας µπορεί να ορίζεται διαφορετικά για µέρος του προσωπικού στο οποίο πρέπει να ανακοινώνεται η εξαιρετική υπηρεσιακή ανάγκη.
Εάν υπάλληλος εργάσθηκε την επόµενη εργάσιµηηµέρα του πενθηµέρου εργασίας, του χορηγείται υποχρεωτικά άλλη ηµέρα απουσίας µε αποδοχές, την οποία επιλέγει ο ίδιος εντός διαστήµατος δεκαπέντε (15) εργασίµων ηµερών.
2. Ηµέρες αργίας είναι όσες ορίζονται για τις δηµόσιες υπηρεσίες.
3. Η καθιέρωση εργασίας µεαµοιβή πέραν του κανονικού ωραρίου ή κατά τις εξαιρέσιµες ηµέρες ή τις νυκτερινές ώρες επιτρέπεται για την αντιµετώπιση έκτακτων, εποχιακών, απρόβλεπτων ή ειδικών υπηρεσιακών αναγκών, σύµφωνα µε τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για τα Ν.Π.Ι.Δ. και τα προβλεπόµενα στις ισχύουσες διατάξεις. Ο εργαζόµενος οφείλει να ανταποκριθεί, εκτός εάν η άρνησή του είναι αντικειµενικά δικαιολογηµένη, σύµφωνα µε την καλή πίστη. Η απόφαση καθιέρωσης υπερωριακής εργασίας εκδίδεται από την Εκτελεστική Επιτροπή του Ιδρύµατος.
4. Για την πρόσθετη αυτή εργασία καθ’ υπέρβαση του υποχρεωτικού ωραρίου, κατά τα οριζόµενα στην περ. Α΄ του άρθρου 20 του ν. 4354/2015, όπως εκάστοτε ισχύει, ο εργαζόµενος έχει δικαίωµα συµπληρωµατικής αµοιβής, το ύψος και οι προϋποθέσεις καταβολής της οποίας καθορίζονται από τον ν. 4354/2015, όπως εκάστοτε ισχύει.
Άρθρο 30
Τόπος εργασίας
1. Τόπος εργασίας για το προσωπικό του Ιδρύµατος θεωρείται κάθε χώρος δραστηριότητας του Ιδρύµατος.
2. Το προσωπικό του Ιδρύµατος υποχρεούται να προσφέρει υπηρεσία σε κάθε χώρο δραστηριοτήτων του Ιδρύµατος, τηρουµένων των διατάξεων του παρόντος Οργανισµού.
Άρθρο 31
Αποδοχές προσωπικού
1. Για τις αποδοχές του προσωπικού εφαρµόζονται και κατά τα οριζόµενα στο άρθρο 26 του παρόντος οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για τα Ν.Π.Ι.Δ. του ευρύτερου Δηµόσιου Τοµέα, µε την επιφύλαξη ειδικότερων µισθολογικών διατάξεων που αφορούν ειδικές κατηγορίες προσωπικού, όπως οι δηµοσιογράφοι.
2. Οι εργαζόµενοι στο Ίδρυµα δικαιούνται µόνο της καταβολής των επιδοµάτων που προβλέπονται ανά θέση, κατηγορία εργαζοµένου, οικογενειακή κατάσταση, φύση εργασίας κ.λπ., όπως αυτά ορίζονται στις οικείες διατάξεις του ν. 4354/2015, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, οι οποίες εφαρµόζονται, κατ’ αναλογίαν, ως βάση υπολογισµού και µόνο για τον προσδιορισµό του είδους των επιδοµάτων και του ύψους των. Τα προειρηµένα επιδόµατα προσαυξάνουν τον καταβαλλόµενο βασικό µισθό. Μετά την ηµέρα καταβολής, οι εργαζόµενοι λαµβάνουν απόδειξη µισθοδοσίας στην οποία αναγράφονται αναλυτικά οι αποδοχές και οι κρατήσεις τους.
3. Σε περίπτωση κατά την οποία, για οποιονδήποτε λόγο, ο εργαζόµενος λάβει αχρεωστήτως καταβληθείσες αποδοχές, αυτές θα θεωρούνται ως προκαταβολή έναντι µελλοντικών αποδοχών και θα παρακρατούνται δεό ντως, σύµφωνα µε τα άρθρα 200 και 288 του Αστικού Κώδικα.
4. Σε περίπτωση µη παροχής εργασίας από µέρους του εργαζοµένου, δεν οφείλονται αποδοχές. Επί µερικής παροχής εργασίας (µειωµένο ωράριο), οφείλονται αποδοχές µειωµένες αναλόγως. Τα ανωτέρω δεν ισχύουν σε περίπτωση ασθενείας του εργαζοµένου, που διαπιστώνεται αρµοδίως, ή ανυπαίτιου κωλύµατος, οπότε εφαρµόζονται οι διατάξεις των άρθρων 657-658 του Αστικού Κώδικα και του α.ν. 178/1967 και της Ασφαλιστικής Νοµοθεσίας.
5. Ο χρόνος καταβολής των µηνιαίων τακτικών αποδοχών ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
Άρθρο 32
Όροι υγιεινής και ασφάλειας
Για τους όρους υγιεινής και ασφάλειας του χώρου εργασίας και για τον έλεγχο της τήρησής τους έχουν ανάλογη εφαρµογή οι ισχύουσες διατάξεις περί υγιεινής και ασφάλειας για τα Ν.Π.Ι.Δ. του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα.
Άρθρο 33
Κανονικές άδειες
1. Το προσωπικό του Ιδρύµατος δικαιούται κανονική άδεια απουσίας µε πλήρεις αποδοχές, η οποία χορηγείται σύµφωνα µε τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας.
2. Δεκαπέντε (15) ηµέρες από την κανονική άδεια χορηγούνται υποχρεωτικά, εφόσον το ζητήσει ο υπάλληλος, εντός της περιόδου 15 Μαΐου - 15 Οκτωβρίου.
3. Οι κανονικές άδειες µπορούν να χορηγούνται και τµηµατικά λόγω υπηρεσιακών αναγκών ή κατόπιν αίτησης του υπαλλήλου.
4. Η κανονική άδεια µπορεί να µη χορηγείται, να περιορίζεται ή να ανακαλείται, για να αντιµετωπισθούν συγκεκριµένες έκτακτες ανάγκες του Ιδρύµατος. Ειδικά για την ανάκληση λαµβάνεται υποχρεωτικά υπόψη και η δυνατότητα του υπαλλήλου να επιστρέψει στην εργασία του, ενώ, σε κάθε περίπτωση, θα καταβάλλονται οι δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο υπάλληλος εξαιτίας της ανάκλησης, περιορισµού ή µη χορήγησης της άδειας.
5. Η κανονική άδεια χορηγείται εντός εκάστου ηµερολογιακού έτους, απαγορευόµενης της µεταφοράς της στο επόµενο έτος. Ο τακτικός υπάλληλος που δεν ζήτησε, µε γραπτή αίτησή του, κανονική άδεια µέχρι την 31η Οκτωβρίου εκάστου έτους, καλείται από το Ίδρυµα να λάβει την άδειά του στο επόµενο δίµηνο, µέχρι τη λήξη του έτους.
6. Στην περίπτωση που ο υπάλληλος δεν ορίσει το χρόνο χορήγησης της άδειάς του, το Ίδρυµα, µε την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού, ορίζει τον χρόνο χορήγησης και µε απόφασή του χορηγεί υποχρεωτικά την άδεια µέχρι τη λήξη του έτους.
7. Από τον χρόνο της κανονικής άδειας αφαιρείται ο χρόνος κάθε αδικαιολόγητης απουσίας µέσα στο ίδιο ηµερολογιακό έτος.
8. Σε περίπτωση αδικαιολόγητης υπέρβασης της κανονικής άδειας, ο υπάλληλος, πέραν των πειθαρχικών συνεπειών, στερείται των αποδοχών του για τις ηµέρες της υπέρβασης.
Άρθρο 34
Άδειες άνευ αποδοχών
1. Για ειδικούς λόγους επιτρέπεται, µε απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής, η χορήγηση στον υπάλληλο, κατόπιν αίτησής του, άδειας άνευ αποδοχών, εφόσον οι ανάγκες της υπηρεσίας το επιτρέπουν. Η άδεια αυτή δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις τριάντα (30) εργάσιµες ηµέρες εντός του ίδιου ηµερολογιακού έτους.
Η άδεια χορηγείται υποχρεωτικά στο φυσικό, θετό και ανάδοχο γονέα, όταν πρόκειται για νοσηλεία ανήλικου τέκνου λόγω ασθένειας ή ατυχήµατος που καθιστά αναγκαία την άµεση παρουσία του.
2. Υπάλληλοι, των οποίων οι σύζυγοι υπηρετούν στο εξωτερικό σε ελληνική υπηρεσία του δηµοσίου, νοµικού προσώπου δηµοσίου δικαίου ή άλλου φορέα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε διεθνή Οργανισµό, στον οποίο µετέχει και η Ελλάδα, δικαιούνται να λάβουν άδεια χωρίς αποδοχές µέχρι έξι (6) έτη συνεχώς ή και τµηµατικά, εφόσον έχουν συµπληρώσει πενταετή πραγµατική υπηρεσία.
3. Στον υπάλληλο που αποδέχεται θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή σε διεθνή Οργανισµό, στον οποίο µετέχει η Ελλάδα, χορηγείται µετά από απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής άδεια άνευ αποδοχών µέχρι πέντε (5) έτη, η οποία µπορεί να παραταθεί µε την ίδια διαδικασία για µία ακόµα πενταετία. Αν ο υπάλληλος δεν εµφανισθεί να αναλάβει καθήκοντα µέσα σε δύο (2) µήνες από τη λήξη της άδειας, θεωρείται ότι παραιτήθηκε αυτοδικαίως από την υπηρεσία, από την ηµεροµηνία λήξης της άδειας.
4. Ο χρόνος της άδειας άνευ αποδοχών αποτελεί χρόνο πραγµατικής υπηρεσίας για κάθε συνέπεια µόνο στις περιπτώσεις των προηγούµενων παραγράφων 1 και 3.
5. Κατά τη διάρκεια της άδειας των παραγράφων 1 και 3, ο υπάλληλος υποχρεούται να καταβάλλει όλες τις νόµιµες κρατήσεις, οι οποίες αντιστοιχούν στις µηνιαίες αποδοχές του και αναλογούν στον εργαζόµενο και στον εργοδότη για κύρια και επικουρική ασφάλιση προς τους ασφαλιστικούς φορείς και τα ταµεία πρόνοιας.
Άρθρο 35
Άδειες µητρότητας
1. Στις υπαλλήλους οι οποίες κυοφορούν, χορηγείται άδεια µητρότητας µε πλήρεις αποδοχές δύο (2) µήνες πριν και τρεις (3) µήνες µετά τον τοκετό. Η άδεια λόγω κυοφορίας χορηγείται, ύστερα από βεβαίωση του θεράποντος ιατρού για τον πιθανολογούµενο χρόνο τοκετού.
2. Όταν ο τοκετός πραγµατοποιείται σε χρόνο µεταγενέστερο από αυτόν που είχε πιθανολογηθεί αρχικά, η άδεια που είχε χορηγηθεί παρατείνεται µέχρι την πραγµατική ηµεροµηνία του τοκετού, χωρίς αυτή η παράταση να συνεπάγεται αντίστοιχη µείωση του χρόνου της άδειας που χορηγείται µετά τον τοκετό. Όταν ο τοκετός πραγµατοποιείται σε χρόνο προγενέστερο από αυτόν που αρχικά είχε πιθανολογηθεί, το υπόλοιπο της άδειας χορηγείται µετά τον τοκετό, ώστε να εξασφαλισθεί συνολικός χρόνος πέντε (5) µηνών.
3. Στις κυοφορούσες υπαλλήλους που έχουν ανάγκη ειδικής θεραπείας, µετά την εξάντληση της αναρρωτικής άδειας µε αποδοχές χορηγείται κανονική άδεια κυοφορίας µε αποδοχές, µετά από βεβαίωση θεράποντος ιατρού και διευθυντή γυναικολογικής ή µαιευτικής κλινικής ή τµήµατος δηµοσίου νοσηλευτικού ιδρύµατος.
4. Στους υπαλλήλους που υιοθετούν τέκνο χορηγείται άδεια τριών (3) µηνών µε πλήρεις αποδοχές εντός του πρώτου εξαµήνου µετά την περαίωση της διαδικασίας της υιοθεσίας, εφόσον το υιοθετηµένο τέκνο είναι ηλικίας έως τριών (3) ετών.
5. Επιδόµατα λόγω κύησης και λοχείας που καταβλήθηκαν στην υπάλληλο λόγω υποχρεωτικής ασφάλισης σε ασφαλιστικούς οργανισµούς, εκπίπτουν από τις αποδοχές που καταβάλλονται κατά τη διάρκεια της άδειας µητρότητας.
Άρθρο 36
Αναρρωτικές άδειες
1. Απουσία του εργαζόµενου από τα καθήκοντά του λόγω ασθενείας, η οποία βεβαιώνεται αρµοδίως από τον ασφαλιστικό φορέα θεωρείται δικαιολογηµένη.
2. Εάν η ασθένεια είναι διάρκειας µέχρι και τριών (3) ηµερών, για τις οποίες ο ασφαλιστικός φορέας δεν καταβάλλει στον εργαζόµενο επίδοµα ασθενείας, το Ίδρυµα καταβάλλει σε αυτόν το σύνολο των δικαιούµενων για το διάστηµα της απουσίας των αποδοχών. Για τέτοιας µορφής απουσίες (ολιγοήµερες µέχρι και τριών (3) ηµερών) του εργαζόµενου, το Ίδρυµα καταβάλλει στον εργαζόµενο αποδοχές και συνολικά για πέντε τριήµερα, ήτοι δεκαπέντε (15) συνολικά ηµέρες κατά ηµερολογιακό έτος.
3. Εάν η λόγω ασθενείας απουσία του εργαζόµενου είναι µεγαλύτερης διάρκειας (πέραν των τριών (3) ηµερών), το Ίδρυµα καταβάλλει στον εργαζόµενο πλήρεις αποδοχές για όλο το διάστηµα της ασθενείας και µέχρι τρεις (3) µήνες, εφόσον δεν έχει συµπληρώσει υπηρεσία ενός έτους στο Ίδρυµα, µέχρι έξι (6) µήνες δε για κάθε άλλη περίπτωση, µε βάση γνωµάτευση ιατρού του οικείου ασφαλιστικού φορέα, κατόπιν αίτησης του εργαζοµένου.
Επιδόµατα ασθενείας που καταβλήθηκαν από τον οικείο ασφαλιστικό φορέα, εκπίπτουν από τις αποδοχές του.
4. Ως ασθένεια βραχείας διάρκειας θεωρείται η ασθένεια που διαρκεί µέχρι έξι (6) µήνες.
5. Σε περιπτώσεις δυσίατων νοσηµάτων, όπως αυτά προσδιορίζονται στην υπ’ αριθµ. ΥΙ/ΓΠ/ΟΙΚ. 16884/12.10.2001 απόφαση του Υπουργού Υγείας -
Πρόνοιας, όπως αυτή ισχύει κάθε φορά, τα παραπάνω όρια καθορίζονται στο διπλάσιο. Η διάρκεια της άδειας ασθένειας για ατύχηµα που έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας µπορεί να φθάσει µέχρι και τους δώδεκα (12) µήνες.
6. Για τη χορήγηση αναρρωτικής άδειας εφαρµόζονται οι σχετικές διατάξεις του οικείου ασφαλιστικού φορέα στον οποίο είναι ασφαλισµένος ο υπάλληλος, όπως κάθε φορά ισχύουν.
7. Σε εργαζόµενο ο οποίος δεν έχει συµπληρώσει τις προϋποθέσεις για ιατροφαρµακευτική περίθαλψη (έλλειψη βιβλιαρίου ασθενείας), σε περίπτωση ασθενείας καταβάλλονται οι αποδοχές για χρονικό διάστηµα όσο ο απαιτούµενος χρόνος έκδοσης βιβλιαρίου ασθενείας.
8. Βραχυχρόνιες αναρρωτικές άδειες χορηγούνται µε γνωµάτευση θεράποντος ιατρού για διάστηµα έως οκτώ (8) ηµέρες κατ’ έτος.
Άρθρο 37
Άδειες εκπαίδευσης και επιµόρφωσης
1. Στους υπαλλήλους που είναι, µαθητές, σπουδαστές ή φοιτητές, προπτυχιακοί ή µεταπτυχιακοί σε σχολεία και ιδρύµατα και των τριών βαθµίδων εκπαίδευσης, χορηγείται εξεταστική άδεια, όταν το αντικείµενο είναι σχετικά συναφές µε αυτό της εργασίας τους στο Ίδρυµα.
2. Η εξεταστική άδεια είναι διάρκειας τριάντα (30) εργασίµων ηµερών κατ’ ανώτατο όριο ανεξάρτητα από το χρόνο προηγούµενης απασχόλησης του εργαζοµένου, σύµφωνα µε την υπουργική απόφαση 33894/98 όπως κάθε φορά ισχύει. Για τις δεκατέσσερις (14) πρώτες εργάσιµες ηµέρες της ως άνω αδείας καταβάλλονται αποδοχές ενώ οι λοιπές ηµέρες αποτελούν άδεια άνευ αποδοχών. Η άδεια αυτή χορηγείται υποχρεωτικά συνεχώς ή τµηµατικά κατά την εξεταστική περίοδο που τη ζητάει ο ενδιαφερόµενος. Δεν χορηγείται εξεταστική για σπουδές προς απόκτηση δεύτερου τίτλου της ίδιας βαθµίδας εκπαίδευσης.
3. Στους υπαλλήλους που έχουν πενταετή τουλάχιστον πραγµατική υπηρεσία, µπορεί να χορηγείται µετά από αίτησή τους µε απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής εκπαιδευτική άδεια απουσίας µε αποδοχές για την ηµεδαπή ή την αλλοδαπή. Η εκπαιδευτική άδεια συνολικά δεν µπορεί να υπερβαίνει την τριετία, χορηγείται δε για παρακολούθηση σπουδών, οι οποίες είναι απόλυτα σχετικές µε το έργο του Ιδρύµατος και καθορίζονται από την Εκτελεστική Επιτροπή.
4. Μετά το τέλος της εκπαιδευτικής αδείας ο υπάλληλος υποχρεούται να υπηρετήσει, στο Ίδρυµα χρόνο ίσο µε το τριπλάσιο του χρόνου της άδειας. Σε περίπτωση αθέτησης της υποχρέωσης αυτής, οφείλει να επιστρέψει εντός τριµήνου τις αποδοχές, τα οδοιπορικά έξοδα και τα δικαιώµατα εγγραφής, κ.λπ. που τυχόν έλαβε.
5. Άδεια επιµόρφωσης σε αντικείµενα απόλυτα σχετικά µε το έργο του Ιδρύµατος που καθορίζονται από την Εκτελεστική Επιτροπή µπορεί να χορηγείται σε υπαλλήλους που µετέχουν: α. Σε διαγωνισµούς για να πάρουν υποτροφία ή να επιλεγούν για φοίτηση σε κύκλους µεταπτυχιακών σπουδών. Η άδεια αυτή χορηγείται µέχρι µία (1) φορά κάθε ηµερολογιακό έτος. β. Σε συνέδρια, συνδιασκέψεις, σεµινάρια και κάθε είδους συναντήσεις επιστηµονικού χαρακτήρα στο εσωτερικό ή το εξωτερικό. γ. Σε προγράµµατα επιµόρφωσης που οργανώνονται από το Ίδρυµα ή από φορέα που έχει επιλεγεί από το Ίδρυµα.
6. Η άδεια επιµόρφωσης χορηγείται µε πλήρεις αποδοχές, είναι ίση µε τη διάρκεια του επιµορφωτικού προγράµµατος προσαυξηµένη κατά τις ηµέρες τις αναγκαίες για την µετάβαση και επιστροφή του υπαλλήλου, οι οποίες δεν µπορεί να υπερβαίνουν τις δύο (2). Η άδεια επιµόρφωσης χορηγείται µε απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής του Ιδρύµατος.
Άρθρο 38
Συνδικαλιστικές άδειες
1. Στους υπαλλήλους µέλη του Διοικητικού Συµβουλίου των συνδικαλιστικών οργανώσεων του προσωπικού του Ιδρύµατος, καθώς και στους αντιπροσώπους στις δευτεροβάθµιες και τριτοβάθµιες συνδικαλιστικές οργανώσεις, χορηγείται άδεια απουσίας για τη διευκόλυνση της άσκησης των συνδικαλιστικών καθηκόντων τους.
2. Οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διάρκεια των συνδικαλιστικών αδειών ρυθµίζονται από τις διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας (ν. 1264/1982 άρθρο 17) όπως τροποποιείται και ισχύει.
Άρθρο 39
Άλλες άδειες απουσίας
1. Στις µητέρες υπαλλήλους ο χρόνος εργασίας µειώνεται κατά δύο (2) ώρες ηµερησίως, εφόσον έχουν τέκνα ηλικίας έως δύο (2) ετών, και κατά µία (1) ώρα, εφόσον έχουν τέκνα ηλικίας από δύο (2) έως τεσσάρων (4) ετών. Οι µητέρες υπάλληλοι δικαιούνται εννέα (9) µήνες άδεια µε αποδοχές για ανατροφή παιδιού, εφόσον δεν κάνουν χρήση του κατά το προηγούµενο εδάφιο µειωµένου ωραρίου. Στις περιπτώσεις παιδιών µε ειδικές ανάγκες η παραπάνω άδεια της µιας ώρας παρατείνεται µέχρι της συµπλήρωσης του τρίτου έτους της ηλικίας τους, µετά από σχετική βεβαίωση ιατρού κρατικού νοσοκοµείου. Οι άδειες της παρούσας παραγράφου χορηγούνται στον πατέρα εφόσον η µητέρα δεν ζει ή δεν διαµένει µε τα τέκνα ή δεν έχει την επιµέλεια ή απουσιάζει µακροχρόνια από την οικογενειακή κατοικία ή δεν δικαιούται την ίδια άδεια ή δεν κάνει χρήση αυτής. Στην περίπτωση κατά την οποία και οι δύο σύζυγοι υπηρετούν στο Ίδρυµα η ανωτέρω άδεια χορηγείται στον έναν από τους δύο.
2. Οι υπάλληλοι δικαιούνται, ανεξάρτητα από την άδεια χωρίς αποδοχές, που προβλέπει το άρθρο 36, ή άλλη άδεια που χορηγείται µε άλλες ειδικές διατάξεις, να τους χορηγείται άδεια χωρίς αποδοχές ως έξι (6) ηµέρες για κάθε ηµερολογιακό έτος, αν τα παιδιά ή άλλα µέλη της οικογένειάς τους, όπως αυτά προσδιορίζονται στην παράγραφο 3 του παρόντος, είναι άρρωστα. Η άδεια αυτή είναι δυνατό να χορηγείται εφάπαξ ή τµηµατικά και να αυξάνεται σε οκτώ (8) ηµέρες, αν ο δικαιούχος προστατεύει δύο παιδιά, και σε δέκα τέσσερις (14) αν ο δικαιούχος προστατεύει περισσότερα από δύο παιδιά (άρθρο 11 ΕΓΣΣΕ 2000-2001, άρθρο 7 του ν. 1483/1984, άρθρο 22 του ν. 3488/2006, άρθρο 5 ΕΓΣΣΕ 2008-2009).
3. Για την εφαρµογή της παραγράφου 2 του παρόντος, ως παιδιά ή µέλη της οικογένειας θεωρούνται: α. Τα παιδιά φυσικά ή υιοθετηµένα, εφόσον οι γονείς έχουν την επιµέλειά τους µέχρι την ενηλικίωση τους. β. Τα παιδιά και µετά την ενηλικίωση τους, εφόσον έχουν αποδεδειγµένα ανάγκη από ειδική φροντίδα για λόγους βαριάς ή χρόνιας ασθένειας ή αναπηρίας. γ. Οι σύζυγοι εφόσον για λόγους υγείας, βαριάς ή χρόνιας ασθένειας δεν µπορούν να αυτοεξυπηρετηθούν. δ. Οι γονείς και άγαµοι αδελφοί ή αδελφές που για λόγους υγείας, βαριά ή χρόνια ασθένεια ή αναπηρία ή ηλικία δεν µπορούν να αυτοεξυπηρετηθούν, εφόσον οι υπάλληλοι έχουν τη φροντίδα τους.
4. Η αδυναµία αυτοεξυπηρέτησης λόγω ασθένειας αποδεικνύεται µε γνωµάτευση ιατρού κρατικού νοσοκοµείου.
5. Στους υπαλλήλους χορηγούνται τρείς (3) εργάσιµες ηµέρες άδειας µε αποδοχές λόγω αιµοδοσίας και πέντε (5) εργάσιµες ηµέρες άδειας µε αποδοχές λόγω πλασµαταφαίρεσης.
6. Στους υπαλλήλους χορηγούνται πέντε (5) εργάσιµες ηµέρες άδεια µε αποδοχές σε περίπτωση τέλεσης του γάµου τους.
7. Σε περίπτωση θανάτου συζύγου ή συγγενούς του υπαλλήλου µέχρι δευτέρου βαθµού χορηγείται άδεια απουσίας τριών (3) ηµερών µε αποδοχές.
8. Οι υπάλληλοι, που έχουν τέκνα, τα οποία παρακολουθούν µαθήµατα στοιχειώδους ή µέσης εκπαίδευσης, δικαιούνται να απουσιάζουν ορισµένες ώρες ή ολόκληρη την ηµέρα από την εργασία τους µέχρι τη συµπλήρωση τεσσάρων (4) εργασίµων ηµερών κάθε ηµερολογιακό έτος, για να επισκεφθούν το σχολείο των παιδιών τους, µε σκοπό την παρακολούθηση της σχολικής τους επίδοσης. Η άδεια απουσίας χορηγείται στον έναν από τους δύο γονείς. Αν και οι δύο γονείς υπηρετούν στο Ίδρυµα, αποφασίζουν µε κοινή συµφωνία, κάθε φορά, ποιος από τους δύο θα κάνει χρήση αυτού του δικαιώµατος και για πόσο χρονικό διάστηµα που, πάντως, δεν µπορεί συνολικά και για τους δύο γονείς να υπερβαίνει τη διάρκεια που ορίζεται στην παρούσα παράγραφο.
9. Υπάλληλοι που έχουν ανήλικα τέκνα, δικαιούνται άδεια µε αποδοχές έως τέσσερις (4) εργάσιµες ηµέρες για κάθε ηµερολογιακό έτος σε περίπτωση ασθένειας των τέκνων τους. Για τους υπαλλήλους που είναι τρίτεκνοι ή πολύτεκνοι, η ως άνω άδεια ανέρχεται σε πέντε (5) εργάσιµες ηµέρες για κάθε ηµερολογιακό έτος. Για τους υπαλλήλους που είναι µονογονείς, η ως άνω άδεια ανέρχεται σε έξι (6) εργάσιµες ηµέρες για κάθε ηµερολογιακό έτος (παρ. 1 του άρθρου 31, του ν. 4440/2016 όπως τροποποιείται και ισχύει).
10. Στον πατέρα υπάλληλο χορηγείται άδεια δύο (2) ηµερών σε περίπτωση γέννησης τέκνου. Η άδεια αυτή χορηγείται και στην περίπτωση υιοθεσίας, εφόσον το υιοθετηθέν δεν έχει υπερβεί το 2ο έτος της ηλικίας του.
11. Όλες οι άδειες του άρθρου αυτού χορηγούνται µε απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής.
Άρθρο 40
Πειθαρχικά Παραπτώµατα
1. Πειθαρχικό παράπτωµα συνιστά κάθε παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος µε υπαίτια πράξη ή παράλειψη, όπως και κάθε άλλη πράξη ή παράλειψη που προβλέπεται ειδικά στον παρόντα Οργανισµό, οι οποίες µπορούν να καταλογισθούν. Το κατά την έννοια της προηγούµενης παραγράφου υπηρεσιακό καθήκον προσδιορίζεται τόσο από τις κείµενες διατάξεις, εγκυκλίους, οδηγίες και αποφάσεις που αφορούν στην υπηρεσία του υπαλληλικού προσωπικού, όσο και από τη διαγωγή που έκαστος οφείλει να τηρεί εξαιτίας της θέσης του, µέσα και έξω από την υπηρεσία. Η δίωξη του πειθαρχικού αδικήµατος αποτελεί υπηρεσιακό καθήκον.
2. Πειθαρχικά παραπτώµατα είναι:
α. πράξεις µε τις οποίες εκδηλώνεται άρνηση αναγνώρισης του Συντάγµατος ή έλλειψη σεβασµού του δηµοκρατικού πολιτεύµατος και του κοινοβουλευτισµού,
β. κάθε παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος που προσδιορίζεται από τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν στον υπάλληλο οι κείµενες διατάξεις, εντολές και οδηγίες. Το υπαλληλικό καθήκον σε καµία περίπτωση δεν επιβάλλει στον υπάλληλο πράξη ή παράλειψη που να αντίκειται προς τις διατάξεις του Συντάγµατος και των νόµων,
γ. η παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ειδικούς ποινικούς νόµους,
δ. η απόκτηση οικονοµικού οφέλους ή ανταλλάγµατος προς όφελος του ιδίου του υπαλλήλου ή τρίτου προσώπου, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορµής αυτών,
ε. η αναξιοπρεπής ή ανάρµοστη ή ανάξια για υπάλληλο συµπεριφορά εντός ή εκτός υπηρεσίας,
στ. η παραβίαση της αρχής της αµεροληψίας,
ζ. η παραβίαση της αρχής της ισότητας, των ίσων ευκαιριών και της ίσης µεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέµατα εργασίας και απασχόλησης, σύµφωνα µε την κείµενη νοµοθεσία που ενσωµάτωσε την Οδηγία 2006/54/ΕΚ στην ελληνική έννοµη τάξη,
η. η παραβίαση της υποχρέωσης εχεµύθειας,
θ. η σοβαρή απείθεια,
ι. η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων,
ια. η άρνηση παροχής πληροφόρησης στους πολίτες και τις αρχές,
ιβ. η χρησιµοποίηση της ιδιότητας ή πληροφοριών που κατέχει ο υπάλληλος λόγω της υπηρεσίας ή της θέσης του, για εξυπηρέτηση ιδιωτικών συµφερόντων του ίδιου ή τρίτων προσώπων,
ιγ. η κακόβουλη άσκηση κριτικής των πράξεων της προϊσταµένης αρχής που γίνεται δηµοσίως, γραπτώς ή προφορικώς, µε σκόπιµη χρήση εν γνώσει εκδήλως ανακριβών στοιχείων ή µε χαρακτηριστικά απρεπείς εκφράσεις,
ιδ. η άρνηση ή παρέλκυση εκτέλεσης υπηρεσίας,
ιε. η φθορά λόγω ασυνήθιστης χρήσης, η εγκατάλειψη ή η παράνοµη χρήση και κατοχή πράγµατος το οποίο ανήκει στην υπηρεσία,
ιστ. η απλή απείθεια,
ιζ. η µη τήρηση του ωραρίου από τον υπάλληλο και η παράλειψη του προϊσταµένου του να ελέγχει την τήρησή του,
ιη. η αµέλεια ή ατελής εκπλήρωση του υπηρεσιακού καθήκοντος,
ιθ. η κατάθεση, η χρήση, η συµπερίληψη και η διατήρηση στον ατοµικό υπηρεσιακό φάκελο υπαλλήλου, πλαστού, νοθευµένου ή παραποιηµένου πιστοποιητικού ή τίτλου ή βεβαιώσεως.
1. Όλες οι ποινές καταχωρίζονται στο Μητρώο του εργαζοµένου.
2. Σε καµιά περίπτωση δεν συνιστά ανάρµοστη συµπεριφορά ή αναξιοπρεπή ή ανάξια για υπάλληλο διαγωγή κατά την έννοια της περίπτωσης (ε) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου η άσκηση συνδικαλιστικής, πολιτικής ή κοινωνικής δράσης.
Άρθρο 41
Εφαρµογή αρχών και κανόνων του ποινικού
δικαίου Σχέση πειθαρχικής προς ποινική δίκη
1. Αρχές και κανόνες του ποινικού δικαίου και της ποινικής δικονοµίας εφαρµόζονται αναλόγως και στο πειθαρχικό δίκαιο, εφόσον δεν αντίκεινται στις ρυθµίσεις του παρόντος και συνάδουν µε τη φύση και τον σκοπό της πειθαρχικής διαδικασίας.
2. Εφαρµόζονται ιδίως οι αρχές και οι κανόνες που αφορούν:
α. τους λόγους αποκλεισµού της υπαιτιότητας και της ικανότητας προς καταλογισµό,
β. τις ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές περιστάσεις για την επιµέτρηση της πειθαρχικής ποινής,
γ. την έµπρακτη µετάνοια,
δ. το δικαίωµα σιγής του πειθαρχικώς διωκοµένου,
ε. την πραγµατική και νοµική πλάνη,
στ. το τεκµήριο της αθωότητας του πειθαρχικώς διωκοµένου,
ζ. την προστασία των δικαιολογηµένων συµφερόντων του πειθαρχικώς διωκοµένου ή της υπηρεσίας για τη διατύπωση δυσµενών κρίσεων και εκφράσεων ή τη διενέργεια εκδηλώσεων εκ µέρους του εν λόγω υπαλλήλου εφόσον δεν στοιχειοθετείται το πειθαρχικό παράπτωµα της αναξιοπρεπούς ή ανάρµοστης ή ανάξιας για υπάλληλο συµπεριφοράς.
3. Η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ποινική ή άλλη δίκη.
4. Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία. Το πειθαρχικό όργανο όµως µπορεί µε απόφασή του, η οποία είναι ελευθέρως ανακλητή, να διατάξει την αναστολή της πειθαρχικής διαδικασίας, η οποία δεν πρέπει να υπερβαίνει το ένα (1) έτος. Αναστολή δεν επιτρέπεται σε περίπτωση κατά την οποία το πειθαρχικό παράπτωµα έχει προκαλέσει δηµόσιο σκάνδαλο ή θίγει σοβαρά το κύρος της υπηρεσίας.
5. Το πειθαρχικό όργανο δεσµεύεται από την κρίση που περιέχεται σε αµετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή σε αµετάκλητο απαλλακτικό βούλευµα, µόνο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγµατικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειµενική υπόσταση πειθαρχικού παραπτώµατος.
Άρθρο 42
Πειθαρχικές Ποινές
1. Πειθαρχικές ποινές, οι οποίες επιβάλλονται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το προσωπικό του Ιδρύµατος υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωµα, είναι οι εξής:
α. έγγραφη επίπληξη,
β. πρόστιµο έως τις αποδοχές τριών (3) µηνών,
γ. προσωρινή παύση από µία (1) ηµέρα έως τρεις (3) µήνες µε στέρηση του 65% των αποδοχών,
δ. προσωρινή παύση από τρεις (3) έως έξι (6) µήνες µε πλήρη στέρηση των αποδοχών και
ε. η οριστική παύση - απόλυση.
2. Η διάπραξη πειθαρχικού αδικήµατος επιφέρει την ανάλογη πειθαρχική ποινή στον υπαίτιο, µόνο όταν αποδειχθεί µε την πειθαρχική διαδικασία που ορίζεται στον παρόντα Οργανισµό.
3. Για την επιβολή οποιασδήποτε πειθαρχικής ποινής σε υπάλληλο συνεκτιµώνται οι ιδιαίτερες συνθήκες τέλεσης του παραπτώµατος, η εν γένει προσωπικότητα του υπαλλήλου, καθώς και η υπηρεσιακή του εικόνα όπως προκύπτει από το προσωπικό του Μητρώο και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας.
Κατά την επιβολή πειθαρχικής ποινής δέον να λαµβάνονται υπόψη ελαφρυντικές περιστάσεις, εφόσον αυτές πληρούνται. Ελαφρυντικές της ποινής περιστάσεις είναι ενδεικτικώς: α) το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το πειθαρχικό παράπτωµα έντιµη, ατοµική, οικογενειακή, επαγγελµατική και γενικά κοινωνική ζωή, β) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από µεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό τη επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή µε το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης, γ) το ότι επέδειξε ειλικρινή µετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να µειώσει τις συνέπειες της πράξης του και δ) το ότι ο υπαίτιος συµπεριφέρθηκε καλά για σχετικά µεγάλο διάστηµα µετά την πράξη του.
4. Η δίωξη και η τιµωρία πειθαρχικών παραπτωµάτων αποτελεί καθήκον των πειθαρχικών οργάνων. Δεν επιτρέπεται δεύτερη δίωξη για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωµα.
5. Η µισθολογική εξέλιξη του υπαλλήλου δεν αίρει το πειθαρχικώς κολάσιµο παραπτώµατος που διαπράχτηκε πριν από την εξέλιξη αυτή.
6. Σε περίπτωση που ο υπάλληλος διέπραξε περισσότερα πειθαρχικά παραπτώµατα επιβάλλεται, κατά συγχώνευση, µία συνολική ποινή, κατά την επιµέτρηση της οποίας λαµβάνεται υπόψη από το πειθαρχικό όργανο η βαρύτητα όλων των πειθαρχικών παραπτωµάτων.
7. Κατά την επιµέτρηση των πειθαρχικών ποινών λαµβάνονται υπόψη οι αρχές και οι κανόνες των περιπτώσεων β΄, γ΄, ε΄ και ζ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 41 του παρόντος Οργανισµoύ. Η υποτροπή αποτελεί ιδιαιτέρως επιβαρυντική περίπτωση για την επιµέτρηση της ποινής.
8. Ο χρόνος της προσωρινής παύσης δεν προσµετρείται ως χρόνος πραγµατικής προϋπηρεσίας.
9. Η ποινή της οριστικής παύσης µπορεί να επιβληθεί µόνο για τα ακόλουθα παραπτώµατα: α. πράξεις µε τις οποίες εκδηλώνεται άρνηση αναγνώρισης του Συντάγµατος ή έλλειψη σεβασµού του δηµοκρατικού πολιτεύµατος ή του κοινοβουλευτισµού, β. παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ειδικούς νόµους, γ. πράξη ή παράλειψη που γίνεται µε δόλο ή βαριά αµέλεια και µπορεί οπωσδήποτε να βλάψει ή να θέσει σε κίνδυνο το συµφέρον του Οργανισµού, δ. απόκτηση οικονοµικού οφέλους ή ανταλλάγµατος προς όφελος του ιδίου του υπαλλήλου ή τρίτου προσώπου κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορµής αυτών, ε. χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή ή ανάξια για υπάλληλο διαγωγή εντός υπηρεσίας, ζ. παράβαση της υποχρέωσης εχεµύθειας, η. αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων πάνω από είκοσι δύο (22) εργάσιµες ηµέρες συνεχώς ή πάνω από τριάντα (30) εργάσιµες ηµέρες σε διάστηµα ενός (1) έτους ή πάνω από πενήντα (50) εντός µίας τριετίας, θ. σοβαρή απείθεια, ι. για οποιοδήποτε παράπτωµα αν κατά την προηγούµενη της διάπραξής του διετία του είχαν επιβληθεί τρεις (3) τουλάχιστον πειθαρχικές ποινές ανώτερες του προστίµου αποδοχών ενός (1) µηνός ή κατά το προηγούµενο της διάπραξής του έτος είχε τιµωρηθεί για το ίδιο παράπτωµα µε ποινή ανώτερη του προστίµου αποδοχών ενός (1) µηνός.
10. Το πρόστιµο υπολογίζεται επί του βασικού µισθού του εργαζοµένου, κατά τον χρόνο της έκδοσης της πειθαρχικής απόφασης, και όταν είναι ίσο ή κατώτερο από το 1/4 των αποδοχών του, παρακρατείται εφάπαξ από τις αποδοχές του πρώτου µήνα µετά την πειθαρχική απόφαση, όταν είναι µεγαλύτερο, παρακρατείται σε µηνιαίες δόσεις που καθορίζονται µε την ίδια απόφαση και σε ποσό όχι ανώτερο από το 1/4 του βασικού µισθού του.
11. Ο τιµωρηθείς µε ποινή προσωρινής παύσης στερείται τις αντίστοιχες αποδοχές του, για το διάστηµα που διαρκεί η επιβαλλόµενη σε αυτόν ποινή, και απέχει από κάθε υπηρεσία. Ο χρόνος της ποινής προσωρινής παύσης δεν θεωρείται χρόνος υπηρεσίας.
12. Η εκ συστήµατος ή κατ’ εξακολούθηση διάπραξη πειθαρχικού αδικήµατος θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση στην επιµέτρηση της ποινής.
13. Η εκ νέου διάπραξη του ιδίου, συγγενούς ή ανάλογου ή παροµοίου αδικήµατος, που έχει ήδη τιµωρηθεί (υποτροπή) θεωρείται ως ιδιαίτερα επιβαρυντική περίπτωση για την επιµέτρηση της ποινής.
14. Κατά την κρίση κάποιου αδικήµατος, εφόσον συντρέχουν ελαφρυντικά στοιχεία, τα οποία πρέπει να µνηµονεύονται στην απόφαση, µπορεί να επιβληθεί ποινή ελαφρότερη απ’ αυτήν που κανονικά θα επιβαλλόταν.
15. Για την ίδια πράξη επιβάλλεται µία ποινή, ανεξάρτητα εάν περιέχει τα στοιχεία περισσότερων πειθαρχικών παραπτωµάτων.
Άρθρο 43
Παραγραφή πειθαρχικών παραπτωµάτων
1. Τα πειθαρχικά παραπτώµατα παραγράφονται µετά πάροδο πέντε (5) ετών από την ηµέρα τέλεσής τους. Τα πειθαρχικά παραπτώµατα των περιπτώσεων α΄, γ΄, δ΄, θ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 40 του παρόντος παραγράφονται µετά πάροδο επτά (7) ετών από την ηµέρα τέλεσής τους. Κατ’ εξαίρεση, για το πειθαρχικό παράπτωµα της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 40 του παρόντος, η παραγραφή αρχίζει από την ηµεροµηνία που ο αρµόδιος πειθαρχικώς προϊστάµενος έλαβε γνώση της τέλεσης της πράξης.
2. Πειθαρχικό παράπτωµα το οποίο αποτελεί και ποινικό αδίκηµα δεν παραγράφεται πριν από την παρέλευση του χρόνου παραγραφής του ποινικού αδικήµατος. Για τα παραπτώµατα αυτά οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας διακόπτουν την παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώµατος.
3. Η κλήση σε απολογία ή η παραποµπή στο πειθαρχικό συµβούλιο διακόπτουν την παραγραφή. Στις περιπτώσεις αυτές ο συνολικός χρόνος παραγραφής ως την έκδοση της πρωτοβάθµιας πειθαρχικής απόφασης δεν µπορεί να υπερβεί τα επτά (7) έτη και προκειµένου περί των παραπτωµάτων των περιπτώσεων α΄, γ΄, δ΄, θ΄ και ι΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 40 του παρόντος, τα δέκα (10) έτη.
4. Η παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώµατος διακόπτεται επίσης από την τέλεση νέου πειθαρχικού παραπτώµατος το οποίο αποσκοπεί στην απόκρυψη ή την παρεµπόδιση της πειθαρχικής δίωξης του πρώτου. Στην περίπτωση αυτή, το πρώτο παράπτωµα παραγράφεται όταν παραγραφεί το δεύτερο, εφόσον η παραγραφή του δεύτερου συντελείται σε χρόνο µεταγενέστερο της παραγραφής του πρώτου.
5. Ο υπάλληλος ο οποίος απώλεσε την υπαλληλική ιδιότητα µε οποιονδήποτε τρόπο, δεν διώκεται πειθαρχικώς, η πειθαρχική, όµως, διαδικασία η οποία τυχόν έχει αρχίσει, συνεχίζεται και µετά τη λύση της υπαλληλικής σχέσης, µε εξαίρεση την περίπτωση του θανάτου.
6. Όταν συντρέχει η περίπτωση της προηγούµενης παραγράφου, το πειθαρχικό συµβούλιο µπορεί να επιβάλει οποιαδήποτε από τις προβλεπόµενες πειθαρχικές ποινές. Σε περίπτωση που η επιβλητέα πειθαρχική ποινή είναι ανώτερη του προστίµου, το πειθαρχικό συµβούλιο την µετατρέπει, ανάλογα µε τη βαρύτητα του παραπτώµατος, σε ποινή προστίµου αντιστοιχούντος σε αποδοχές έως δώδεκα (12) µηνών.
Άρθρο 44
Πειθαρχικά Όργανα
1. Πειθαρχικά Όργανα είναι ο Γενικός Γραµµατέας του Ιδρύµατος και το Πειθαρχικό Συµβούλιο. Το Πειθαρχικό Συµβούλιο αποτελείται από τρία (3) µέλη, ήτοι α) από τον Νοµικό Σύµβουλο του Κράτους στη Βουλή των Ελλήνων, και σε περίπτωση ελλείψεως, απουσίας ή κωλύµατος, αυτός αναπληρώνεται από τον Νοµικό Σύµβουλο του Κράτους, που υποδεικνύεται από τον Πρόεδρο του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους, και ο οποίος ενεργεί ως Πρόεδρός του, β) τον εκάστοτε Γενικό Γραµµατέα της Βουλής µε αναπληρωτή του τον εκάστοτε Προϊστάµενο της Διεύθυνσης Υπηρεσιών του Ιδρύµατος και γ) τον εκάστοτε Προϊστάµενο της Γενικής Διεύθυνσης Οικονοµικών και Διοικητικής Υποστήριξης της Βουλής των Ελλήνων µε αναπληρωτή του τον εκάστοτε Προϊστάµενο της Γενικής Διεύθυνσης Ηλεκτρονικής Διοίκησης, Βιβλιοθήκης και Εκδόσεων της Βουλής των Ελλήνων.
Γραµµατέας του Πειθαρχικού Συµβουλίου ορίζεται υ πάλληλος που υπηρετεί στο Ίδρυµα µαζί µε τον αναπληρωτή του, χωρίς δικαίωµα ψήφου, στην αρχή κάθε έτους από την Εκτελεστική Επιτροπή του Ιδρύµατος.
2. Το Πειθαρχικό Συµβούλιο συγκαλείται από τον Πρόεδρό του. Το Πειθαρχικό Συµβούλιο συγκαλείται κατά τα ανωτέρω, ύστερα από την διαβίβαση του σχετικού φακέλου που εµπεριέχει κάθε στοιχείο που αφορά το υπό κρίση πειθαρχικό παράπτωµα του εγκαλουµένου υπαλλήλου κατά τα οριζόµενα στο άρθρο 45 διά του Τµήµατος Διοικητικής Υποστήριξης στον Πρόεδρό του. Στον φάκελο, ο οποίος θα διαβιβασθεί στον Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συµβουλίου, µε σκοπό να αποφασίσει για την σύγκληση ή όχι του Πειθαρχικού Συµβουλίου, πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς ο τόπος και χρόνος των πραγµατικών περιστατικών που συνιστούν το πειθαρχικό παράπτωµα και ο διωκόµενος υπάλληλος. Η απόφαση του Προέδρου για την σύγκληση του Πειθαρχικού Συµβουλίου κοινοποιείται στον υπάλληλο που τον αφορά. Το Τµήµα Διοικητικής Υποστήριξης συντρέχει όποτε του ζητηθεί στη λειτουργία του Πειθαρχικού Συµβουλίου.
3. Ο Γενικός Γραµµατέας του Ιδρύµατος δύναται να επιβάλλει µονοµερώς ενεργώντας ως µονοµελές πειθαρχικό όργανο και µε αιτιολογηµένη απόφασή του τις ποινές της παραγράφου 1 περιπτώσεις α΄ και β΄ του άρθρου 42 του παρόντος, ήτοι της έγγραφης επίπληξης και του προστίµου, αφού προηγουµένως καλέσει τον υπάλληλο σε απολογία. Το Πειθαρχικό Συµβούλιο µπορεί να επιβάλλει οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή από τις προβλεπόµενες στο άρθρο 42 του παρόντος.
4. Αν το Πειθαρχικό Συµβούλιο αποφασίσει να µην ασκήσει δίωξη, υποχρεούται να ενηµερώσει, µε αιτιολογηµένη έκθεσή του, την Εκτελεστική Επιτροπή. Αντίγραφο της έκθεσης χορηγείται στον υπάλληλο και τίθεται στο προσωπικό του Μητρώο. Το αντίγραφο αυτό δεν µπορεί να χρησιµοποιηθεί για δυσµενή κρίση του υπαλλήλου.
Άρθρο 45
Πειθαρχική Διαδικασία
1. Η πειθαρχική δίωξη αρχίζει µε την κλήση του υπαλλήλου σε απολογία από τον Γενικό Γραµµατέα του Ιδρύµατος ή από την παραποµπή του υπαλλήλου από την Εκτελεστική Επιτροπή στο Πειθαρχικό Συµβούλιο.
2. Στο έγγραφο, µε το οποίο η υπόθεση παραπέµπεται στο πειθαρχικό συµβούλιο πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς κατά τόπο και χρόνο τα πραγµατικά περιστατικά που συνιστούν το πειθαρχικό παράπτωµα και ο διωκόµενος υπάλληλος.
3. Την πειθαρχική δίωξη την ασκεί κατά τα ανωτέρω η Εκτελεστική Επιτροπή του Ιδρύµατος, µετά από αιτιολογηµένη εισήγηση του αρµόδιου Προϊσταµένου Τµήµατος όπου υπηρετεί ο εγκαλούµενος προς αυτή. Ο Γενικός Γραµµατέας του Ιδρύµατος υπό την ιδιότητά του ως Πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής ζητά αµελλητί απότο Τµήµα Διοικητικής Υποστήριξης να µεριµνήσει για τη δηµιουργία φακέλου µε όλα τα στοιχεία που αφορούν την υπόθεση, και εντός διαστήµατος δεκαπέντε (15) ηµερών αφότου έλαβε τη σχετική εντολή, να παραδώσει επί αποδείξει το σχετικό φάκελο στο Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συµβουλίου. Ο Γενικός Γραµµατέας του Ιδρύµατος δύναται, πριν ασκηθεί πειθαρχική δίωξη, να διατάξει Προκαταρτική Διοικητική Εξέταση (Π.Δ.Ε.), για τη διερεύνηση και την εξακρίβωση των τυχόν πειθαρχικών ευθυνών του εγκαλούµενου υπαλλήλου ορίζοντας έναν Προϊστάµενο Τµήµατος, ο οποίος διενεργεί το έργο του εντός τριάντα (30) εργάσιµων ηµερών από την ανάληψη αυτού, παραδίδει δε το έγγραφο πόρισµά του στον Γενικό Γραµµατέα του Ιδρύµατος εντός του ως άνω χρονικού διαστήµατος.
4. Παραποµπή που έγινε, δεν ανακαλείται.
5. Η πειθαρχική διαδικασία ολοκληρώνεται το αργότερο εντός δύο (2) µηνών από την κλήση σε απολογία είτε µε την έκδοση πειθαρχικής απόφασης του Γενικού Γραµµατέα του Ιδρύµατος είτε µε παραποµπή ενώπιον του Πειθαρχικού Συµβουλίου εντός δύο (2) µηνών από την παραποµπή.
6. Η κλήση σε απολογία επιδίδεται από το Ίδρυµα στα χέρια του υπαλλήλου µε σχετικό αποδεικτικό.
7. Η απολογία του εργαζόµενου είναι έγγραφη και υποβάλλεται εντός δέκα (10) ηµερολογιακών ηµερών από την επίδοση σ’ αυτόν της κλήσεως και εφόσον έχει λάβει γνώση των αναγκαίων στοιχείων του φακέλου. Η προθεσµία αυτή µπορεί να παραταθεί άπαξ και για ίσο χρόνο, ύστερα από αίτηµα του απολογούµενου.
8. Η µη εµπρόθεσµη υποβολή της απολογίας, όταν αποδεικνύεται ότι η κλήση σε απολογία επιδόθηκε νοµίµως, δεν εµποδίζει την έκδοση της απόφασης.
9. Μετά την παρέλευση της προθεσµίας υποβολής της απολογίας, ο Πρόεδρος του Πειθαρχικού Συµβουλίου προσδιορίζει µε απόφασή του την ηµεροµηνία έναρξης της διαδικασίας, η οποία ανακοινώνεται εγγράφως στον διωκόµενο τουλάχιστον πριν από σαράνα οκτώ (48) ώρες.
10. Η εξέταση του διωκόµενου κατά το στάδιο της πειθαρχικής διαδικασίας δεν αναπληρώνει την κλήση σε απολογία.
11. Αν κατά τη διαδικασία ανακύψουν ευθύνες και για άλλους υπαλλήλους που δεν περιλαµβάνονται στο παραπεµπτήριο έγγραφο, το συµβούλιο τους καλεί σε απολογία και συνεχίζει την περαιτέρω διαδικασία. Στην περίπτωση αυτή µπορεί να αποφασίζει τη συνεκδίκαση των παραπτωµάτων αυτών µε τα παραπτώµατα των περιλαµβανοµένων στο παραπεµπτήριο έγγραφο.
12. Οι αποφάσεις του Πειθαρχικού Συµβουλίου λαµβάνονται µε απόλυτη πλειοψηφία.
13. Η πειθαρχική απόφαση διατυπώνεται εγγράφως και αιτιολογηµένα και σε αυτή µνηµονεύονται: ο τόπος και ο χρόνος έκδοσής της, τα µέλη του Πειθαρχικού Συµβουλίου, τα στοιχεία του κρινοµένου, τα περιστατικά που συνιστούν το πειθαρχικό παράπτωµα προσδιορισµένα κατά τόπο και χρόνο, η υποβολή ή όχι απολογίας από τον κρινόµενο, η απαλλαγή του κρινόµενου ή η ποινή που του επιβάλλεται.
14. Η πειθαρχική απόφαση υπογράφεται από τον Πρόεδρο και από τον Γραµµατέα του Πειθαρχικού Συµβουλίου και µε µέριµνατου Τµήµατος Διοικητικής Υποστήριξης κοινοποιείται στην Εκτελεστική Επιτροπή, όπως και στον υπάλληλο που κρίθηκε από το Πειθαρχικό Συµβούλιο.
15. Η πειθαρχική απόφαση εκτελείται υποχρεωτικά και καταχωρίζεται στον ατοµικό φάκελο του υπαλλήλου.
16. Δεν επιτρέπεται η αποχή των µελών του Πειθαρχικού Συµβουλίου από τη ψηφοφορία ή η λευκή ψήφος.
17. Για τυχόν σχετικά µε τη λειτουργία των Πειθαρχικών Συµβουλίων θέµατα που δεν ρυθµίζονται από τον παρόντα Οργανισµό, ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις περί συλλογικών οργάνων του ν. 2690/1999 (ΦΕΚ 45 Α΄/9.3.1999) «Κύρωση του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις», όπως κάθε φορά ισχύει.
Άρθρο 46
Περιπτώσεις Καταγγελίας και Λύσης της σύµβασης εργασίας
1. Η υπαλληλική σχέση του προσωπικού του Ιδρύµατος λύεται µε: το θάνατο, την παραίτηση, την καταγγελία σύµβασης εξηρτηµένης εργασίας αορίστου ή ορισµένου χρόνου (απόλυση) για σπουδαίο λόγο, τη λήξη του χρόνου της διάρκειάς της, προκειµένου περί συµβάσεων εξαρτηµένης εργασίας ορισµένου χρόνου, καθώς και τη συµπλήρωση των προϋποθέσεων πλήρους σύνταξης γήρατος του εργαζοµένου.
2. Η καταγγελία της σύµβασης εργασίας ενεργείται µε απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής, που κοινοποιείται στον εργαζόµενο, και αφορά ιδίως τους εξής λόγους: α) επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης, β) σωµατική ή πνευµατική ανικανότητα (η σωµατική ή πνευµατική ανικανότητα), που αποκλείει την άσκηση των καθηκόντων του εργαζοµένου, διαπιστώνεται από δηµόσιο νοσηλευτικό ίδρυµα ή την αρµόδια υγειονοµική υπηρεσία, γ) καταγγελία της σύµβασης για την περίπτωση της απαγγελίας εις βάρος του εργαζοµένου κατηγορίας για ποινικό αδίκηµα που φέρει χαρακτήρα κακουργήµατος, δ) καταγγελία της σύµβασης για την περίπτωση άσκησης δίωξης εις βάρος του εργαζόµενου για ποινικό αδίκηµα που φέρει χαρακτήρα ατιµωτικού πληµµελήµατος [κλοπή, υπεξαίρεση (κοινή και στην υπηρεσία), απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, απιστία, δωροδοκία, καταπίεση, απιστία περί την υπηρεσία, καθ’ υποτροπή συκοφαντική δυσφήµηση], κατόπιν υποβολής εναντίον του εργαζοµένου µήνυσης - έγκλησης από το Ίδρυµα για αδίκηµα που τελέσθηκε σε βάρος του Ιδρύµατος κατ’ ενάσκηση ή επ’ αφορµή άσκησης των υπαλληλικών καθηκόντων του, ε) καταγγελία της σύµβασης για την περίπτωση καταδίκης του υπαλλήλου για κλοπή, υπεξαίρεση (κοινή και στην υπηρεσία), απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, απιστία, δωροδοκία, καταπίεση, απιστία περί την υπηρεσία, καθ’ υποτροπή συκοφαντική δυσφήµηση, καθώς και για οποιοδήποτε έγκληµα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή έγκληµα οικονοµικής εκµετάλλευσης της γενετήσιας ζωής. Στις περιπτώσεις γ΄, δ΄ και ε΄ ο εργαζόµενος επιστρέφει στην εργασία του, σε περίπτωση αµετάκλητης αθώωσης ή απαλλαγής του για ουσιαστικούς λόγους.
3. Αν ο λόγος που δικαιολογεί την καταγγελία από την Εκτελεστική Επιτροπή συνιστά συγχρόνως και πειθαρχικό παράπτωµα για το οποίο προβλέπεται η επιβολή της ποινής της οριστικής παύσης, το κύρος της καταγγελίας δεν εξαρτάται από την κίνηση ή µη της πειθαρχικής διαδικασίας ή την επιβολή της πειθαρχικής αυτής ποινής.
4. Στους απολυόµενους εργαζοµένους καταβάλλεται αποζηµίωση, εφόσον προβλέπεται καταβολή της από διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας και σύµφωνα µε τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι διατάξεις αυτές.
5. Η λύση της εργασιακής σχέσης του προσωπικού που συνδέεται µε το Ίδρυµα µε συµβάσεις εργασίας ορισµένου χρόνου, γίνεται αυτοδίκαια, µόλις λήξει ο χρόνος που προβλέπεται στη σύµβαση, χωρίς την καταβολή οποιασδήποτε αποζηµίωσης.
6. Η καταγγελία της σύµβασης εργασίας είτε εκ µέρους της Εκτελεστικής Επιτροπής είτε εκ µέρους του εργαζοµένου γίνεται σύµφωνα µε τις διατάξεις της ισχύουσας εργατικής νοµοθεσίας και σύµφωνα µε τους όρους που προβλέπονται στην ατοµική σύµβαση εργασίας.
7. Η παραίτηση από το Ίδρυµα αποτελεί δικαίωµα που ασκείται σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. Η δήλωση της παραίτησης υποβάλλεται εγγράφως. Αίρεση, όρος ή προθεσµία, που τυχόν περιέχονται στη δήλωση παραίτησης θεωρούνται ως µη τεθέντες και δεν λαµβάνονται υπόψη. Αρµόδιο όργανο για την αποδοχή της παραίτησης είναι η Εκτελεστική Επιτροπή του Ιδρύµατος.
8. Η εργασιακή σχέση λύεται µόνον µετά την έγγραφη κοινοποίηση της αποδοχής της παραίτησης από την Εκτελεστική Επιτροπή, η οποία πρέπει να γίνει υποχρεωτικά µέσα σε έναν (1) µήνα από την υποβολή της παραίτησης. Η παραίτηση θεωρείται ότι έγινε αυτοδίκαια δεκτή µετά την πάροδο µηνός από την υποβολή της. Ο εργαζόµενος µπορεί να ανακαλέσει την παραίτησή του κατά το χρονικό διάστηµα µέχρι την αποδοχή της.
9. Η παραίτηση θεωρείται ότι δεν υποβλήθηκε, εάν κατά την υποβολή της εκκρεµούσε ποινική δίκη σε βαθµό κακουργήµατος ή πληµµελήµατος, πειθαρχική δίωξη ή ποινική δίκη ή η πειθαρχική δίωξη άρχισε πριν από την αποδοχή της.
Άρθρο 47
Ηθικές αµοιβές
Η Εκτελεστική Επιτροπή του Ιδρύµατος, µετά από εισήγηση του Γενικού Γραµµατέα ή µε πρόταση των Προϊστάµενων Τµηµάτων, µπορεί να απονέµει σε υπαλλήλους του Ιδρύµατος, µε απόφασή της, η οποία κοινοποιείται σε όλο το προσωπικό του Ιδρύµατος, ηθικές αµοιβές για εξαιρετικές πράξεις ή για εξαίρετη επίδοση στην εκτέλεση της υπηρεσίας τους, για επωφελή συµβολή στο έργο του Ιδρύµατος, όπως είναι: α) εύφηµος µνεία β) η ευαρέσκεια, γ) ο έπαινος, δ) άλλες παροχές, εξαιρουµένων των χρηµατικών. Ως τιµητική διάκριση µπορεί να απονέµεται σε υπάλληλο έγγραφη ευαρέσκεια για εξαιρετικές πράξεις προσφοράς υπέρ του κοινωνικού συνόλου, καθώς και σε υπάλληλο που αποχωρεί από την υπηρεσία του µετά από ευδόκιµη άσκηση των καθηκόντων του.
Άρθρο 48
Άσκηση ιδιωτικού έργου µεαµοιβή
1. Μετά από άδεια ο υπάλληλος µπορεί να ασκεί ιδιωτικό έργο ή εργασία µεαµοιβή, εφόσον συµβιβάζεται µε τα καθήκοντα της θέσης του, δεν παρέχεται σε φορείς που έχουν οποιαδήποτε σχέση µε το Ίδρυµα και δεν παρεµποδίζει την οµαλή εκτέλεση της υπηρεσίας του.
2. Η άδεια χορηγείται για συγκεκριµένο έργο ή εργασία µε αιτιολογηµένη απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής όπου πρέπει να αναφέρονται η διάρκεια και οι λοιποί όροι χορήγησής της, και µπορεί να ανακαλείται µε τον ίδιο τρόπο.
3. Δεν επιτρέπεται στον υπάλληλο η κατ’ επάγγελµα άσκηση εµπορίας.
Άρθρο 49
Εγκριτικά όρια / Δικαίωµα υπογραφής
1. Η χορήγηση εγκριτικού ορίου / δικαιώµατος υπογραφής στον εργαζόµενο από την Εκτελεστική Επιτροπή γίνεται πάντοτε για την εξυπηρέτηση των αναγκών του Ιδρύµατος, αφορά αποκλειστικά και µόνο το πρόσωπο στο οποίο χορηγείται, δεν εκχωρείται σε άλλους και δεν συνδέεται σε καµία περίπτωση µε τη θέση που κατέχει στην ιεραρχία ο συγκεκριµένος εργαζόµενος. Το ανωτέρω δικαίωµα είναι ελεύθερα ανακλητό οποτεδήποτε κατά την διακριτική ευχέρεια της Εκτελεστικής Επιτροπής, η δε ανάκλησή του δε σηµαίνει σε καµία περίπτωση και ούτε µπορεί να ερµηνευθεί ως µονοµερής βλαπτική µεταβολή της υπηρεσιακής θέσης του εργαζόµενου.
2. Τα ανωτέρω ισχύουν σε όλες τις περιπτώσεις χωρίς ανάγκη ρητής επανάληψης της άνω επιφύλαξης σε κάθε ιδιαίτερη περίπτωση χορήγησης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄
ΠΕΡΙ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΜΗΘΕΙΩΝ
Άρθρο 50
Προϋποθέσεις σύναψης συµβάσεων
1. Συµβάσεις, από τις οποίες δηµιουργούνται υποχρεώσεις σε βάρος του Ιδρύµατος, δεν µπορεί να συνοµολογηθούν εάν δεν προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος, από γενικές ή ειδικές διατάξεις και δεν συντελούν στην εκπλήρωση των σκοπών του Ιδρύµατος.
2. Κάθε σύµβαση για λογαριασµό του Ιδρύµατος της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισµό και τη Δηµοκρατία που έχει αντικείµενο αξίας µεγαλύτερης των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ ή που δηµιουργεί διαρκείς υποχρεώσεις αυτού, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού τουλάχιστον εγγράφου. Το ανωτέρω ποσό µπορεί να τροποποιείται µε απόφαση του Προέδρου της Βουλής.
Άρθρο 51
Εκπροσώπηση
Νόµιµος εκπρόσωπος για τη συνοµολόγηση δηµοσίων συµβάσεων του Ιδρύµατος είναι ο Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου του Δ.Σ. του Ιδρύµατος ή ο Πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής του Ιδρύµατος, που τον εξουσιοδοτεί αυτός γενικά ή ειδικά, µε απόφασή του που δηµοσιεύεται στην ενότητα «Κοινοβουλευτική Διαφάνεια » της διαδικτυακής πύλης της Βουλής των Ελλήνων, σύµφωνα µε τις ρυθµίσεις της παρ. 4 του άρθρου 164ΣΤ του Κανονισµού της Βουλής (Β΄ Μέρος, ΦΕΚ 51/Α/1997), όπως ισχύει, και στον διαδικτυακό τόπο που διατηρεί το Ίδρυµα, αντιστοίχως.
Άρθρο 52
Αρχές
Το Ίδρυµα στο πλαίσιο των διαδικασιών σύναψης δηµοσίων συµβάσεων, το Ίδρυµα αντιµετωπίζει τους οικονοµικούς φορείς ισότιµα και χωρίς διακρίσεις, και ενεργεί µε διαφάνεια, τηρώντας τις αρχές της αναλογικότητας, της αµοιβαίας αναγνώρισης, της προστασίας του δηµοσίου συµφέροντος, της χρηστής δηµοσιονοµικής διαχείρισης, της υπευθυνότητας και λογοδοσίας, της προστασίας των δικαιωµάτων των ιδιωτών, της ελευθερίας του ανταγωνισµού, της προστασίας του περιβάλλοντος και της βιώσιµης και αειφόρου ανάπτυξης.
Άρθρο 53
Νοµικό καθεστώς
Το Ίδρυµα αποτελεί οργανισµό δηµοσίου δικαίου κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 περίπτωση 4 του ν. 4412/2016 «Δηµόσιες Συµβάσεις Έργων, Προµηθειών και Υπηρεσιών».
Άρθρο 54
Διαδικασία Σύναψης συµβάσεων
1. Για τη σύναψη σύµβασης έργων, προµηθειών, και παροχής υπηρεσιών που συνάπτει το Ίδρυµα εφαρµόζονται, κατ’ αναλογίαν, οι σχετικές διατάξεις του Κανονισµού της Βουλής - Μέρος Β΄ (άρθρα 149 έως 152), οι διατάξεις του ν. 4412/2016, όπως ισχύουν, και άλλες συναφείς διατάξεις. Με απόφαση του Προέδρου της Βουλής μπορεί να ρυθμίζεται κάθε ειδικό ζήτημα, κατά παρέκκλιση από τις ως άνω διατάξεις.
Όπου στη νοµοθεσία για τις δηµόσιες συµβάσεις προβλέπεται χρήση ή ανάρτηση στο «Εθνικό Σύστηµα Ηλεκτρονικών Δηµοσίων Συµβάσεων (Ε.Σ.Η.ΔΗ.Σ.)» ή στο «Κεντρικό Ηλεκτρονικό Μητρώο Δηµοσίων Συµβάσεων (Κ.Η.Μ.ΔΗ.Σ.)», νοείται χρήση ή ανάρτηση στο Σύστηµα Ηλεκτρονικών Συµβάσεων της Βουλής.
Όπου στην ως άνω νοµοθεσία προβλέπεται ενέργεια ή πράξη Υπουργού, νοείται ενέργεια ή πράξη του Προέδρου της Βουλής των Ελλήνων ή του εξουσιοδοτηµένου από αυτόν οργάνου του Ιδρύµατος ή της Βουλής.
2. Η Εκτελεστική Επιτροπή του Ιδρύµατος αποφασίζει για την αναγκαιότητα και τη σκοπιµότητα σύναψης των δηµοσίων συµβάσεων του Ιδρύµατος, για την εκκίνηση, διεξαγωγή και περάτωση των σχετικών διαδικασιών και ορίζει ή συγκροτεί, κατά περίπτωση, τα όργανα που µετέχουν στις διαδικασίες αυτές.
3. Σε συµβάσεις ιδιαίτερης σηµασίας, ιδίως από την άποψη του φυσικού αντικειµένου τους ή της αξίας τους ή της δυσχέρειας ως προς την κατάρτιση ή και την εκτέλεσή τους, µε απόφαση του Προέδρου της Βουλής, τις υπηρεσίες του Ιδρύµατος δύνανται να συνδράµουν η Διεύθυνση Προµηθειών και Διαχείρισης Υλικού και η Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Βουλής.
4. Η Επιτροπή του άρθρου 149 παρ. 3 του Κανονισµού της Βουλής των Ελλήνων είναι αρµόδια για την επίλυση, µετά από άσκηση προδικαστικής προσφυγής, των διαφορών που αφορούν το στάδιο το οποίο προηγείται της σύναψης δηµοσίων συµβάσεων του Ιδρύµατος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 55
Νοµική εκπροσώπηση και υποστήριξη
1. Η νοµική εκπροσώπηση του Ιδρύµατος στις κάθε είδους δικαστικές και εξώδικες υποθέσεις του, περιλαµβανοµένου και του γνωµοδοτικού έργου επί νοµικών ζητηµάτων, ανήκει στο Γραφείο Νοµικού Συµβούλου του Κράτους στη Βουλή, που προβλέπεται στα άρθρα 3 παρ. 2 περίπτωση α΄ και 5 του Κανονισµού της (Μέρος Β΄, ΦΕΚ 51/Α/1997).
2. Το Τµήµα Νοµικής Υποστήριξης της Βουλής του άρθρου 3 της περίπτωσης III του Ειδικού Κανονισµού της Επιστηµονικής Υπηρεσίας της Βουλής (ΦΕΚ 1745/Β/2009, όπως ισχύει) συνεργάζεται µε τις Υπηρεσίες του Ιδρύµατος επί νοµικών ζητηµάτων.
Άρθρο 56
Ειδικές διατάξεις
1. Με αποφάσεις της Εκτελεστικής Επιτροπής δύναται να συµπληρώνεται ο παρών Οργανισµός, ως προς ειδικότερα θέµαταή θέµατα µε τεχνικό ή λεπτοµερειακό χαρακτήρα, καθώς και να καθορίζονται λεπτοµερέστερα τα στον παρόντα Οργανισµό αντικείµενα των διαφόρων υπηρεσιών του Ιδρύµατος και η κατανοµή του αντίστοιχου για κάθε αντικείµενο έργου µεταξύ του προσωπικού των Οργανωτικών Μονάδων του Ιδρύµατος.
2. Οι υπάλληλοι του Ιδρύµατος, κατά την πρόσληψή τους, δηλώνουν ότι έχουν πλήρη και σαφή γνώση των διατάξεων αυτού του Οργανισµού και τον αποδέχονται ανεπιφύλακτα.
Άρθρο 57
Μεταβατικές και καταργούµενες διατάξεις
1. Το προσωπικό που υπηρετεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος στο Ίδρυµα, καταλαµβάνει αυτοδικαίως θέσεις του άρθρου 22 του παρόντος Οργανισµού, µε διαπιστωτικές πράξεις του Γενικού Γραµµατέα του Ιδρύµατος µε την ίδια σχέση εργασίας.
2. Ως προς τη διασφάλιση αποδοχών του άρθρου 27 του ν. 4354/2015, όπως εκάστοτε ισχύει, υπολογίζεται προσωπική διαφορά βάσει του συνόλου των πάσης φύσεως αποδοχών και επιδοµάτων που ελάµβανε το προσωπικό του Ιδρύµατος την 31.1.2019.
Το προσωπικό του Ιδρύµατος κατατάσσεται στα µισθολογικά κλιµάκια του ν. 4354/2015, όπως εκάστοτε ισχύει, στην κατηγορία στην οποία ανήκει, την 31.1.2019, µε διαπιστωτικές πράξεις που εκδίδονται από τον Γενικό Γραµµατέα του Ιδρύµατος. Τυχόν, µεταγενέστερη της έναρξης ισχύος της παρούσας τροποποίησης, αναγνώριση πραγµατικής δηµόσιας υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας µε σχέση εργασίας δηµοσίου ή ιδιωτικού δικαίου σε υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε δηµόσιες υπηρεσίες των κρατών-µελών της, από την Εκτελεστική Επιτροπή, συνεπάγεται την εκ νέου κατάταξη του υπαλλήλου. Στην περίπτωση αυτή, εκδίδεται νέα διαπιστωτική πράξη από τον Γενικό Γραµµατέα, κατά τα ανωτέρω οριζόµενα. Η κατάταξη σε ανώτερο µισθολογικό κλιµάκιο και η συνακόλουθη µισθολογική µεταβολή -αύξηση του βασικού µισθού, συνεπάγεται, εφεξής, αντίστοιχη µείωση του ποσού της προσωπικής διαφοράς.
3. Τα υφιστάµενα µέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής παραµένουν µέχρι να συµπληρώσουν τη θητεία τους.
4. Τα υφιστάµενα µέλη της Επιστηµονικής Επιτροπής παραµένουν µέχρι τον ορισµό νέων µελών µε απόφαση του Προέδρου της Βουλής κατά τα οριζόµενα στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 8 του παρόντος.
5. Υφιστάµενες αποσπάσεις προσωπικού της Βουλής στο Ίδρυµα λήγουν αυτοδικαίως µε την έναρξη ισχύος του παρόντος. Αποσπάσεις προσωπικού της Βουλής, ενεργούνται εφεξής κατά τα οριζόµενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 23 του παρόντος και τα οριζόµενα στον Κανονισµό της Βουλής (Μέρος Β΄), όπως ισχύει.
6. Τοποθετήσεις ή αποφάσεις που προβλέπουν ανάληψη καθηκόντων σε θέσεις αυξηµένης ευθύνης σε Τοµείς ήΤµήµατα ή σε Υπηρεσίες του Ιδρύµατος εν γένει, λήγουν αυτοδικαίως µε την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η Εκτελεστική Επιτροπή εντός µηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος υποχρεούται να προχωρήσει στην έκδοση σχετικής πρόσκλησης για την επιλογή προϊσταµένων της Διεύθυνσης και των Τµηµάτων του Ιδρύµατος, κατά τα οριζόµενα στο άρθρο 21 του παρόντος.
7. Το προσωπικό που υπηρετεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος στο Ίδρυµα τοποθετείται µε απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής, που εκδίδεται εντός µηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος, στα Τµήµατα και τις Υπηρεσίες του Ιδρύµατος του άρθρου 19 του παρόντος, λαµβανοµένων υπόψη της κατηγορίας εκπαίδευσής του, των εκπαιδευτικών του προσόντων, της προϋπηρεσίας του και όποιων άλλων συναφών, παρεµφερών ή άλλων καθηκόντων έχουν ανατεθεί σε αυτό από την Εκτελεστική Επιτροπή ή τον Γενικό Γραµµατέα του Ιδρύµατος, και ιδίως, των αναγκών κάθε Τµήµατος του Ιδρύµατος.
Υπεύθυνοι ή Προϊστάµενοι, διά της πρόσληψής τους, Τοµέων ή Υπηρεσιών του Ιδρύµατος, καταλαµβάνουν εφεξής, οµοίως, αυτοδικαίως θέσεις προσωπικού του άρθρου 22 του παρόντος Οργανισµού, µε διαπιστωτικές πράξεις του Γενικού Γραµµατέα του Ιδρύµατος µε την ίδια σχέση εργασίας.
8. Κατά την πρώτη εφαρµογή του παρόντος, ο προϋπολογισµός για το τρέχον έτος 2019 θα πρέπει να εγκριθεί από το Διοικητικό Συµβούλιο εντός δέκα (10) ηµερών από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Οι νέες οικονοµικές διαδικασίες εκκινούν µετά την έγκριση του Προϋπολογισµού του Ιδρύµατος. Δαπάνες του Ιδρύµατος, οι οποίες πραγµατοποιήθηκαν παρά την απουσία έγκρισης του προϋπολογισµού, δεν πάσχουν ακυρότητας εξ αυτού του λόγου.
9. Η απόφαση καθιέρωσης υπερωριακής εργασίας, κατά τα οριζόµενα στην περίπτωση Α΄ του άρθρου 20 του ν. 4354/2015, όπως εκάστοτε ισχύει, που εκδίδεται από την Εκτελεστική Επιτροπή του Ιδρύµατος εντός δύο (2) µηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος για το έτος 2019, ισχύει αναδροµικά από 1.1.2019.
10. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Οργανισµού, καταργείται κάθε προηγούµενος Οργανισµός του Ιδρύµατος. Αποφάσεις του Διοικητικού Συµβουλίου ή της Εκτελεστικής Επιτροπής αντίθετες στις διατάξεις του παρόντος καταργούνται από την έναρξη ισχύος του.
Άρθρο 58
Ισχύς
Ο παρών Οργανισµός, µετά την ψήφισή του από τη Βουλή των Ελλήνων, αποτελεί παράρτηµα του Κανονισµού της Βουλής (Μέρος Α΄ Κοινοβουλευτικό), ισχύει από τη δηµοσίευσή του στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν άλλως ορίζεται στις ειδικότερες διατάξεις του παρόντος, και δύναται να τροποποιηθεί µε απόφαση της Επιτροπής Κανονισµού της Βουλής, που λαµβάνεται µε πλειοψηφία των 3/5 των παρόντων µελών της.
Ο Οργανισµός αναρτάται στην ιστοσελίδα του Ιδρύµατος».
Αθήνα, 25 Φεβρουαρίου 2019
Κατεβάσετε το αρχείο με το πρωτότυπο κείμενο, όπως είναι δημοσιευμένο στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ.) του Εθνικού Τυπογραφείου.
Απόφαση Ολομέλειας της Βουλής Αριθμ. Πρωτ. 3327 Διεκπ. 1776/2019 - ΦΕΚ 31/Α/26-2-2019
Περί δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αποφάσεως της Ολομέλειας της Βουλής «Οργανισμός του Ιδρύματος της Βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία».
