x

Σύνδεση

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε

Νόμος 5282/2026 - ΦΕΚ 30/Α/27-2-2026

Σύσταση και λειτουργία Ενιαίου Ψηφιακού Μητρώου παρακολούθησης υποθέσεων διαφθοράς, παρεμβάσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και λοιπές διατάξε


ΝΟΜΟΣ ΥΠ' ΑΡΙΘΜ. 5282/2026

ΦΕΚ 30/Α/27-2-2026

Σύσταση και λειτουργία Ενιαίου Ψηφιακού Μητρώου παρακολούθησης υποθέσεων διαφθοράς, παρεμβάσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και λοιπές διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

ΜΕΡΟΣ Α'

ΕΝΙΑΙΟ ΨΗΦΙΑΚΟ ΜΗΤΡΩΟ

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

Άρθρο 1

Σκοπός

Σκοπός του Μέρους Α' είναι η συστηματική παρακολούθηση της πορείας των υποθέσεων διαφθοράς, η εξαγωγή συμπερασμάτων για τη βέλτιστη εφαρμογή του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου και την πάταξη της διαφθοράς, η διασφάλιση της αποτελεσματικότερης και ταχύτερης απονομής της ποινικής δικαιοσύνης και η εμπέδωση του αισθήματος ασφάλειας δικαίου.

 

Άρθρο 2

Αντικείμενο

Αντικείμενο του Μέρους Α' είναι η σύσταση και η λειτουργία Μητρώου, και ειδικότερα η τήρηση, ενημέρωση και λειτουργία ψηφιακού συστήματος καταγραφής των διαδικαστικών σταδίων των ποινικών υποθέσεων διαφθοράς του άρθρου 3, από το αρχικό στάδιο διερεύνησης του άρθρου 6, μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της υπόθεσης.

 

Άρθρο 3

Πεδίο εφαρμογής

1. Για την εφαρμογή του παρόντος, ως αδικήματα διαφθοράς του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α' 95) και ειδικών ποινικών νόμων, τα οποία καταχωρίζονται στο Μητρώο του άρθρου 4, ορίζονται τα εξής: α) η δωροληψία πολιτικών προσώπων (άρθρο 159 Ποινικού Κώδικα), β) η δωροδοκία πολιτικών προσώπων (άρθρο 159Α Ποινικού Κώδικα),

γ) η πλαστογραφία σε βάρος του δημοσίου ή των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από πολιτικό πρόσωπο κατά την έννοια του άρθρου 159 του Ποινικού Κώδικα ή από υπάλληλο κατά την έννοια της περ. α' του άρθρου 13 ή του άρθρου 237Β του Ποινικού Κώδικα ή των περ. α' και β' του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 35 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α' 96) [άρθρο 216 του Ποινικού Κώδικα και παρ. 3 άρθρου 26 ν. 4689/2020 (Α' 103)],

δ) η υπόθαλψη - παρεμπόδιση δικαιοσύνης, από πολιτικό πρόσωπο κατά την έννοια του άρθρου 159 ή υπάλληλο κατά την έννοια της περ. α' του άρθρου 13 ή του άρθρου 237Β του Ποινικού Κώδικα ή των περ. α) και β) του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 35 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (άρθρο 231 Ποινικού Κώδικα),

ε) η δωροληψία υπαλλήλου (άρθρο 235 Ποινικού Κώδικα), στ) η δωροδοκία υπαλλήλου (άρθρο 236 Ποινικού Κώδικα),

ζ) η δωροληψία και η δωροδοκία δικαστικών λειτουργών (άρθρο 237 Ποινικού Κώδικα), η) η εμπορία επιρροής - μεσάζοντες (άρθρο 237Α Ποινικού Κώδικα), θ) η κατάχρηση εξουσίας (άρθρο 239 Ποινικού Κώδικα),

ι) η ψευδής βεβαίωση σε βάρος του δημοσίου ή των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από πολιτικό πρόσωπο κατά την έννοια του άρθρου 159 ή υπάλληλο κατά την έννοια της περ. α' του άρθρου 13 ή του άρθρου 237Β του Ποινικού Κώδικα ή των περ. α' και β' του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 35 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (άρθρο 242 Ποινικού Κώδικα και παρ. 3 άρθρου 26 ν. 4689/2020), ια) η δωροληψία και η δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα (άρθρο 396 Ποινικού Κώδικα),

ιβ) η υπεξαίρεση σε βάρος του δημοσίου ή των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από πολιτικό πρόσωπο κατά την έννοια του άρθρου 159 ή υπάλληλο κατά την έννοια της περ. α' του άρθρου 13 ή του άρθρου 237Β του Ποινικού Κώδικα ή των περ. α' και β' του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 35 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (άρθρο 375 Ποινικού Κώδικα και παρ. 3 άρθρου 26 ν. 4689/2020),

ιγ) η απάτη σε βάρος του δημοσίου ή των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από πολιτικό πρόσωπο κατά την έννοια του άρθρου 159 ή υπάλληλο κατά την έννοια της περ. α' του άρθρου 13 ή του άρθρου 237Β του Ποινικού Κώδικα ή των περ. α' και β' του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 35 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (άρθρο 386 Ποινικού Κώδικα και παρ. 3 άρθρου 26 ν. 4689/2020),

ιδ) η απάτη σχετικά με τις επιχορηγήσεις, από πολιτικό πρόσωπο κατά την έννοια του άρθρου 159 ή υπάλληλο κατά την έννοια της περ. α' του άρθρου 13 ή του άρθρου 237Β του Ποινικού Κώδικα ή των περ. α' και β' του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 35 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (άρθρο 386Β Ποινικού Κώδικα),

ιε) η απιστία σε βάρος του δημοσίου ή των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από πολιτικό πρόσωπο κατά την έννοια του άρθρου 159 ή υπάλληλο κατά την έννοια της περ. α' του άρθρου 13 ή του άρθρου 237Β του Ποινικού Κώδικα ή των περ. α' και β' του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 35 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (άρθρο 390 Ποινικού Κώδικα και παρ. 3 άρθρου 26 ν. 4689/2020),

ιστ) η δωροληψία και η δωροδοκία υπαλλήλου σχετική με τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 22 ν. 4689/2020),

ιζ) η διασυνοριακή απάτη σχετικά με τον Φ.Π.Α. (άρθρο 23 ν. 4689/2020),

ιη) οι επικουρικές διατάξεις για την ποινική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 24 ν. 4689/2020),

ιθ) η δωροδοκία - δωροληψία για αλλοίωση αποτελέσματος αγώνα (άρθρο 132 ν. 2725/1999, Α' 121), κ) κάθε άλλο αδίκημα για το οποίο συντρέχουν σωρευτικά τα ακόλουθα κριτήρια: i) στρέφεται σε βάρος του δημοσίου ή των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ii) τελείται από πολιτικό πρόσωπο κατά την έννοια του άρθρου 159 ή υπάλληλο κατά την έννοια της περ. α' του άρθρου 13 ή του άρθρου 237Β του Ποινικού Κώδικα ή των περ. α' και β' του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 35 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, iii) τελείται με σκοπό τον προσπορισμό περιουσιακού οφέλους του ιδίου ή τρίτου ή την πρόκληση βλάβης σε βάρος του δημοσίου ή των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και iv) τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των τριών (3) μηνών,

κα) η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, όταν το βασικό αδίκημα είναι ένα από τα ανωτέρω (άρθρα 2 και 4 ν. 4557/2018, Α' 139),

κβ) η ευθύνη νομικών προσώπων και οντοτήτων για αδικήματα δωροδοκίας (άρθρο 134 ν. 5090/2024, Α' 30), κγ) η λαθρεμπορία ή η με οποιονδήποτε τρόπο συμμετοχή σε αυτή από υπάλληλο κατά την έννοια της περ. α' του άρθρου 13 του Ποινικού Κώδικα [άρθρο 174 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα (ν. 5222/2025, Α' 134)].

2. Η έννοια του Δημοσίου της παρ. 1 προσδιορίζεται με βάση τον ορισμό του δημοσίου τομέα της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α'143), συμπεριλαμβανομένου και του αλλοδαπού δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

ΣΥΣΤΑΣΗ, ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΩΟΥ

 

Άρθρο 4

Σύσταση, ανάπτυξη, εποπτεία και τεχνική υποστήριξη του Μητρώου

1. Συστήνεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης ηλεκτρονική βάση δεδομένων με την επωνυμία «Ενιαίο Μητρώο για την παρακολούθηση υποθέσεων διαφθοράς» (εφεξής: «Μητρώο»). Το Μητρώο λειτουργεί ως ενιαίο ψηφιακό σύστημα οργανωμένων, σύμφωνα με τον παρόντα, δεδομένων και πληροφοριών, για τις υποθέσεις διαφθοράς του άρθρου 3.

2. Στο Μητρώο της παρ. 1: α) καταγράφονται τα διαδικαστικά στάδια των αδικημάτων διαφθοράς, από το αρχικό στάδιο διερεύνησης μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της υπόθεσης, β) παρακολουθείται η πορεία των υποθέσεων αυτών, γ) συγκεντρώνονται και παράγονται στατιστικά δεδομένα.

3. Ως Φορέας Επιχειρησιακής Διαχείρισης και Λειτουργίας του Μητρώου ορίζεται το Υπουργείο Δικαιοσύνης, το οποίο συντονίζει τους εμπλεκόμενους φορείς και δύναται να παρέχει οδηγίες για τη βέλτιστη εφαρμογή του παρόντος και τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας και της συστηματικής τήρησης του Μητρώου.

4. Το Μητρώο εποπτεύεται από τριμελή επιτροπή, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και αποτελείται από:

α) τον εκάστοτε Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος, ως Πρόεδρο, ο οποίος ορίζει ως αναπληρωτή του έναν εκ των υπηρετούντων εισαγγελικών λειτουργών στην Εισαγγελία Οικονομικού Εγκλήματος,

β) τον Προϊστάμενο του Αυτοτελούς Τμήματος Συλλογής και Επεξεργασίας Δικαστικών Στατιστικών Στοιχείων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με τον νόμιμο αναπληρωτή του, ως μέλος και

γ) τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Έργων Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με τον νόμιμο αναπληρωτή του, ως μέλος.

Στις αρμοδιότητες της τριμελούς επιτροπής του πρώτου εδαφίου περιλαμβάνονται, ιδίως, η παρακολούθηση και βελτίωση των προδιαγραφών λειτουργίας του Μητρώου, η παροχή οδηγιών και η επίλυση αμφισβητήσεων σχετικά με τη διαδικασία καταχώρισης, η εξαγωγή στατιστικών δεδομένων και η σύνταξη εκθέσεων.

5. Η υλοποίηση, η λειτουργία, η συντήρηση, η αναβάθμιση του Μητρώου, καθώς και η τεχνική υποστήριξη των χρηστών του αποτελούν αρμοδιότητα του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης.

 

Άρθρο 5

Αρμόδιες αρχές για την ενημέρωση του Μητρώου

Ως υπόχρεοι ενημέρωσης του Μητρώου και καταχώρισης των στοιχείων του άρθρου 6 για τα αδικήματα του άρθρου 3 ορίζονται οι εξουσιοδοτούμενοι προς τούτο υπάλληλοι:

α) της Βουλής των Ελλήνων, για τα υπαγόμενα στο άρθρο 86 του Συντάγματος αδικήματα του άρθρου 3, από το στάδιο σύστασης της επιτροπής του άρθρου 156 του Κανονισμού της Βουλής (Α' 106/1987) και σε κάθε μεταγενέστερο διαδικαστικό στάδιο,

β) των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, από το στάδιο χαρακτηρισμού των διερευνώμενων αδικημάτων ως αδικημάτων του άρθρου 3 και σε κάθε μεταγενέστερο δικονομικό στάδιο μέχρι την αρχειοθέτηση ή την αμετάκλητη περάτωση της υπόθεσης,

γ) της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, κατά το στάδιο της έκδοσης εντολής ελέγχου ή έρευνας, δ) της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, κατά το στάδιο της έκδοσης εντολής προκαταρκτικής εξέτασης και ε) των Αστυνομικών Αρχών, κατά την έναρξη της αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης της παρ. 2 του άρθρου 245 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α' 96).

 

Άρθρο 6

Στοιχεία καταγραφής και καταχώρισης στο Μητρώο

1. Κάθε υπόθεση του άρθρου 3 λαμβάνει κατά την καταχώρισή της στο Μητρώο, μοναδική σήμανση (μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό), η οποία την ακολουθεί και διατηρείται σε όλα τα επιμέρους διαδικαστικά στάδια και μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της υπόθεσης. Αν συντρέχουν λόγοι συνάφειας σύμφωνα με το άρθρο 128 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α' 96), σημασμένες ήδη υποθέσεις, μετά τη συνένωσή τους σε οποιοδήποτε δικονομικό στάδιο, διατηρούν έναν ενιαίο αναγνωριστικό κωδικό στον οποίο τα ήδη καταχωρισθέντα δεδομένα των επιμέρους υποθέσεων μεταφέρονται συνολικά.

2. Όλα τα στοιχεία κάθε υπόθεσης καταχωρίζονται στο Μητρώο πλήρως ανωνυμοποιημένα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της Οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων, ΓΚΠΔ) (L 119) και του ν. 4624/2019 (Α' 137). Δεν καταχωρίζονται στο Μητρώο πληροφορίες και δεδομένα με ποιοτικά χαρακτηριστικά ικανά να πλήξουν τη μυστικότητα της διαδικασίας, όπου αυτή προβλέπεται, τα δικαιώματα και τα προσωπικά δεδομένα του κατηγορουμένου ή άλλων εμπλεκόμενων προσώπων.

 

Άρθρο 7

Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

1. Σκοπός της επεξεργασίας των δεδομένων που εισάγονται στο Μητρώο είναι ο σκοπός του άρθρου 1. Τα στοιχεία του πρώτου εδαφίου δεν μπορούν να περιλαμβάνουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

Κατά τη λειτουργία του Μητρώου, διασφαλίζεται η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων της ιδιωτικής ζωής και της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 9Α του Συντάγματος, την κείμενη νομοθεσία και, ιδίως, σύμφωνα με τον ΓΚΠΔ και τον ν. 4624/2019 (Α' 137).

2. Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου, ως Υπεύθυνος Επεξεργασίας, σύμφωνα με τον ΓΚΠΔ και τον ν. 4624/2019, ορίζεται το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

3. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεδομένων που τηρούνται στο Μητρώο έχει την υποχρέωση λήψης και διαρκούς τήρησης των κατάλληλων και αναγκαίων τεχνικών και οργανωτικών μέτρων ασφάλειας.

Η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων και Ψηφιακής Διακυβέρνησης (Γ.Γ.Π.Σ.Ψ.Δ.) λαμβάνει τα απαραίτητα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Οι υποχρεώσεις τόσο του υπεύθυνου επεξεργασίας όσο και της Γ.Γ.Π.Σ.Ψ.Δ. προσδιορίζονται με συμφωνία που καταρτίζεται μεταξύ τους, σύμφωνα με το άρθρο 28 του ΓΚΠΔ.

 

Άρθρο 8

Ετήσια έκθεση

Με μέριμνα της Επιτροπής της παρ. 3 του άρθρου 4, συντάσσεται ετήσια έκθεση για τη λειτουργία του Μητρώου, η οποία δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης και υποβάλλεται στην Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

Άρθρο 9

Εξουσιοδοτικές διατάξεις

1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Προστασίας του Πολίτη και Ψηφιακής Διακυβέρνησης:

α) προσδιορίζονται οι ειδικότεροι όροι σύστασης και λειτουργίας του Μητρώου, η μορφή και οι τεχνικές προδιαγραφές της ηλεκτρονικής βάσης του άρθρου 3,

β) εξειδικεύονται τα διαδικαστικά στάδια ενημέρωσης του Μητρώου ανά υπόχρεο φορέα, τα προς καταχώριση στοιχεία, το χρονικό περιθώριο καταχώρισης, καθώς και τα αντίστοιχα πεδία της ψηφιακής εφαρμογής, σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7,

γ) ορίζονται οι εξουσιοδοτημένες για την ενημέρωση και τον χειρισμό του Μητρώου αρμόδιες υπηρεσίες και αρχές, ο αριθμός και η ιδιότητα των διαπιστευμένων υπαλλήλων, ο τρόπος διαπίστευσης και αναπλήρωσης ή αντικατάστασής τους, σύμφωνα με το άρθρο 6,

δ) καθορίζονται η διαδικασία ανωνυμοποιημένης καταχώρισης των στοιχείων στο Μητρώο και η διαδικασία χορήγησης του μοναδικού αναγνωριστικού κωδικού ανά υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 7,

ε) προσδιορίζονται τα δεδομένα και στατιστικά στοιχεία που καταχωρίζονται στην ετήσια έκθεση του άρθρου 9,

στ) ορίζεται ο χρόνος έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας του Μητρώου και μπορεί να ορίζεται χρονικό διάστημα δοκιμαστικής λειτουργίας του Μητρώου και

ζ) καθορίζεται κάθε άλλη τεχνική λεπτομέρεια σχετική με την εφαρμογή του παρόντος νόμου.

2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Ψηφιακής Διακυβέρνησης και του εκάστοτε αρμόδιου Υπουργού μπορεί να προβλέπεται η διαλειτουργικότητα του Μητρώου με άλλα μητρώα, βάσεις δεδομένων ή ψηφιακές πλατφόρμες, εφόσον περιλαμβάνουν στοιχεία αναγκαία για τη λειτουργία του Μητρώου και την εξυπηρέτηση του σκοπού του άρθρου 1, να προσδιορίζονται τα επιμέρους στάδια καταγραφής, οι εξουσιοδοτημένοι για την καταχώριση υπάλληλοι και οι λοιπές λεπτομέρειες για την καταγραφή της πορείας των υποθέσεων και την τροφοδότηση του Μητρώου και να ορίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη διαλειτουργικότητα των μητρώων.

 

Άρθρο 10

Μεταβατική διάταξη

Εκκρεμείς υποθέσεις κατά την έναρξη παραγωγικής λειτουργίας του Μητρώου καταχωρίζονται στο διαδικαστικό στάδιο που ευρίσκονται με μέριμνα των αρμοδίων αρχών του άρθρου 5.

 

ΜΕΡΟΣ Β'

ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΣΤΟΝ Ν. 5221/2025

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

Άρθρο 11

Σκοπός

Σκοπός του παρόντος είναι η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών στο πλαίσιο της πολιτικής δικονομίας σε συνέχεια της έναρξης ισχύος των τροποποιήσεων του ν. 5221/2025 (Α' 133) στο εν λόγω πεδίο.

 

Άρθρο 12

Αντικείμενο

Αντικείμενο του παρόντος αποτελούν τροποποιήσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182) και στον ν. 5221/2025 (Α' 133) και ειδικότερα η θέσπιση ενός πλέγματος διατάξεων που, είτε επεξηγεί, διευκρινίζει και εξασφαλίζει την εφαρμογή των διατάξεων των ως άνω νόμων, είτε προβαίνει προοδευτικά στην αναβάθμιση των συνθηκών στην πολιτική δίκη. Ειδικότερα, αντιμετωπίζονται οι καθυστερήσεις στον καθορισμό ημερομηνιών συζήτησης και στη διαδικασία άσκησης και επεξεργασίας των ενδίκων μέσων και εξορθολογίζονται διατάξεις σχετικά με την αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου. Παράλληλα, επικαιροποιείται το πλέγμα διατάξεων περί διαταγής πληρωμής με την ενίσχυση της εκτελεστότητας αυτής, ενώ εκσυγχρονίζεται η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και των πλειστηριασμών με την ενίσχυση της ηλεκτρονικής διαδικασίας, την καθιέρωση πλήρους ψηφιακής ροής για την κατάσχεση εις χείρας τρίτου και τη δήλωση τρίτου μέσω της πλατφόρμας portal.odee.gr.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

 

Άρθρο 13

Πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου - Τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 96 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στην παρ. 3 του άρθρου 96 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), περί του τύπου πληρεξουσιότητας, μετά τις λέξεις «του Αρείου Πάγου» προστίθενται οι λέξεις «με την επιφύλαξη του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 568,» και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:

«3. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, με την επιφύλαξη του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 568, και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα Πρακτικά ή στην έκθεση. Ειδικά, για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.»

 

Άρθρο 14

Συμμετοχή στις διαδικασίες της πολιτικής δίκης με τη χρήση τεχνολογίας - Τροποποίηση άρθρου 119 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στο άρθρο 119 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), περί υποχρεωτικών στοιχείων και ψηφιοποίησης δικογράφων, προστίθεται παρ. 6 ως εξής:

«6. Σε οποιοδήποτε στάδιο της πολιτικής διαδικασίας, και μέχρι η απόφαση να καταστεί αμετάκλητη, με απόφαση του δικαστηρίου που εκδίδεται αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αίτησης, οποιαδήποτε πράξη του δικαστηρίου ή μέλους του, διαδικαστική πράξη του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του, πράξη τρίτου, εξέταση ή ενέργεια προσώπου που συμμετέχει καθ' οιονδήποτε τρόπο στην πολιτική δίκη μπορεί να πραγματοποιηθεί εξ αποστάσεως, με τη χρησιμοποίηση σύγχρονης τεχνολογίας, όπως ρυθμίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Εξωτερικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, η οποία καθορίζει όλες τις σχετικές λεπτομέρειες.»

 

Άρθρο 15

Υπολογισμός προθεσμίας κατάθεσης προτάσεων και προσθήκης αντίκρουσης - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 147 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στην παρ. 2 του άρθρου 147 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), περί αναστολής προθεσμιών, α) οι λέξεις «237 παρ. 1,2, 3 και 9» αντικαθίστανται από τις λέξεις «237 παρ. 1 έως 5 και παρ. 8,», β) προστίθενται οι λέξεις «983 παρ. 2,» και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«2. Το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν υπολογίζεται για τις προθεσμίες των άρθρων 503, 518 παρ. 1,545 παρ. 1 και 2, 564 παρ. 1 και 2, καθώς και των άρθρων 153, 215 παρ. 2, 237 παρ. 1 έως 5 και παρ. 8, 238 παρ. 1,260 παρ. 2, 468 παρ. 1 και 2 εδάφια πρώτο και τρίτο, 598, 632 παρ. 2, 633 παρ. 2, 642, 715 παρ. 5, 729 παρ. 5, 847 παρ. 1,926 παρ. 2, 934 παρ. 1 στοιχ. Α' και β', 943 παρ. 4, 955, 966 παρ. 2 και 3, 971 παρ. 1,972 παρ. 1 στοιχ. β', 973, 974, 979 παρ. 2, 983 παρ. 2, 985 παρ. 1,986, 988 παρ. 1,995 και 997 παρ. 2.»

 

Άρθρο 16

Προσδιορισμός δικασίμου μετά την κατάθεση αγωγής - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 215 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στο τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 215 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), περί άσκησης της αγωγής, οι λέξεις «που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις» αντικαθίστανται από τις λέξεις «από διακόσιες (200) έως» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Η αγωγή ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο. Αποκλειστικά σε περίπτωση αγωγής που απευθύνεται σε περιφερειακή έδρα πρωτοδικείου, κατά την έννοια του ν. 5108/2024 (Α'65), η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνεται στη γραμματεία είτε της περιφερειακής έδρας είτε της παράλληλης έδρας, στην κατά τόπον αρμοδιότητα της οποίας εντάσσεται η περιφερειακή έδρα, είτε της έδρας πρωτοδικείου. Η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνεται και με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 119. Με την κατάθεση της αγωγής ορίζεται δικάσιμος, η οποία προσδιορίζεται σε διάστημα από διακόσιες (200) έως διακόσιες δέκα (210) ημέρες από την κατάθεση και όταν η αγωγή πρέπει να επιδοθεί στο εξωτερικό, στην πρώτη δικάσιμο μετά την πάροδο εννέα (9) μηνών από την κατάθεση και πάντως όχι πάνω από τον δέκατο μήνα μετά από αυτήν. Κάτω από το δικόγραφο που κατατέθηκε συντάσσεται έκθεση στην οποία αναφέρεται η ημέρα, ο μήνας και το έτος της κατάθεσης, καθώς και το ονοματεπώνυμο του καταθέτη. Η έκθεση μπορεί να συντάσσεται και με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 117. Αναφορά του δικογράφου της αγωγής που κατατέθηκε γίνεται χωρίς καθυστέρηση σε ειδικό βιβλίο με αλφαβητικό ευρετήριο. Στο βιβλίο αυτό αναγράφονται με αύξοντα αριθμό και χρονολογική σειρά οι αγωγές που κατατίθενται και αναφέρονται τα ονοματεπώνυμα των διαδίκων, η χρονολογία της κατάθεσης και το αντικείμενο της διαφοράς. Στη γραμματεία κάθε δικαστηρίου τηρείται και ηλεκτρονικό αρχείο αγωγών.»

 

Άρθρο 17

Ενημέρωση του δικαστηρίου για υπογραφή συμφωνητικού υπαγωγής σε διαμεσολάβηση,έκδοση διάταξης για παραπομπή σε αρμόδιο δικαστήριο και προθεσμία κατάθεσης προτάσεων -Τροποποίηση άρθρων 237 και 238 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

1. Στο άρθρο 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), περί προθεσμίας κατάθεσης προτάσεων και προσθήκης αντίκρουσης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1, αα) στο τρίτο εδάφιο οι λέξεις «το πρακτικό» αντικαθίστανται από τις λέξεις «το συμφωνητικό», αβ) προστίθενται νέα εδάφια, πέμπτο και έκτο, β) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, βα) στην περ. α) η λέξη «ή» αντικαθίσταται από το σημείο στίξης «,», ββ) προστίθενται οι λέξεις «ή γ) η αγωγή έχει ασκηθεί ενώπιον αναρμοδίου δικαστηρίου και πρέπει να παραπεμφθεί σύμφωνα με το άρθρο 46», γ) το δεύτερο εδάφιο της παρ. 6 αντικαθίσταται και το άρθρο 237 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 237

Προθεσμία κατάθεσης προτάσεων και προσθήκης - αντίκρουσης

1. Οι προτάσεις των διαδίκων, η έκθεση επίδοσης, τα αποδεικτικά και διαδικαστικά τους έγγραφα και τα πληρεξούσια, στην τακτική διαδικασία, κατατίθενται ενενήντα (90) ημέρες μετά από τη λήξη της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής ή της κλήσης και, εφόσον η αγωγή επιδίδεται στην αλλοδαπή, εκατόν είκοσι (120) ημέρες από τη λήξη της ίδιας προθεσμίας για όλους τους διαδίκους. Η προθεσμία αυτή δεν αναστέλλεται κατά το διάστημα της διαδικασίας διαμεσολάβησης. Αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας και πριν από την κατάθεση προτάσεων οι διάδικοι υπογράψουν συμφωνητικό υπαγωγής σε διαμεσολάβηση, ο διαμεσολαβητής που υπογράφει το συμφωνητικό ενημερώνει το δικαστήριο και η υπόθεση αποσύρεται από το πινάκιο. Κατά τα λοιπά ισχύει η παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 4640/2019 (Α' 190, διορθ. σφαλ. Α' 194). Σε περίπτωση μη υπογραφής πρακτικού επίτευξης συμφωνίας, η υπόθεση επαναφέρεται στο αρμόδιο δικαστήριο με αίτηση στη γραμματεία οποιουδήποτε από τους διαδίκους. Η γραμματεία συντάσσει έκθεση κατάθεσης και προσδιορισμού δικασίμου και ενημερώνει τους διαδίκους με οίκοθεν κλήση, η οποία δύναται να πραγματοποιείται και με ηλεκτρονικά μέσα στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των μερών ή των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

2. Η προσθήκη - αντίκρουση κατατίθεται εντός των επόμενων δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας κατάθεσης των προτάσεων. Στην ίδια προθεσμία κατατίθεται και το δικαστικό ένσημο. Εντός των επόμενων δέκα (10) ημερών από την τελευταία αυτή προθεσμία ορίζεται ο δικαστής ή, επί πολυμελούς δικαστηρίου, η σύνθεση και ο εισηγητής για την εκδίκαση της διαφοράς.

3. Εντός τριάντα (30) ημερών μετά τη χρέωση, ο δικαστής του μονομελούς ή ο εισηγητής του πολυμελούς πρωτοδικείου εκδίδει διάταξη, που περιέχει συνοπτική αιτιολογία, εφόσον διαπιστώσει ότι: α) η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, β) η αγωγή θεωρείται μη ασκηθείσα ή γ) η αγωγή έχει ασκηθεί ενώπιον αναρμοδίου δικαστηρίου και πρέπει να παραπεμφθεί σύμφωνα με το άρθρο 46. Ο δικαστής του προηγούμενου εδαφίου δύναται να εκδώσει διάταξη, εφόσον διαπιστώσει ότι: α) για την πληρέστερη εκδίκαση της διαφοράς, απαιτείται η εξέταση μαρτύρων ή διαδίκων ή η διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης ή β) απαιτείται η ένωση ή συνεκδίκαση περισσοτέρων δικών, ο χωρισμός ή η διαδοχική εξέταση αιτήσεων ή η αναστολή της δίκης, αντίστοιχα κατά τα άρθρα 246 έως 250. Αν η αγωγή πάσχει από πραγματική αοριστία, αυτή επισημαίνεται από τον δικαστή με τη διάταξη και ο ενάγων δύναται να τη συμπληρώσει έως δέκα (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση με προσθήκη στις προτάσεις. Η αντίκρουση για ό,τι συμπληρώθηκε μετά από τη διάταξη γίνεται στον χρόνο της παρ. 3 του άρθρου 269. Επί αναστολής της δίκης κατά τα άρθρα 246 έως 250, οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν προτάσεις, όχι όμως και νέους ισχυρισμούς, υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων του άρθρου 269, ούτε νέα αποδεικτικά μέσα, μέχρι τη νέα συζήτηση.

4. Με τη διάταξη, η αγωγή στις περ. α) και β) του πρώτου εδαφίου της παρ. 3 απορρίπτεται ως απαράδεκτη, εφόσον ο ενάγων τις επόμενες πέντε (5) ημέρες από την έκδοση της διάταξης, δεν αιτηθεί την εκδίκαση της διαφοράς κατά την ορισθείσα δικάσιμο και την έκδοση της απόφασης επί της αγωγής του, καταβάλλοντας προς τούτο, το αργότερο έως τη συζήτηση, παράβολο ύψους διακοσίων (200) ευρώ. Σε περίπτωση μη ήττας για τον λόγο που διαπίστωσε η διάταξη, το παράβολο επιστρέφεται στον διάδικο. Αν ο ενάγων δεν αντιλέγει ή δεν συμπληρώσει την αγωγή με προσθήκη στις προτάσεις του, η διάταξη επικυρώνεται, η δίκη περατώνεται και η υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο, εφαρμοζόμενων αναλόγως των διατάξεων περί παραίτησης από το δικόγραφο. Κατά της διάταξης δεν ασκούνται ένδικα μέσα ή άλλα ένδικα βοηθήματα.

5. Αν με τη διάταξη διατάχθηκε η εξέταση μαρτύρων, αυτοί εξετάζονται ενώπιον του δικαστηρίου κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Είναι δυνατή η εξέταση των μαρτύρων και των διαδίκων και με ηλεκτρονικά μέσα, με σύγχρονη μετάδοση στην αίθουσα συνεδρίασης. Αν με τη διάταξη κρίθηκε αναγκαία η διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης, ορίζεται με αυτή ο χρόνος διενέργειας της αυτοψίας ή ο πραγματογνώμονας που πρόκειται να διεξάγει την πραγματογνωμοσύνη και η προθεσμία όρκισης και κατάθεσής της από τον διορισμό του πραγματογνώμονα. Η διάταξη κοινοποιείται στους διαδίκους και στον πραγματογνώμονα αμελλητί, ακόμη και με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, με μέριμνα της γραμματείας του δικαστηρίου. Εντός πέντε (5) ημερών από την κοινοποίηση της διάταξης προτείνονται από τους διαδίκους τυχόν λόγοι εξαίρεσης ή αίτημα αντικατάστασης από τον πραγματογνώμονα. Αν η πραγματογνωμοσύνη δεν είναι εφικτό να κατατεθεί εμπρόθεσμα για οποιονδήποτε λόγο, το δικαστήριο μπορεί, και αυτεπαγγέλτως, να ανακαλέσει τη διενέργειά της. Η αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων γίνεται με προσθήκη μέχρι τη δωδεκάτη (12.00) ώρα της πέμπτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση. Η ίδια προθεσμία αξιολόγησης ισχύει και για τη διαταχθείσα αυτοψία, από τον χρόνο διενέργειάς της, ή την πραγματογνωμοσύνη, από τον χρόνο λήξης της προθεσμίας κατάθεσής της. Επαναληπτική συζήτηση στην περίπτωση αυτή δεν λαμβάνει χώρα.

6. Αν δεν εκδοθεί διάταξη, η συζήτηση διεξάγεται με βάση το υλικό που κατατέθηκε με τις προτάσεις των διαδίκων. Η παράσταση των δικηγόρων κατά τη συζήτηση δεν είναι υποχρεωτική. Η συζήτηση αυτή μπορεί, με πράξη του προϊσταμένου του αρμόδιου Πρωτοδικείου, να γίνει και στο γραφείο του δικαστή ή του προέδρου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου.

7. Αναβολή κατά την ορισθείσα δικάσιμο δεν είναι δυνατή.

8. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, στην περίπτωση της παρ. 6, καθώς και στην περίπτωση έκδοσης διάταξης των άρθρων 249 και 250, το δικαστήριο που δίκασε την υπόθεση μπορεί να διατάξει την εξέταση μαρτύρων ή των διαδίκων, σε ημερομηνία που δεν απέχει πάνω από δύο (2) μήνες από τη συζήτηση, ή αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη, με αντίστοιχη διάταξή του, εφαρμοζόμενης αναλόγως της παρ. 5.

9. Η κατάθεση των προτάσεων και της προσθήκης αντίκρουσης, που γίνονται μέχρι τη δωδεκάτη (12.00) ώρα της τελευταίας ημέρας της προθεσμίας κατάθεσής τους, βεβαιώνεται με επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα. Η κατάθεση των προτάσεων, της προσθήκης αντίκρουσης και των διαδικαστικών εγγράφων μπορεί να γίνει και ηλεκτρονικά κατά την παρ. 4 του άρθρου 119. Ο δικηγόρος κάθε διαδίκου ή εξουσιοδοτημένος από αυτόν τρίτος δικαιούται να λάβει ατελώς, με δική του δαπάνη, αντίγραφο των προτάσεων, της προσθήκης αντίκρουσης και των εγγράφων των αντιδίκων του.».

2. Στο τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, περί κατάθεσης παρεμπιπτουσών αγωγών, ανταγωγών, παρεμβάσεων, προσεπικλήσεων και ανακοινώσεων, αντικαθίστανται οι λέξεις «εκατό (100) ημερών» από τις λέξεις «ενενήντα (90) ημερών» και οι λέξεις «εκατόν εξήντα (160) ημερών» από τις λέξεις «εκατόν είκοσι (120) ημερών» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Παρεμπίπτουσες αγωγές, ανταγωγές, παρεμβάσεις, προσεπικλήσεις και ανακοινώσεις στην περίπτωση του άρθρου 237 κατατίθενται και επιδίδονται σε όλους τους διαδίκους μέσα σε προθεσμία σαράντα (40) ημερών από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής. Παρεμβάσεις μετά από προσεπίκληση ή ανακοίνωση κατατίθενται και επιδίδονται σε όλους τους διαδίκους μέσα σε προθεσμία εβδομήντα (70) ημερών από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής. Αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οι ως άνω προθεσμίες παρατείνονται σε εβδομήντα (70) και εκατό (100) ημέρες, αντίστοιχα, από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής. Η κατάθεση των προτάσεων γίνεται σε προθεσμία ενενήντα (90) ημερών και στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου σε προθεσμία εκατόν είκοσι (120) ημερών από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής. Για την προσθήκη ισχύει η παρ. 2 του άρθρου 237.»

 

Άρθρο 18

Κατάθεση αγωγής και προσθήκης - αντίκρουσης στη διαδικασία των μικροδιαφορών - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρων 468 και 469 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

1. Στην παρ. 1 του άρθρου 468 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται νέο δεύτερο εδάφιο, β) στο τρίτο εδάφιο οι λέξεις «δεύτερο εδάφιο» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τέταρτο εδάφιο» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Η αγωγή κατατίθεται στη γραμματεία του πρωτοδικείου και επιδίδεται στον εναγόμενο μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την κατάθεσή της. Αν ο εναγόμενος διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, η αγωγή επιδίδεται σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της. Το τέταρτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 215 εφαρμόζεται αναλόγως.»

2. Στο πέμπτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 469 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, περί ειδικών διατάξεων για τις μικροδιαφορές, συζήτησης της αγωγής, μη επιτρεπτού αναβολής συζήτησης, νέων ισχυρισμών, αποκλίσεων από τις δικονομικές διατάξεις και ανακοπής ερημοδικίας, οι λέξεις «εντός τριών (3)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «εντός πέντε (5) εργάσιμων» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Κατά την ορισμένη δικάσιμο η υπόθεση συζητείται ακόμα και αν δεν παρίσταται κανείς διάδικος. Αναβολή της συζήτησης κατά το άρθρο 241 δεν επιτρέπεται. Οι παριστάμενοι κατά τη συζήτηση διάδικοι μπορούν, κατά την κρίση του Δικαστή, να εξετάζονται κατ' άρθρο 415 ή να παρέχουν διασαφήσεις για την υπόθεση, οι δε ενόρκως βεβαιώσαντες να καταθέτουν συμπληρωματικά, εφόσον είναι παρόντες και ο Δικαστής κρίνει τούτο απολύτως αναγκαίο. Νέοι ισχυρισμοί μπορούν να προταθούν μόνον εάν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου και προέκυψαν μεταγενέστερα. Σε περίπτωση νέων ισχυρισμών επιτρέπεται η προσθήκη αντίκρουση εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από τη συζήτηση. Μετά το πέρας της συζήτησης ο δικαστής δύναται να ζητεί από τους διαδίκους να προσκομίσουν σε ηλεκτρονική μορφή αντίγραφο του δικογράφου της αγωγής, του υπομνήματος και της προσθήκης.»

 

Άρθρο 19

Τρόπος άσκησης των ενδίκων μέσων και προσδιορισμός δικασίμου - Τροποποίηση άρθρου 495 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στο άρθρο 495 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), περί τρόπου άσκησης των ενδίκων μέσων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο τέλος της παρ. 1 προστίθεται νέο εδάφιο, β) στην παρ. 2Α προστίθενται οι λέξεις «, ανεξαρτήτως της τηρούμενης διαδικασίας,», γ) προστίθεται νέο δεύτερο εδάφιο, δ) στην παρ. 4 οι λέξεις «Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 9 του άρθρου 237» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 237», ε) προστίθεται παρ. 7 και το άρθρο 495 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 495

Τρόπος άσκησης των ενδίκων μέσων

1. Τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναψηλάφησης και της αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται το ένδικο μέσο. Προκειμένου για εφέσεις κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδικάζονται στις μεταβατικές έδρες των εφετείων της περιφερείας τους, η κατάθεση γίνεται στις μεταβατικές έδρες. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση στο βιβλίο που τηρείται σύμφωνα με το άρθρο 496, την οποία υπογράφει και αυτός που καταθέτει. Για τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης και της αναψηλάφησης προσδιορίζεται αμέσως δικάσιμος, σε απώτατο χρονικό διάστημα πέντε (5) μηνών από την κατάθεση του ενδίκου μέσου. Στο δικόγραφο που κατατίθεται σημειώνονται ο αριθμός της έκθεσης και η χρονολογία της και βεβαιώνονται με την υπογραφή εκείνου που συντάσσει την έκθεση. Η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνεται και με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 119. Η έκθεση μπορεί να συντάσσεται και με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 117. Το δεύτερο, τρίτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο εδάφιο εφαρμόζονται αναλόγως και για τα δικόγραφα των πρόσθετων λόγων έφεσης, αναψηλάφησης και αναίρεσης, καθώς και για το δικόγραφο της αντέφεσης, τα οποία προσδιορίζονται στη δικάσιμο του αντίστοιχου κύριου ένδικου μέσου.

2. Αμέσως μετά την κατάθεση του ενδίκου μέσου της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης και της αναψηλάφησης, ο γραμματέας, με βάση τη σημείωση στο δικόγραφο του ενδίκου μέσου της ημέρας και ώρας συζήτησής του, το εγγράφει στο πινάκιο του δικαστηρίου, όπου σημειώνει το όνομα και το επώνυμο των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους.

2Α. Η προθεσμία για την κλήτευση των διαδίκων, ανεξαρτήτως της τηρούμενης διαδικασίας, για τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης και της αναψηλάφησης είναι τριάντα (30) ημέρες από την κατάθεση και απέχει τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες από τη συζήτηση και, αν ο διάδικος που καλείται ή κάποιος από τους ομοδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεση και ενενήντα (90) ημέρες από τη συζήτηση. Όπου απαιτείται κλήτευση για κάθε άλλη δικάσιμο, ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 228. Η προθεσμία για την κλήτευση των διαδίκων για το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι εξήντα (60) ημέρες πριν από τη συζήτηση, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα και ενενήντα (90) ημέρες, αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη. Κατά τα λοιπά, για τον προσδιορισμό δικασίμου ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 226.

2Β. Οι παρ. 1 και 2 εφαρμόζονται και για τον προσδιορισμό κάθε άλλης δικασίμου.

3. Εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, ως εξής:

Α. Για το ένδικο μέσο της έφεσης: α) [Καταργείται],

β) κατά απόφασης μονομελούς πρωτοδικείου παράβολο ποσού εκατό (100) ευρώ,

γ) κατά απόφασης πολυμελούς πρωτοδικείου παράβολο ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ.

Β. Για το ένδικο μέσο της αναίρεσης: α) [Καταργείται],

β) κατά απόφασης μονομελούς πρωτοδικείου παράβολο ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, γ) κατά απόφασης πολυμελούς πρωτοδικείου παράβολο ποσού τετρακοσίων (400) ευρώ, δ) κατά απόφασης εφετείου παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ.

Γ. Για το ένδικο μέσο της αναψηλάφησης:

α) κατά αποφάσεων πρωτοδικείων παράβολο ποσού τετρακοσίων (400) ευρώ,

β) κατά αποφάσεων εφετείου και του Αρείου Πάγου παράβολο ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ.

Σε περίπτωση που ασκήθηκε ένα ένδικο μέσο από ή κατά περισσότερων διαδίκων κατατίθεται ένα παράβολο από τους εκκαλούντες, αναιρεσείοντες ή αιτούντες. Το ύψος του ποσού αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτο. Σε περίπτωση ολικής ή μερικής νίκης του καταθέσαντος, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο σε αυτόν, αλλιώς διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο. Η υποχρέωση της παρούσας παραγράφου δεν ισχύει για τις διαφορές των περ. 3 και 5 του άρθρου 614 και των περ. 1 και 3 του άρθρου 592.

4. Το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 237, περί προσκόμισης εγγράφων σε ηλεκτρονική μορφή, εφαρμόζεται αναλόγως και για τα ένδικα μέσα και τις ανακοπές του παρόντος κεφαλαίου.

5. Αν το ένδικο μέσο ασκήθηκε σε λειτουργικά αναρμόδιο δικαστήριο, χωρεί και αυτεπαγγέλτως παραπομπή στο αρμόδιο.

6. Αν παρέλθει ένα (1) έτος από τη ματαίωση, χωρίς να ζητηθεί ο προσδιορισμός νέας συζήτησης, η υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο από τον γραμματέα με εντολή του Προέδρου του Δικαστηρίου ή του νόμιμου αναπληρωτή του και η δίκη του ενδίκου μέσου καταργείται.

7. Για όσες εφέσεις έχουν κατατεθεί έως την 31η.12.2025 στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ζητηθεί ο προσδιορισμός τους στο αρμόδιο δικαστήριο το αργότερο έως την 31η.3.2027. Σε αντίθετη περίπτωση, το ένδικο μέσο λογίζεται ως μη ασκηθέν.»

 

Άρθρο 20

Προθεσμία προσθήκης σε περίπτωση συζήτησης ανακοπής ερημοδικίας - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 509 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 509 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), περί της προθεσμίας προσθήκης σε περίπτωση συζήτησης ανακοπής ερημοδικίας, η λέξη «τρίτης» αντικαθίσταται από τη λέξη «πέμπτης» και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«2. Η κατάθεση των προτάσεων γίνεται έως την έναρξη της συζήτησης και η κατάθεση της προσθήκης σε αυτές έως τη δωδέκατη ώρα της πέμπτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση. Το ίδιο ισχύει για τις διαδικαστικές πράξεις της ανταγωγής, της προσεπίκλησης, της ανακοίνωσης και της παρέμβασης.»

 

Άρθρο 21

Επίδοση πρόσθετων λόγων έφεσης - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 520 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στην παρ. 2 του άρθρου 520 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), περί προσθέτων λόγων έφεσης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθενται οι λέξεις «, αν δεν ορίζεται άλλως,», β) οι λέξεις «επίδοσης του ενδίκου μέσου, προσδιορίζονται στην ίδια δικάσιμο και επιδίδονται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την άσκησή τους» αντικαθίστανται από τις λέξεις «κλήτευσης του πρώτου εδαφίου της παρ. 2Α του άρθρου 495, προσδιορίζεται στην ίδια δικάσιμο και επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία» και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«2. Πρόσθετοι λόγοι έφεσης ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο, που, αν δεν ορίζεται άλλως, κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου μέσα σε σαράντα (40) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας κλήτευσης του πρώτου εδαφίου της παρ. 2Α του άρθρου 495, προσδιορίζεται στην ίδια δικάσιμο και επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία.»

 

Άρθρο 22

Άσκηση αντέφεσης - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 523 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στην παρ. 2 του άρθρου 523 του Κώδικα Πολιτικής προστίθενται οι λέξεις «, αν δεν ορίζεται άλλως,» και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«2. Η αντέφεση ασκείται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο, που, αν δεν ορίζεται άλλως, κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου μέσα σε σαράντα (40) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας επίδοσης της έφεσης, προσδιορίζεται στην ίδια δικάσιμο με την έφεση και επιδίδεται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την άσκησή της.»

 

Άρθρο 23

Εφαρμογή γενικών διατάξεων στη δευτεροβάθμια δίκη - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 524 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 524 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), οι λέξεις «των άρθρων 227, 233 έως 236, των παρ. 8 και 10 έως 13 του άρθρου 237» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του άρθρου 227, της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 232, των άρθρων 233 έως 236, της παρ. 8 του άρθρου 237» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 227, της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 232, των άρθρων 233 έως 236, της παρ. 8 του άρθρου 237, 240 έως 312, εκτός της παρ. 2 του άρθρου 260, περ. α) έως γ) της παρ. 1 του άρθρου 591 και παρ. 4 του άρθρου 591, με την επιφύλαξη της ισχύος του άρθρου 591 για τις ειδικές διαδικασίες. Η κατάθεση των προτάσεων γίνεται το αργότερο κατά τη συζήτηση και η κατάθεση της προσθήκης σε αυτές έως τη δωδέκατη ώρα της πέμπτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση.»

 

Άρθρο 24

Προβολή αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενων ισχυρισμών ή αυτών που προτείνονται σε κάθε στάση της δίκης στην κατ' έφεση δίκη - Τροποποίηση άρθρου 527 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 527 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), περί των περιπτώσεων επιτρεπτής προβολής πραγματικών ισχυρισμών στην κατ' έφεση δίκη, προστίθενται οι λέξεις «Με την επιφύλαξη των αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενων ισχυρισμών ή αυτών που προτείνονται σε κάθε στάση της δίκης,» και το άρθρο 527, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 527

Περιπτώσεις επιτρεπτού προβολής νέων ισχυρισμών στην κατ' έφεση δίκη

«Με την επιφύλαξη των αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενων ισχυρισμών ή αυτών που προτείνονται σε κάθε στάση της δίκης, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) [Καταργήθηκε], 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία· αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) [Καταργήθηκε] και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.»

 

Άρθρο 25

Επίδοση πρόσθετων λόγων αναψηλάφησης - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 547 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στην παρ. 2 του άρθρου 547 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), περί προθεσμίας και διαδικασίας πρόσθετων λόγων αναψηλάφησης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) μετά τη λέξη «δικαστηρίου» προστίθενται οι λέξεις «στο οποίο απευθύνεται η αναψηλάφηση», β) οι λέξεις «επίδοσης του ενδίκου μέσου προς το οποίο απευθύνεται η αναψηλάφηση» αντικαθίστανται από τις λέξεις «κλήτευσης του πρώτου εδαφίου της παρ. 2Α του άρθρου 495, προσδιορίζεται στην ίδια δικάσιμο και επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία» και η παρ. 2 διαμορφώνεται εξής:

«2. Πρόσθετοι λόγοι αναψηλάφησης ως προς τα ίδια κεφάλαια της απόφασης, όπως και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται μαζί τους, ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται η αναψηλάφηση μέσα σε σαράντα (40) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας κλήτευσης του πρώτου εδαφίου της παρ. 2Α του άρθρου 495, προσδιορίζεται στην ίδια δικάσιμο και επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία.»

 

Άρθρο 26

Αναλογική εφαρμογή του άρθρου 237 στην κατ' αναψηλάφηση δίκη - Τροποποίηση άρθρου 548 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 548 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), περί της διαδικασίας της κατ' αναψηλάφηση δίκης, οι λέξεις «των παρ. 10 έως 13 του άρθρου 237» αντικαθίστανται από τις λέξεις «της παρ. 8 του άρθρου 237» και το άρθρο 548 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 548

Διαδικασία της κατ' αναψηλάφηση δίκης

Στη διαδικασία της κατ' αναψηλάφηση δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 236, της παρ. 8 του άρθρου 237, 240 έως 312, εκτός της παρ. 2 του άρθρου 260, εδάφια πρώτο έως τρίτο της παρ. 1 του άρθρου 591 και της παρ. 4 του άρθρου 591, με την επιφύλαξη της ισχύος του άρθρου 591 για τις ειδικές διαδικασίες. Η κατάθεση των προτάσεων γίνεται το αργότερο κατά τη συζήτηση και η κατάθεση της προσθήκης σε αυτές έως τη δωδέκατη ώρα της πέμπτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση.»

 

Άρθρο 27

Προσδιορισμός δικασίμου αναίρεσης - Τροποποίηση άρθρου 568 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στο άρθρο 568 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), περί αναίρεσης και προσδιορισμού δικασίμου, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1, διαγράφεται η λέξη «αναιρεσείων», β) προστίθεται παρ. 5 και το άρθρο 568 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 568

Αναίρεση - Προσδιορισμός δικασίμου

1. Μέχρι την εφαρμογή του ηλεκτρονικού φακέλου δικογραφίας, για να προσδιοριστεί δικάσιμος ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση προσκομίζει στη γραμματεία του Αρείου Πάγου επικυρωμένο αντίγραφο της αναίρεσης, των προσβαλλόμενων αποφάσεων, των εισαγωγικών εγγράφων της κύριας δίκης ή των παρεμπιπτουσών δικών και των προτάσεων του ίδιου και των άλλων διαδίκων, αν είναι απαραίτητες για να διαγνωστεί η βασιμότητα των λόγων αναίρεσης που περιέχονται στο κύριο δικόγραφο ή στο πρόσθετο αναιρετήριο, καθώς και συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο του εντολέα του. Δύο αντίγραφα των εγγράφων αυτών κατατίθενται ατελώς. Ειδικά όταν ο διάδικος είναι φυσικό πρόσωπο, η πληρεξουσιότητα μπορεί να παρέχεται

και με ψηφιακή εξουσιοδότηση, η οποία εκδίδεται μέσω της ενιαίας ψηφιακής πύλης της δημόσιας διοίκησης (gov.gr) και αποστέλλεται ηλεκτρονικά στο Δικαστήριο.

2. Η γραμματεία του Αρείου Πάγου υποβάλλει χωρίς καθυστέρηση τα έγγραφα που κατατέθηκαν στον πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίζει το αρμόδιο τμήμα, και ο πρόεδρος του τμήματος με απλή σημείωση στο αντίγραφο της αναίρεσης που έχει κατατεθεί ορίζει:

α) δικάσιμο της υπόθεσης,

β) [Καταργήθηκε],

γ) εισηγητή αρεοπαγίτη προς τον οποίον διαβιβάζεται ο φάκελος της δικογραφίας για τους σκοπούς του άρθρου 571.

3. Η δικάσιμος ορίζεται σε χρόνο που παρέχει επαρκή προθεσμία για την επίδοση και την προπαρασκευή της συζήτησης της υπόθεσης.

4. Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους στην προθεσμία του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2Α του άρθρου 495. Αν ο αναιρεσίβλητος επισπεύδει τη συζήτηση ή την επισπεύδει άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα, η κλήση επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση, στον αναιρεσείοντα και τους άλλους διαδίκους.

5. Για όσες αναιρέσεις έχουν κατατεθεί έως την 31η.12.2025 στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση ή στη γραμματεία του πρωτοδικείου της μεταβατικής έδρας, αν προσβάλλεται απόφαση εφετείου που συνεδρίασε σε μεταβατική έδρα, πρέπει να ζητηθεί ο προσδιορισμός τους στον Άρειο Πάγο το αργότερο έως την 31η.3.2027. Σε αντίθετη περίπτωση, το ένδικο μέσο λογίζεται ως μη ασκηθέν.»

 

Άρθρο 28

Εξουσιοδοτική διάταξη για τις διαταγές απόδοσης μισθίου - Τροποποίηση παρ. 4 άρθρου 626 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στην παρ. 4 του άρθρου 626 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), περί καθορισμού των προϋποθέσεων διορισμού δικηγόρων στη διαδικασία διαταγής πληρωμής, οι λέξεις «του άρθρου 625,» αντικαθίσταται από τις λέξεις «των άρθρων 625 και 638» και η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής:

«4. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης καθορίζονται οι προϋποθέσεις διορισμού των δικηγόρων των άρθρων 625 και 638 τα ειδικά προσόντα τους, ο τρόπος κατάθεσης των αιτήσεων, το ύψος της αποζημίωσης των δικηγόρων στις ως άνω περιπτώσεις, ο τρόπος, ο χρόνος και οι λοιποί όροι καταβολής της, καθώς και οι αναγκαίες εγγυήσεις για την αδιάβλητη επιλογή των δικηγόρων και κάθε άλλο ζήτημα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος.»

 

Άρθρο 29

Δυνατότητα χορήγησης αίτησης αναστολής διαταγής πληρωμής από τον δικαστή της περιφέρειας του πρωτοδικείου στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά - Τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 632 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 632 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), περί ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, οι λέξεις «ο δικαστής του οποίου εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής» αντικαθίστανται από τις λέξεις «της περιφέρειας του πρωτοδικείου στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά» και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:

«3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 631 η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το δικαστήριο όμως, της περιφέρειας του πρωτοδικείου στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά, μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να χορηγήσει αναστολή με ή και χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση για την ασκηθείσα ανακοπή. Η αναστολή αυτή δεν εμποδίζει την λήψη ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 724.»

 

Άρθρο 30

Προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα στην αίτηση διαταγής πληρωμής - Τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 639 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στην παρ. 3 του άρθρου 639 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), περί στοιχείων αίτησης και σχετικών εγγράφων, διαγράφεται το δεύτερο εδάφιο και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:

«3. Στην αίτηση επισυνάπτεται το έγγραφο από το οποίο αποδεικνύεται η μίσθωση, η έκθεση επίδοσης της όχλησης, καθώς και κάθε άλλο σχετικό έγγραφο.»

 

Άρθρο 31

Έκδοση διαταγής απόδοσης μισθίου από ορισθέντα δικηγόρο - Τροποποίηση άρθρου 640 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στο άρθρο 640 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), περί διαταγής απόδοσης μισθίου, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 1, η λέξη «ο δικαστής» αντικαθίσταται από τις λέξεις «ο δικηγόρος που εκδίδει την πράξη», β) στην περ. α) της παρ. 2 οι λέξεις «του δικαστή» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του δικηγόρου» και το άρθρο 640 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 640

Διαταγή απόδοσης μισθίου

1. Αν η αίτηση είναι νόμιμη και τα απαιτούμενα σε κάθε περίπτωση περιστατικά αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικηγόρος που εκδίδει την πράξη εκδίδει διαταγή με την οποία υποχρεώνει τον καθ' ου να αποδώσει στον αιτούντα τη χρήση του μισθίου και τον καταδικάζει στα δικαστικά έξοδα.

2. Η διαταγή καταρτίζεται εγγράφως και περιέχει:

α) το ονοματεπώνυμο του δικηγόρου που την εκδίδει, β) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου που ζήτησε την έκδοση της διαταγής και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας του και τον αριθμό φορολογικού μητρώου γ) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση, καθώς και αν αυτό είναι εφικτό τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας του, καθώς και αν αυτό είναι εφικτό τον αριθμό φορολογικού μητρώου, δ) περιγραφή του μισθίου, ε) την αιτία της απόδοσης με έκθεση των αναγκαίων περιστατικών και μνεία της έκθεσης επίδοσης της όχλησης, στ) διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου, ζ) υπόμνηση στον καθ' ου ότι η διαταγή αποτελεί τίτλο εκτελεστό που μπορεί να εκτελεστεί μετά την πάροδο είκοσι (20) ημερών από την προς αυτόν επίδοση και ότι δικαιούται να ασκήσει κατ' αυτής ανακοπή μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την επίδοση και η) υπογραφή του δικαστή που την εξέδωσε.

3. Η διαταγή αποτελεί τίτλο εκτελεστό. Η εκτέλεση μπορεί να πραγματοποιηθεί αφού παρέλθουν είκοσι (20) ημέρες από την επίδοσή αντιγράφου εξ απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη επίδοση αντιγράφου της. Η διαταγή εκτελείται και κατά των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 616.»

 

Άρθρο 32

Απόρριψη της αίτησης διαταγής πληρωμής από ορισθέντα δικηγόρο - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 641 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στην παρ. 1 του άρθρου 641 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), περί απόρριψης της αίτησης, η λέξη «δικαστής» αντικαθίσταται από τις λέξεις «ορισθείς δικηγόρος» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Ο ορισθείς δικηγόρος απορρίπτει την αίτηση: α) αν δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοσή της και β) αν ο αιτών δεν δίνει τις τυχόν ζητούμενες από αυτόν εξηγήσεις ή δεν προβαίνει στις υποδεικνυόμενες συμπληρώσεις ή διορθώσεις της αίτησης ή δεν παρέχει τις τυχόν ζητούμενες από αυτόν βεβαιώσεις της υπογραφής ιδιωτικών εγγράφων ή αν, μολονότι έχει κληθεί να βεβαιώσει ενόρκως τα κατά το άρθρο 639 περιστατικά, δεν προβαίνει στη βεβαίωση αυτή.»

 

Άρθρο 33

Δυνατότητα χορήγησης αίτησης αναστολής διαταγής απόδοσης μισθίου από τον δικαστή της περιφέρειας του πρωτοδικείου στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά - Τροποποίηση άρθρου 643 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στο άρθρο 643 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), περί μη ανασταλτικού αποτελέσματος της άσκησης ανακοπής, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στο δεύτερο εδάφιο οι λέξεις «Ο δικαστής όμως που την εξέδωσε» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Ο δικαστής της περιφέρειας του πρωτοδικείου στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά» και το άρθρο 643 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 643

Μη ανασταλτικό αποτέλεσμα της άσκησης ανακοπής

Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής. Ο δικαστής της περιφέρειας του πρωτοδικείου στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά μπορεί, ύστερα από αίτηση του ανακόπτοντος, η οποία εκδικάζεται κατά τα άρθρα 686 επ., να χορηγήσει αναστολή, είτε με εγγυοδοσία υπέρ του καθ' ου η ανακοπή είτε χωρίς εγγυοδοσία, έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής.»

 

Άρθρο 34

Ευθύνη συμβολαιογράφων κατά τη διαδικασία δημοσίευσης διαθήκης - Τροποποίηση άρθρου 808 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και άρθρου 1769 Αστικού Κώδικα

1. Στο άρθρο 808 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), περί διαδικασίας δημοσίευσης διαθήκης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 οι λέξεις «στο οποίο βεβαιώνονται όλα τα» αντικαθίστανται από τις λέξεις «με όλα τα», β) προστίθεται παρ. 7 και το άρθρο 808 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 808

Διαδικασία δημοσίευσης διαθήκης

1. Η δημοσίευση διαθήκης γίνεται με καταχώρισή της, ολόκληρης, στο πρακτικό που συντάσσεται και υπογράφεται από τον συμβολαιογράφο, με όλα τα εξωτερικά ελαττώματά της. Το πρακτικό καταχωρίζεται σε ειδική ηλεκτρονική πλατφόρμα δημοσίευσης διαθηκών (εφεξής «Μητρώο Διαθηκών»), η κυριότητα, διοίκηση και διαχείριση της οποίας ανήκει στους συμβολαιογραφικούς συλλόγους της χώρας.

2. Η δημοσίευση διαθήκης από προξενική αρχή γίνεται από τον πρόξενο ο οποίος συντάσσει πρακτικό που υπογράφεται από αυτόν και, αν πρόκειται για ιδιόγραφη διαθήκη, και από εκείνον που την παρέδωσε και αντίγραφο του πρακτικού δημοσίευσης αυτής καταχωρίζεται στην πλατφόρμα της παρ. 1.

3. Τα πρωτότυπα των διαθηκών που δημοσιεύονται, με τα περικαλύμματά τους, χρονολογούνται και υπογράφονται από τον συμβολαιογράφο ή τον πρόξενο και φυλάγονται στο αρχείο τους.

4. Αντίγραφα διαθηκών και ανακλήσεων διαθηκών, που δημοσιεύθηκαν στο εξωτερικό, μπορούν να κατατίθενται σε ελληνική προξενική αρχή, και αποστέλλονται στο Μητρώο Διαθηκών χωρίς καθυστέρηση, με επιμέλεια του προξένου που τα παρέλαβε. Η προξενική αρχή ή το Μητρώο Διαθηκών που παραλαμβάνει τα αντίγραφα συντάσσει επάνω σε αυτά πράξη κατάθεσης, όπου αναγράφει όσα κατατέθηκαν, εκείνον που τα κατέθεσε και την ημερομηνία της κατάθεσης αυτών. Τα αντίγραφα πρέπει να είναι επικυρωμένα από την αλλοδαπή αρχή που δημοσίευσε τη διαθήκη. Αν οι διαθήκες είναι διατυπωμένες ολόκληρες ή εν μέρει σε ξένη γλώσσα, πρέπει να επισυνάπτεται, κατά την κατάθεσή τους, μετάφραση στην ελληνική γλώσσα του ξενόγλωσσου μέρους τους, η οποία γίνεται από πιστοποιημένους μεταφραστές του «Μητρώου Πιστοποιημένων Μεταφραστών», μέσω της εφαρμογής «Πιστοποιημένοι Μεταφραστές» της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης «gov.gr», ελληνική προξενική αρχή ή δικηγόρο.

5. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, καθορίζονται οι χρήστες, η δυνατότητα πρόσβασης, το περιεχόμενο και οι ειδικότεροι όροι λειτουργίας του Μητρώου Διαθηκών, η διαδικασία πιστοποίησης και εγγραφής χρηστών σε αυτό, τα τέλη χρήσης, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

6. Το πρακτικό δημοσίευσης ή αρνήσεως δημοσίευσης διαθήκης του συμβολαιογράφου ή της προξενικής αρχής, προσβάλλονται με ανακοπή από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον ενώπιον του δικαστηρίου της κληρονομίας.

7. Ο συμβολαιογράφος για τη δημοσίευση της διαθήκης και την κήρυξη ιδιόγραφης διαθήκης ως κυρίας οφείλει να ενεργεί σύμφωνα με τον Κώδικα Συμβολαιογράφων και ευθύνεται μόνον για δόλο ή βαριά αμέλεια.»

2. Στην παρ. 3 του άρθρου 1769 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1985, Α' 164), περί δημοσίευσης διαθήκης, οι λέξεις «καταχωρίζονται ολόκληρη η διαθήκη και η βεβαίωση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία των εξωτερικών ελαττωμάτων της παρ. 4 του άρθρου 1721» αντικαθίστανται από τις λέξεις «καταχωρίζεται ολόκληρη η διαθήκη με τα τυχόν εξωτερικά ελαττώματά της» και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:

«3. Για τη δημοσίευση διαθήκης ο συμβολαιογράφος συντάσσει πρακτικό, στο οποίο καταχωρίζεται ολόκληρη η διαθήκη με τα τυχόν εξωτερικά ελαττώματά της.»

 

Άρθρο 35

Παράσταση με πληρεξούσιο δικηγόρο σε δήλωση αποδοχής κληρονομιάς - Τροποποίηση άρθρου 812 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στο άρθρο 812 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), περί παράστασης με πληρεξούσιο δικηγόρο σε δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στο τρίτο εδάφιο, οι λέξεις «με πληρεξούσιο δικηγόρο» αντικαθίστανται από τις λέξεις «μετά ή διά πληρεξουσίου δικηγόρου» και το άρθρο 812 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 812

Διαδικασία δήλωσης αποποίησης ή αποδοχής κληρονομιάς

Η δήλωση αποποίησης κληρονομίας ή αποδοχής κληρονομίας με το ευεργέτημα της απογραφής, αποδοχής ή αποποίησης του λειτουργήματος του εκτελεστή ή παραίτησης από αυτό και αποδοχής του διορισμού κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομίας ή παραίτησης από αυτόν γίνεται στη γραμματεία του δικαστηρίου της κληρονομίας. Με τη διαδικασία του πρώτου εδαφίου δύναται να υποβληθεί και δήλωση αποδοχής κληρονομίας από τον κληρονόμο. Στην περίπτωση αυτή, ο δηλών έχει υποχρέωση να παρίσταται μετά ή διά πληρεξουσίου δικηγόρου.»

 

Άρθρο 36

Προσδιορισμός του τρίτου στην εντολή - Τροποποίηση άρθρου 927 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στο άρθρο 927 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), περί εντολής προς εκτέλεση, προστίθεται τρίτο εδάφιο και το άρθρο 927 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 927

Αναγκαστική εκτέλεση - Εντολή προς εκτέλεση

Η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται με επιμέλεια εκείνου που έχει δικαίωμα να την ενεργήσει, ο οποίος δίνει, επάνω στο απόγραφο, τη σχετική εντολή σε ορισμένο δικαστικό επιμελητή και ορίζει τον τρόπο και αν είναι δυνατό και τα αντικείμενα επάνω στα οποία θα γίνει η εκτέλεση. Αν πρόκειται για κατάσχεση κινητού ή ακινήτου, ορίζει πιστοποιημένο για τον σκοπό αυτό συμβολαιογράφο ως υπάλληλο, ενώπιον του οποίου διενεργείται ηλεκτρονικά ο πλειστηριασμός. Αν πρόκειται για κατάσχεση εις χείρας τρίτου, ορίζει τον τρίτο στα χέρια του οποίου θέλει να επιβληθεί η κατάσχεση. Η εντολή πρέπει να χρονολογείται και να υπογράφεται από τον δικαιούχο ή τον πληρεξούσιό του και δίνει την εξουσία να ενεργηθούν όλες οι πράξεις της εκτέλεσης, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε αυτήν.»

 

Άρθρο 37

Στοιχεία της κατασχετήριας έκθεσης - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 954 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στο τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 954 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), περί περιεχομένου και ουσιωδών στοιχείων της κατασχετήριας έκθεσης και ορισμού πλειστηριασμού, οι λέξεις «διορισμένου στην περιφέρεια του συμβολαιογραφικού συλλόγου του τόπου εκτέλεσης ή σε περίπτωση που δεν είναι δυνατόν να οριστεί αδυναμία που βεβαιώνει στην κατασχετήρια έκθεση ο δικαστικός επιμελητής, ενώπιον πιστοποιημένου συμβολαιογράφου σε οποιονδήποτε συμβολαιογραφικό σύλλογο της χώρας» αντικαθίστανται από τις λέξεις «, σε οποιονδήποτε συμβολαιογραφικό σύλλογο της χώρας, αν δεν είναι δυνατό να οριστεί πιστοποιημένος συμβολαιογράφος της πρωτοδικειακής περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης (κατάσχεσης), αδυναμία που βεβαιώνει στην κατασχετήρια έκθεση ο δικαστικός επιμελητής» και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«2. Η κατασχετήρια έκθεση πρέπει να περιέχει, εκτός από τα ουσιώδη που απαιτούνται από το άρθρο 117 και: α) ακριβή περιγραφή του κατασχεμένου πράγματος, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του, β) αναφορά της εκτίμησης του κατασχεμένου που έκανε ο δικαστικός επιμελητής ή ο πραγματογνώμονας, γ) τιμή πρώτης προσφοράς που πρέπει να είναι τουλάχιστον τα δύο τρίτα της αξίας, στην οποία εκτιμήθηκε το κατασχεμένο κινητό πράγμα, δ) αναφορά του εκτελεστού τίτλου, στον οποίο βασίζεται η εκτέλεση, της επιταγής που επιδόθηκε στον οφειλέτη και του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, ε) αναφορά της ημέρας του πλειστηριασμού, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά σε πέντε (5) μήνες από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από την ημερομηνία αυτή, του τόπου του πλειστηριασμού, καθώς και του ονόματος του υπαλλήλου του πλειστηριασμού. Εάν η παραπάνω προθεσμία συμπληρώνεται τον Αύγουστο, τότε για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη ο επόμενος μήνας. Στην έκθεση αναφέρονται επίσης οι όροι που τυχόν έθεσε, σχετικά με τον πλειστηριασμό, ο υπέρ ου η εκτέλεση με την κατά το άρθρο 927 εντολή, καθώς επίσης και η τυχόν διενέργειά του ενώπιον συμβολαιογράφου, σε οποιονδήποτε συμβολαιογραφικό σύλλογο της χώρας, αν δεν είναι δυνατό να οριστεί πιστοποιημένος συμβολαιογράφος της πρωτοδικειακής περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης (κατάσχεσης), αδυναμία που βεβαιώνει στην κατασχετήρια έκθεση ο δικαστικός επιμελητής.»

 

Άρθρο 38

Πλειστηριασμός κατασχεμένων πραγμάτων - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 959 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 959 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), περί ορισμού αρμοδίου συμβολαιογράφου για τη διενέργεια πλειστηριασμού σε περίπτωση αδυναμίας τοπικού ορισμού, μετά από τη λέξη «συμβολαιογράφος» προστίθενται οι λέξεις «της πρωτοδικειακής περιφέρειας» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Τα κατασχεμένα πράγματα πλειστηριάζονται με ηλεκτρονικά μέσα ενώπιον συμβολαιογράφου της πρωτοδικειακής περιφέρειας του τόπου όπου έγινε η κατάσχεση. Εάν, για οποιονδήποτε λόγο, δεν είναι δυνατό να ορισθεί συμβολαιογράφος της πρωτοδικειακής περιφέρειας του τόπου εκτέλεσης (κατάσχεσης), τα κατασχεμένα πράγματα πλειστηριάζονται ενώπιον πιστοποιημένου συμβολαιογράφου σε οποιονδήποτε συμβολαιογραφικό σύλλογο της χώρας. Τα κατασχεμένα πράγματα πλειστηριάζονται μέσω των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμού από πιστοποιημένο, για τον σκοπό αυτόν συμβολαιογράφο, υπάλληλο του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού. Ο πλειστηριασμός διενεργείται ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου που ορίστηκε αρχικά και στην περίπτωση πολλαπλών κατασχέσεων.»

 

Άρθρο 39

Μείωση ποσού εγγυητικής επιστολής για ικανοποίηση δανειστών σε περίπτωση ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 980 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 980 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), περί ικανοποίησης των δανειστών κατόπιν άσκησης ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) διαγράφεται η λέξη «ισόποση», β) προστίθενται οι λέξεις «ή εγγυητική επιστολή ασφαλιστικής εταιρείας, που είναι νόμιμα αδειοδοτημένη και εγκατεστημένη στην Ελλάδα, υποχρεωτικά ανανεούμενη πριν τη λήξη της, ποσού που ανέρχεται σε ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) της απαίτησης που κατατάσσεται με τον πίνακα κατάταξης» και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«2. Αν κάποιος από τους δανειστές άσκησε ανακοπή, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν μπορεί να ικανοποιήσει τους δανειστές των οποίων η κατάταξη προσβάλλεται με την ανακοπή, εκτός αν προσκομίσουν εγγυητική επιστολή σε πρώτη ζήτηση τράπεζας που είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα ή εγγυητική επιστολή ασφαλιστικής εταιρείας, που είναι νόμιμα αδειοδοτημένη και εγκατεστημένη στην Ελλάδα, υποχρεωτικά ανανεούμενη πριν τη λήξη της, ποσού που ανέρχεται σε ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) της απαίτησης που κατατάσσεται με τον πίνακα κατάταξης. Σε περίπτωση τελεσίδικης ευδοκίμησης της ανακοπής ο δανειστής υποχρεούται να επιστρέψει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού εντόκως το ποσό που εισέπραξε.»

 

Άρθρο 40

Κατάσχεση στα χέρια τρίτου και διαδικασία επίδοσης και ηλεκτρονικής δήλωσης τρίτου - Τροποποίηση άρθρου 983 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στο άρθρο 983 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), περί κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, επίδοσης του σχετικού εγγράφου και άρσης του απορρήτου καταθέσεων για ικανοποίηση του δανειστή, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) η παρ. 1 αντικαθίσταται, γ) προστίθεται παρ. 6 και μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις το άρθρο 983 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 983

Τρόπος ενέργειας της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου

1. Η κατάσχεση εις χείρας τρίτου γίνεται με επιμέλεια εκείνου που έχει δικαίωμα να την ενεργήσει, ο οποίος χορηγεί, επί του εκτελεστού τίτλου ή της απόφασης, τη σχετική εντολή σε ορισμένο δικαστικό επιμελητή, ορίζοντας ταυτόχρονα τον τρίτο εις χείρας του οποίου θα γίνει η εκτέλεση. Η εντολή χορηγείται από πληρεξούσιο δικηγόρο και περιγράφει το αντικείμενο της κατάσχεσης. Η κατάσχεση διενεργείται με τη σύνταξη έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης από δικαστικό επιμελητή διορισμένο στο δικαστήριο της περιφέρειας όπου ο οφειλέτης έχει κατά τον χρόνο διενέργειας της κατάσχεσης την κατοικία, τη διαμονή ή την έδρα του, χωρίς σύμπραξη μάρτυρα. Ακριβές αντίγραφο της έκθεσης επιδίδεται στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση. Η έκθεση πρέπει να περιέχει, εκτός από τα απαραίτητα στοιχεία του άρθρου 117 και της παρ. 3 του άρθρου 118, τα ακόλουθα:

α) αναφορά του εκτελεστού τίτλου βάσει του οποίου γίνεται η εκτέλεση, της επιταγής που επιδόθηκε στον οφειλέτη, του αντικειμένου της κατάσχεσης με βάση την εντολή και του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση,

β) το ακριβές ποσό των εξόδων αυτής,

γ) επιταγή προς τον τρίτο να μην καταβάλει σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση,

δ) διορισμό αντικλήτου που κατοικεί στην περιφέρεια του πρωτοδικείου της κατοικίας του οφειλέτη, αν εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση δεν κατοικεί στην περιφέρεια του πρωτοδικείου της κατοικίας του οφειλέτη,

ε) αναφορά του Μοναδικού Κωδικού Δήλωσης που εξάγεται αυτοματοποιημένα από την πλατφόρμα ιδιοκτησίας της Ομοσπονδίας Δικαστικών Επιμελητών Ελλάδας (portal.odee.gr),

στ) μνεία της προθεσμίας και του τρόπου ηλεκτρονικής υποβολής της δήλωσης τρίτου στην πλατφόρμα portal.odee.gr.

2. Το έγγραφο που προορίζεται για εκείνον κατά του οποίου γίνεται η κατάσχεση πρέπει να του επιδοθεί το αργότερο μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου γίνει η επίδοση στον τρίτο, αλλιώς η κατάσχεση είναι άκυρη.

3. Όταν πρόκειται για απαίτηση από τίτλο εις διαταγήν, η κατάσχεση της παρ. 1 μπορεί να γίνει μόνο αφού ο τίτλος αφαιρεθεί κατά το άρθρο 954 παρ. 1 από εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και παραδοθεί σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται.

4. Για την κατάσχεση στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου το έγγραφο επιδίδεται στην έδρα του ή σε οποιοδήποτε κατάστημά του.

5. Το απόρρητο των κάθε μορφής καταθέσεων σε πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και των άυλων μετοχών που καταχωρίζονται στο Σύστημα Άυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.) του Κεντρικού Αποθετηρίου Αξιών δεν ισχύει έναντι του δανειστή που έχει δικαίωμα κατάσχεσης της περιουσίας του δικαιούχου της κατάθεσης ή της μετοχής. Το απόρρητο αίρεται μόνο για τα χρηματικό ποσό που απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή.

6. Η επίδοση ακριβούς αντιγράφου της έκθεσης στον τρίτο και στον οφειλέτη δύναται να διενεργείται με ηλεκτρονικά μέσα, κατά το άρθρο 122Α.»

 

Άρθρο 41

Ηλεκτρονική υποβολή της δήλωσης τρίτου μέσω της πλατφόρμας portal.odee.gr - Αντικατάσταση παρ. 2 άρθρου 985 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Η παρ. 2 του άρθρου 985 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), περί υποβολής δήλωσης τρίτου και καθορισμού σχετικών λεπτομερειών, αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Η δήλωση της παρ. 1 συντάσσεται, υπογράφεται και υποβάλλεται ηλεκτρονικά από πληρεξούσιο δικηγόρο ή συμβολαιογράφο στις κατασχέσεις εις χείρας τρίτου στις οποίες, στο πλαίσιο των καθηκόντων του, φέρει την ιδιότητα του τρίτου, στον δικαστικό επιμελητή που επέβαλε την κατάσχεση, με Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών μέσω της εγκεκριμένης ψηφιακής πλατφόρμας που διατηρεί η Ομοσπονδία Δικαστικών Επιμελητών Ελλάδας (portal.odee.gr), με χρήση του Μοναδικού Κωδικού Δήλωσης που αναφέρεται στην περ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 983. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης καθορίζεται κάθε τεχνική λεπτομέρεια σχετικά με την υποβολή της δήλωσης. Η καταφατική δήλωση του άρθρου 988 αποτελεί τίτλο εκτελεστό κατά του τρίτου. Τον εκτελεστήριο τύπο δίνει Πρωτοδίκης του κεντρικού Πρωτοδικείου της περιφέρειας όπου ο οφειλέτης έχει, κατά τον χρόνο διενέργειας της κατάσχεσης, την κατοικία, τη διαμονή ή την έδρα του.»

 

Άρθρο 42

Επίδοση κατασχετήριας έκθεσης αν ο καθ' ου η εκτέλεση είναι απών ή δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτιση του αντιγράφου - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 995 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στην παρ. 1 του άρθρου 995 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), περί επίδοσης της κατασχετήριας έκθεσης και καθορισμού της τιμής πρώτης προσφοράς ακινήτου, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται και β) προστίθεται τρίτο εδάφιο και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται μόλις περατωθεί η κατάσχεση στον καθ' ου η εκτέλεση, αν ήταν παρών, και αν αυτός αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο που του επιδίδεται, ο επιμελητής συντάσσει έκθεση για την άρνησή του. Αν είναι απών ή δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτιση του αντιγράφου, η επίδοση μπορεί να γίνει σύμφωνα με το Κεφάλαιο Δέκατο Έκτο, περί επιδόσεων. Η επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης γίνεται το αργότερο την επομένη της ημέρας που έγινε η κατάσχεση, εφόσον εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στην περιφέρεια του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση, διαφορετικά μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάσχεση. Η παράλειψη των διατυπώσεων αυτών επιφέρει ακυρότητα. Ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά τον χρόνο της κατάσχεσης κατά το π.δ. 59/2016 (Α' 95).»

Άρθρο 43

Υπεισέλευση του υπερθεματιστή σε μισθώσεις με μισθωτή το Δημόσιο, Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ. -

Τροποποίηση άρθρου 1009 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στο άρθρο 1009 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), περί δικαιώματος του υπερθεματιστή έναντι του μισθωτή, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) η μόνη παράγραφος αριθμείται ως παρ. 1, γ) προστίθεται παρ. 2 και το άρθρο 1009 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 1009

Δικαίωμα υπερθεματιστή έναντι του μισθωτή

«1. Αν το ακίνητο που πλειστηριάστηκε ήταν μισθωμένο για την άσκηση σε αυτό επιχείρησης, ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση, οπότε αυτή λύεται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από την καταγγελία. Αν το ακίνητο που πλειστηριάστηκε ήταν μισθωμένο ως κατοικία, ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση οπότε η μίσθωση λύεται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από την καταγγελία. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, η καταγγελία δεν είναι δυνατή πριν τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου στο άρθρο 2 του ν. 1703/1987 (Α' 78) χρονικού διαστήματος. Στην περίπτωση αυτή η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης εκτελείται κατά του μισθωτή και του υπομισθωτή, καθώς και κατά οποιουδήποτε αντλεί τα δικαιώματά του από αυτούς ή κατέχει το μίσθιο γι' αυτούς.

2. Η παρ. 1 δεν εφαρμόζεται επί μισθώσεων ακινήτων για τα οποία μισθωτής ή εκμισθωτής είναι το Δημόσιο, οι Ο.Τ.Α. και Ν.Π.Δ.Δ. και χρησιμοποιούνται για την εξυπηρέτηση σκοπών δημοσίου συμφέροντος, εφόσον η μισθωτική σχέση είναι αποδεδειγμένα γνωστή στον υπερθεματιστή. Επί αναγκαστικού πλειστηριασμού του μισθίου ακινήτου στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 614 και 616 ΑΚ.»

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ Ν. 5221/2025 - ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΙΩΝ ΠΡΟΕΙΣΠΡΑΞΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΑΞΕΩΝ ΑΠΟ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΥΣ

 

Άρθρο 44

Μεταβατική διάταξη σχετικά με την εισήγηση στον Άρειο Πάγο - Τροποποίηση παρ. 6 και 8 άρθρου 126 ν. 5221/2025

1. Στην παρ. 6 του άρθρου 126 του ν. 5221/2025 (Α' 133), περί μεταβατικών διατάξεων, η λέξη «κλήσεις» αντικαθίσταται από τις λέξεις «όσον αφορά τις κλήσεις κατόπιν ματαίωσης ή κήρυξης απαράδεκτης της συζήτησης της αγωγής» και η παρ. 6 διαμορφώνεται ως εξής:

«6. Οι διατάξεις του Μέρους Α' εφαρμόζονται για αγωγές και όσον αφορά τις κλήσεις κατόπιν ματαίωσης ή κήρυξης απαράδεκτης της συζήτησης της αγωγής που ασκούνται ή κατατίθενται από την 1η.1.2026.»

2. Η παρ. 8 του άρθρου 126 του ν. 5221/2025 αντικαθίσταται ως εξής:

«8. Το άρθρο 57 εφαρμόζεται και για όσες υποθέσεις προσδιορίστηκε δικάσιμος ή θα προσδιοριστεί μετά τη 16η.9.2026.»

 

Άρθρο 45

Καταργούμενες διατάξεις - Τροποποίηση άρθρου 127 ν. 5221/2025

Στο άρθρο 127 του ν. 5221/2025 (Α' 133), περί καταργούμενων διατάξεων, προστίθενται περ. γα), γβ) και δα) και το άρθρο 127 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 127

Καταργούμενες διατάξεις

1. Από τη δημοσίευση του παρόντος καταργούνται:

α) το άρθρο 136 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), περί του πότε συντελείται η επίδοση,

β) η περ. γ) της παρ. 3 του άρθρου 241 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, περί αναβολής της συζήτησης για σπουδαίο λόγο,

γ) το άρθρο 381 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, περί των αποφάσεων του δικαστηρίου για οδηγίες και διευκρινίσεις πραγματογνωμόνων,

γα) το άρθρο 498 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, περί προσδιορισμού δικασίμου και προθεσμίας κλήτευσης, γβ) η παρ. 2 του άρθρου 566 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, περί στοιχείων του αναιρετηρίου, δ) η περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 568 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, περί του προσδιορισμού δικασίμου, δα) η παρ. 6 του άρθρου 632 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, περί σώρευσης αιτήματος περί ακυρώσεως των πράξεων εκτελέσεως στην ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής,

ε) το άρθρο 732Α του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, περί της προθεσμίας άσκησης αγωγής για την κύρια υπόθεση σε περίπτωση προσωρινής ρύθμισης κατάστασης,

στ) το άρθρο 809 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, περί της τήρησης των βιβλίων διαθηκών από τους γραμματείς δικαστηρίου,

ζ) το άρθρο 912 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, περί της αναστολής της προσωρινής εκτελεστότητας σε περίπτωση άσκησης ανακοπής ή έφεσης,

η) η παρ. 4 του άρθρου 998 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, περί του πλειστηριασμού ακινήτου, και θ) τα άρθρα 1770, περί της δημοσίευσης μυστικής διαθήκης, 1771, περί του πρακτικού δημοσίευσης διαθήκης, 1772, περί αποστολής αντιγράφου πρακτικού δημοσίευσης διαθήκης, 1774, περί της δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης και 1776, περί κήρυξης κύριας διαθήκης, του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α' 164).»

 

Άρθρο 46

Προσκόμιση γραμματίου προείσπραξης σε πράξεις εκδοθείσες από δικηγόρο ή συμβολαιογράφο - Αντικατάσταση του πίνακα του άρθρου 61Α του Κώδικα Δικηγόρων

Ο πίνακας του άρθρου 61Α του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α' 208) αντικαθίσταται ως εξής:

Α/Α

ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ

ΑΜΟΙΒΕΣ

ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ ΥΠΕΡ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ

1

Αίτηση ενώπιον δικηγόρου για την έκδοση διαταγής πληρωμής με αιτούμενο ποσό μέχρι 50.000,00€

268,00€

11,00€

2

Αίτηση ενώπιον δικηγόρου για την έκδοση διαταγής πληρωμής με αιτούμενο ποσό από 50.001,00€ μέχρι 150.000,00€

406,00€

16,00€

3

Αίτηση ενώπιον δικηγόρου για την έκδοση διαταγής πληρωμής με αιτούμενο ποσό από 150.001,00€ και πάνω

663,00€

27,00€

4

Αίτηση και υποβολή φακέλου για τη συναινετική εγγραφή ή εξάλειψη προσημείωσης υποθήκης ενώπιον δικηγόρου

241,00€

9,00€

5

Παράσταση για δήλωση συναίνεσης για τη συναινετική εγγραφή ή εξάλειψη προσημείωσης υποθήκης ενώπιον δικηγόρου

134,00€

5,00€

6

Αίτηση ενώπιον δικηγόρου για έκδοση κληρονομητηρίου

300,00€

12,00€

7

Υποβολή εγγράφων για αποποίηση κληρονομίας

102,00€

4,00€

8

Υποβολή δήλωσης αποδοχής κληρονομίας

100,00€

4,00€

9

Δημοσίευση διαθήκης ενώπιον συμβολαιογράφου

102,00€

4,00€

10

Αίτηση για κήρυξη διαθήκης ως κυρίας

321,00€

13,00€

 

 

ΜΕΡΟΣ Γ'

ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

Άρθρο 47

Σκοπός

Σκοπός του Μέρους Γ' είναι η ενίσχυση της εύρυθμης λειτουργίας της δικαιοσύνης και η επιτάχυνση της απονομής της, μέσω παρεμβάσεων στην οργάνωση και τη στελέχωση των ποινικών δικαστηρίων, ο εξορθολογισμός ζητημάτων υπηρεσιακής κατάστασης δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών και η βελτίωση επιμέρους διατάξεων που συνδέονται με τη λειτουργία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, των δικαστικών υπηρεσιών και συναφών δομών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, καθώς και στοχευμένες ρυθμίσεις για ειδικά ζητήματα ποινικής δικονομίας και εκτέλεσης ποινών.

 

Άρθρο 48

Αντικείμενο

Αντικείμενο του Μέρους Γ' είναι η τροποποίηση διατάξεων που διέπουν:

α) την κλήρωση, τη συγκρότηση και τη στελέχωση των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων και τη λειτουργία Ποινικού Τμήματος στα Εφετεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης, καθώς και συναφείς ρυθμίσεις στον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022, Α' 109),

β) τον εξορθολογισμό διατάξεων για την επιθεώρηση, την προαγωγή και τις αποσπάσεις δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών και τη διεύρυνση του πλαισίου απόσπασης για ανάγκες εκπροσώπησης της χώρας και συμμετοχής σε ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς,

γ) τη βελτίωση του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ιδίως ως προς οργανικές θέσεις δικαστικών υπαλλήλων, αναπληρώσεις προϊσταμένων και προϋποθέσεις πλήρωσης θέσεων,

δ) την αντιμετώπιση επειγουσών υπηρεσιακών αναγκών μέσω της αύξησης οργανικών θέσεων δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, της πρόβλεψης ειδικών προσόντων διορισμού συμβολαιογράφων και λοιπών οργανωτικών παρεμβάσεων, καθώς και

ε) ειδικές δικονομικές και σωφρονιστικές ρυθμίσεις, ιδίως ως προς τον καθορισμό του αριθμού σελίδων ορισμένων δικογράφων, τον ευεργετικό υπολογισμό ποινής υπό μορφή πλασματικής έκτισης και την παροχή κοινωφελούς εργασίας.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΙΔΡΥΣΗΣ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΣΤΑ ΕΦΕΤΕΙΑ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ - ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΕΝΣΗΜΑ - ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

 

Άρθρο 49

Κλήρωση και στελέχωση των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων και λειτουργία των Ποινικών Τμημάτων και του Τμήματος Βουλευμάτων - Τροποποίηση άρθρου 20 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών

Στο άρθρο 20 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022, Α' 109), περί κλήρωσης των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην υποπερ. γγ) της περ. γ) της παρ. 3, οι λέξεις «εφετείων και των τριμελών εφετείων» αντικαθίστανται από τις λέξεις «εφετείων, των τριμελών εφετείων και των μονομελών εφετείων», β) στην περ. α' της παρ. 12 βα) στο πρώτο εδάφιο, i) οι λέξεις «Εφετείο Αθηνών» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Ποινικό Τμήμα των Εφε- τείων Αθηνών και Θεσσαλονίκης», ii) πριν από τις λέξεις «, ο αριθμός των δικαστών» προστίθενται οι λέξεις «και Θεσσαλονίκης», ββ) στο δεύτερο εδάφιο οι λέξεις «για δύο (2) δικαστικά έτη με κλήρωση μεταξύ των προέδρων εφετών που έχουν οριστεί για να προεδρεύουν αποκλειστικά στα ποινικά δικαστήρια και όλων των εφετών που υπηρετούν στο Δικαστήριο αυτό» αντικαθίστανται από τις λέξεις «έως δύο (2) δικαστικά έτη με κλήρωση μεταξύ των προέδρων εφετών και εφετών που έχουν οριστεί για να συμμετέχουν αποκλειστικά στα ποινικά δικαστήρια», βγ) στο τρίτο εδάφιο μετά τις λέξεις «δύο (2) δικαστικά έτη» προστίθενται οι λέξεις «, για το Τμήμα Βουλευμάτων», βδ) στο δέκατο εδάφιο μετά τις λέξεις «όλων των εφετών» προστίθενται οι λέξεις «του Ποινικού Τμήματος», βε) στο δέκατο τέταρτο εδάφιο μετά τις λέξεις «Τα αναπληρωματικά μέλη» προστίθενται οι λέξεις «συμμετέχουν στις συνθέσεις των ποινικών ακροατηρίων και», γ) προστίθεται παρ. 14 και το άρθρο 20 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 20

Κλήρωση των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων

1. Σε όσα πρωτοδικεία, εφετεία και στις αντίστοιχες εισαγγελίες προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε (15) τουλάχιστον δικαστών, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση. Στα Εφετεία Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιώς ορίζονται από την ολομέλεια των δικαστηρίων αυτών δικαστές, που προεδρεύουν αποκλειστικά στα ποινικά δικαστήρια. Στο Εφετείο Αθηνών οι ανωτέρω δικαστές ορίζονται για δύο (2) έτη, με δυνατότητα ανανέωσης της θητείας τους για ένα (1) έτος. Για την κάλυψη των κενών που δημιουργούνται, από οποιεσδήποτε υπηρεσιακές μεταβολές, στους δικαστές οι οποίοι προεδρεύουν αποκλειστικά στα ποινικά δικαστήρια, η Ολομέλεια του Εφετείου Αθηνών μπορεί οποτεδήποτε να τροποποιεί και να συμπληρώνει τις ανωτέρω αποφάσεις της. Στα Εφετεία Θεσσαλονίκης και Πειραιώς, οι δικαστές, οι οποίοι προεδρεύουν αποκλειστικά στα ποινικά δικαστήρια, ορίζονται από την Ολομέλειά τους για δύο (2) έτη, με δυνατότητα παράτασης της θητείας τους για ένα (1) ακόμα έτος. Στους πίνακες που καταρτίζονται από την ολομέλεια περιλαμβάνεται ο ανάλογος με τις ανάγκες του δικαστηρίου αριθμός δικαστών, μεταξύ των οποίων γίνεται η κλήρωση των τακτικών και αναπληρωματικών, σύμφωνα με τη διαδικασία του παρόντος, από το πρώτο τριμελές πλημμελειοδικείο ή τριμελές ποινικό εφετείο. Με αιτιολογημένη πράξη του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης των ανωτέρω Δικαστηρίων, είναι δυνατόν, σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, για υπηρεσιακούς λόγους, να παρατείνεται μια φορά και για χρονικό διάστημα μέχρι το ήμισυ της θητείας τους η θητεία των δικαστών που προεδρεύουν στα ποινικά δικαστήρια. Η απόφαση κοινοποιείται άμεσα στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου και στον αρμόδιο Επιθεωρητή Αεροπαγίτη.

2. Η κλήρωση για την κατάρτιση των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων στις δικάσιμους κάθε μήνα γίνεται από το πρώτο τριμελές πλημμελειοδικείο ή τριμελές ποινικό εφετείο στην πρώτη δικάσιμο του δεύτερου δεκαήμερου του προηγούμενου μήνα και, αν αυτή δεν υπάρχει ή ματαιωθεί για οποιονδήποτε λόγο, γίνεται την επόμενη δικάσιμο ή εργάσιμη ημέρα αντίστοιχα.

3. Ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία, καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα:

α) Στο πρωτοδικείο:

αα) όλων των προέδρων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των μικτών ορκωτών δικαστηρίων και ανάλογος προς τις υπηρεσιακές ανάγκες αριθμός προέδρων των τριμελών πλημμελειοδικείων, αβ) των αρχαιότερων πρωτοδικών της γενικής επετηρίδας της περ. δ) του άρθρου 3 του ν. 5108/2024 (Α'65), από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των υπόλοιπων τριμελών πλημμελειοδικείων,

αγ) όλων των υπόλοιπων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των μικτών ορκωτών δικαστηρίων, των τριμελών πλημμελειοδικείων και οι δικαστές των μονομελών πλημμελειοδικείων,

αδ) των παρέδρων πρωτοδικείου, από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των συνθέσεων των τριμελών και μονομελών πλημμελειοδικείων. β) Στην εισαγγελία πρωτοδικών:

βα) όλων των εισαγγελέων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται οι εισαγγελείς των μικτών ορκωτών δικαστηρίων και ανάλογος προς τις υπηρεσιακές ανάγκες αριθμός εισαγγελέων των τριμελών και μονομελών πλημμελειοδικείων,

ββ) όλων των αντεισαγγελέων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται οι εισαγγελείς των μονομελών και των υπόλοιπων τριμελών πλημμελειοδικείων,

βγ) των παρέδρων εισαγγελίας, από τους οποίους κληρώνονται οι εισαγγελείς των μονομελών πλημμελειοδικείων και, εφόσον επιβάλλεται από τις υπηρεσιακές ανάγκες, ανάλογος αριθμός ως εισαγγελέων των τριμελών πλημμελειοδικείων. γ) Στο εφετείο:

γα) των αρχαιότερων προέδρων εφετών μέχρι τον αναγκαίο αριθμό, ανάλογα με τις ανάγκες του δικαστηρίου, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των μικτών ορκωτών εφετείων και των τριμελών εφετείων της υποπερ. i) της περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 7 και της περ. 8 του άρθρου 111 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, A' 96),

γβ) των νεότερων προέδρων εφετών και των αρχαιότερων εφετών, μέχρι τον αναγκαίο αριθμό, ανάλογα με τις ανάγκες του δικαστηρίου, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των τριμελών εφετείων των υποπερ. ii) και iii) της περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 7 και των περ. 1 έως 7 του άρθρου 111 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και των μονομελών εφετείων,

γγ) όλων των υπόλοιπων εφετών, από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των μικτών ορκωτών εφετείων, των τριμελών εφετείων και των μονομελών εφετείων. δ) Στην εισαγγελία εφετών:

δα) όλων των εισαγγελέων, από τους οποίους κληρώνονται οι εισαγγελείς των μικτών ορκωτών εφετείων, και ανάλογος προς τις υπηρεσιακές ανάγκες αριθμός εισαγγελέων των τριμελών εφετείων της υποπερ. i) της περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 7 και της περ. 8 του άρθρου 111 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας,

δβ) όλων των αντεισαγγελέων, από τους οποίους κληρώνονται οι εισαγγελείς των υπόλοιπων τριμελών και των μονομελών εφετείων.

4. Με βάση τους παραπάνω πίνακες, ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια της περιόδου για την οποία γίνεται η κλήρωση. Αν εξαντληθούν οι κλήροι πριν συμπληρωθούν όλες οι συνθέσεις, τοποθετούνται πάλι στην κληρωτίδα. Δικαστικοί λειτουργοί, οι οποίοι κατά τη διάρκεια του ίδιου δικαστικού έτους έχουν κληρωθεί κατ' επανάληψη, έχουν δικαίωμα να ζητήσουν, με προσφυγή στο τριμελές συμβούλιο ή στον διευθύνοντα την εισαγγελία, την εξαίρεσή τους από την κλήρωση του επόμενου μήνα. Στην κληρωτίδα δεν τίθενται τα ονόματα των δικαστικών λειτουργών που έχουν συμπληρώσει την ανάλογη μηνιαία υπηρεσία. Στο δικαστήριο που ενεργεί την κλήρωση μετέχουν δύο (2) γραμματείς, οι οποίοι τηρούν τα πρόχειρα πρακτικά χωριστά σε δύο (2) όμοια πρωτότυπα ο καθένας, τα οποία υπογράφονται στην έδρα από τα μέλη της σύνθεσης. Το ένα από αυτά αναρτάται αμέσως στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου. Η κλήρωση των συνθέσεων των δικαστηρίων μπορεί να γίνεται και ηλεκτρονικά.

5. Με την ίδια διαδικασία ορίζονται οι αναπληρωματικοί δικαστές και εισαγγελείς και οι σύνεδροι δικαστές.

6. Ο κανονισμός του δικαστηρίου και, αν δεν υπάρχει, η πράξη του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης ή του διευθύνοντος το δικαστήριο, ρυθμίζει τις λοιπές λεπτομέρειες της διαδικασίας της κλήρωσης.

7. α. Αντικατάσταση δικαστή που έχει κληρωθεί ως μέλος της σύνθεσης δικαστηρίου, καθώς και του εισαγγελέα, δεν επιτρέπεται παρά μόνο από τον αναπληρωματικό δικαστή και εισαγγελέα αντίστοιχα, που ορίζεται κατά τη διαδικασία των παρ. 4 και 5, για λόγους ασθενείας ή ανυπέρβλητης υπηρεσιακής ή προσωπικής ανάγκης του κληρωθέντος μέλους της σύνθεσης του δικαστηρίου. Ο λόγος της αντικατάστασης αναγράφεται στα πρακτικά του δικαστηρίου. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, αν εμφανιστεί ασθένεια ή ανυπέρβλητη υπηρεσιακή ή προσωπική ανάγκη στους αναπληρωματικούς, ο δικαστής ή ο εισαγγελέας που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία αντίστοιχα μπορεί, με αιτιολογημένη πράξη του, να αντικαταστήσει τον κληρωθέντα αναπληρωματικό δικαστή ή εισαγγελέα αντίστοιχα με άλλον μη κληρωθέντα. Η πράξη αυτή μνημονεύεται στα πρακτικά του δικαστηρίου.

β. Όπου δεν διενεργείται κλήρωση, ο δικαστής ή ο εισαγγελέας που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία, αν εμφανιστεί ανυπέρβλητη δυσχέρεια για την κατάρτιση της σύνθεσης του δικαστηρίου, με αιτιολογημένη πράξη του, αντικαθιστά ή ορίζει τους δικαστές ή τον εισαγγελέα αντιστοίχως.

8. Απαγορεύεται να προσδιοριστεί ή να αναβληθεί υπόθεση σε δικάσιμο για την οποία έχει γίνει η κλήρωση της σύνθεσης του δικαστηρίου. Κατ' εξαίρεση επιτρέπονται:

α. Ο προσδιορισμός αν: αα) συμπληρώνεται ο χρόνος της παραγραφής του εγκλήματος, οπότε ο αρμόδιος εισαγγελέας εκδίδει αιτιολογημένη πράξη, που παραμένει στη δικογραφία, αβ) ο κατηγορούμενος κρατείται και συμπληρώνεται το ανώτατο όριο της προσωρινής του κράτησης, αγ) πρόκειται για υποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 31, αδ) ο νόμος ορίζει προθεσμία προσδιορισμού. Με πράξη του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης ή του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο μπορεί i) να εφαρμοστεί η ανωτέρω ρύθμιση αναλόγως και σε άλλα ποινικά δικαστήρια, ii) να αποφασίζεται η διεξαγωγή συμπληρωματικής κλήρωσης προεδρευόντων και αναπληρωτών προεδρευόντων όποτε αυτό κρίνεται αναγκαίο.

β. Η αναβολή αν: βα) ο νόμος ορίζει προθεσμία αναβολής, ββ) συντρέχει λόγος αναβολής σε σύντομη ρητή δικάσιμο, που αιτιολογείται ειδικά στην απόφαση.

9. Ο προσδιορισμός των ποινικών υποθέσεων γίνεται από τον αρμόδιο εισαγγελέα με σημείωση της δικασίμου, χρονολογία και υπογραφή του στους φακέλους των δικογραφιών.

10. Η μη τήρηση των παρ. 2 έως 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που θεραπεύεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης.

11. Οι παρ. 1 έως 10 δεν εφαρμόζονται στην κατάρτιση των συνθέσεων των δικαστηρίων ανηλίκων.

12. α. Στο Ποινικό Τμήμα των Εφετείων Αθηνών και Θεσσαλονίκης λειτουργεί Τμήμα Βουλευμάτων για τη συγκρότηση του οποίου ορίζεται από την Ολομέλεια των Εφετείων Αθηνών και Θεσσαλονίκης, ο αριθμός των δικαστών που είναι αναγκαίος για την στελέχωσή του. Οι δικαστές, πρόεδροι εφετών και εφέτες, που μετέχουν στο Τμήμα Βουλευμάτων, με ισάριθμους αναπληρωματικούς, ορίζονται έως δύο (2) δικαστικά έτη με κλήρωση μεταξύ των προέδρων εφετών και εφετών που έχουν οριστεί για να συμμετέχουν αποκλειστικά στα ποινικά δικαστήρια. Σε περίπτωση κλήρωσης των δικαστών για μία διετία, αυτοί δεν περιλαμβάνονται στην κλήρωση για τα επόμενα δύο (2) δικαστικά έτη, για το Τμήμα Βουλευμάτων. Η κλήρωση γίνεται από το Α' Τριμελές Εφετείο κατά την τελευταία δικάσιμο του Ιουνίου σε δημόσια συνεδρίαση και με δύο (2) κληρωτίδες. Αν δεν έχουν ολοκληρωθεί οι υπηρεσιακές μεταβολές, σύμφωνα με το άρθρο 61, η κλήρωση μπορεί να διενεργηθεί το αργότερο μέχρι τις 15 Ιουλίου. Για την κλήρωση χρησιμοποιούνται ως κλήροι αδιαφανή σφαιρίδια. Αμέσως πριν από τη διενέργεια της κλήρωσης το ανωτέρω δικαστήριο συνέρχεται σε συμβούλιο, προκειμένου να τοποθετηθούν τα σφαιρίδια, αφού προηγουμένως επιδειχθούν σε όλα τα μέλη του συμβουλίου τα ονόματα όλων των προέδρων εφετών και των εφετών. Στη συνέχεια, τοποθετούνται τα σφαιρίδια σε χωριστές κληρωτίδες για τους προέδρους εφετών και τους εφέτες. Κατά τη δημόσια συνεδρίαση ο πρόεδρος εξάγει από την πρώτη κληρωτίδα, που περιέχει τα σφαιρίδια με τα ονόματα όλων των προέδρων εφετών, τον ορισθέντα από την ολομέλεια αριθμό προέδρων εφετών, και των αναπληρωματικών τους. Ακολούθως, εξάγει από τη δεύτερη κληρωτίδα, που περιέχει τα σφαιρίδια με τα ονόματα όλων των εφετών του Ποινικού Τμήματος, αριθμό κλήρων ίσο προς τον διπλάσιο αριθμό των εφετών που πρόκειται να υπηρετήσουν στο Τμήμα Βουλευμάτων. Από τους κληρωθέντες οι πρώτοι κατά σειρά της κλήρωσης μέχρι τη συμπλήρωση του ημίσεος του όλου αριθμού αποτελούν τα τακτικά και οι υπόλοιποι τα αναπληρωματικά μέλη του τμήματος. Για τα δύο στάδια της κλήρωσης συντάσσονται πρόχειρα πρακτικά, σε δύο όμοια πρωτότυπα, τα οποία υπογράφονται στην έδρα. Το ένα από αυτά αναρτάται αμέσως στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου. Τα αναπληρωματικά μέλη συμμετέχουν στις συνθέσεις των ποινικών ακροατηρίων και αναπληρώνουν κατά τη σειρά κλήρωσής τους τα τακτικά, όταν ελλείπουν, απουσιάζουν ή κωλύονται.

β. Η θητεία των μελών του Τμήματος Βουλευμάτων αρχίζει στις 16 Σεπτεμβρίου του έτους της κλήρωσης.

13. α. Στο ποινικό τμήμα του Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως αυτό ορίζεται στην περ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 5108/2024 (Α' 65), υπηρετούν πρόεδροι πρωτοδικών και πρωτοδίκες με αποκλειστική απασχόληση, για θητεία δύο (2) συνεχομένων δικαστικών ετών ανά βαθμό, η οποία δύναται να παραταθεί για άλλο ένα (1) δικαστικό έτος με αίτηση του ενδιαφερομένου δικαστή και απόφαση του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης του πρωτοδικείου. Δυνατότητα νέας θητείας στο Ποινικό Τμήμα παρέχεται μόνο μετά την πάροδο δύο (2) δικαστικών ετών. Σε περίπτωση έκτακτων υπηρεσιακών αναγκών, το τριμελές συμβούλιο διεύθυνσης δύναται να μετακινεί στο ποινικό τμήμα δικαστές, οι οποίοι υπηρετούν σε άλλα τμήματα του πρωτοδικείου, προκειμένου να απασχοληθούν κατ' αποκλειστικότητα σε αυτό. Μετά από την άρση των έκτακτων υπηρεσιακών αναγκών, οι ανωτέρω δικαστές επιστρέφουν στα τμήματα, στα οποία προηγουμένως υπηρετούσαν, χωρίς ο χρόνος υπηρεσίας τους στο ποινικό τμήμα να λογίζεται ως χρόνος θητείας σε αυτό. Για τη δυνατότητα συμμετοχής παρέδρων πρωτοδικείου και υπηρετούντων κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του ν. 5108/2024 δικαστών ειδικής επετηρίδας στις συνθέσεις των τριμελών και μονομελών πλημμελειοδικείων και των δικαστικών συμβουλίων εξακολουθούν να ισχύουν οι ειδικές προβλέψεις του νόμου αυτού και του παρόντος Κώδικα.

β. Στο ποινικό τμήμα του Πρωτοδικείου Αθηνών ανήκουν και οι ανακριτές, οι ανακριτές των νόμων 4022/2011 (Α'219), 4198/2013 (Α'215) και 4139/2013 (Α'74), οι ανακριτές διεθνών δικαστικών συνδρομών, οι ανακριτές ανηλίκων, οι δικαστές ανηλίκων και οι προανακριτές του άρθρου 30Α του παρόντος. Η υπηρεσία των ανακριτών, δικαστών ανηλίκων και προανακριτών του πρώτου εδαφίου δεν λογίζεται ως χρόνος θητείας στο ποινικό τμήμα κατά τα οριζόμενα στην περ. α' της παρούσας.

14. Στα Εφετεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης συγκροτείται Ποινικό Τμήμα στο οποίο υπηρετούν Πρόεδροι Εφετών και Εφέτες με αποκλειστική απασχόληση, για θητεία δύο (2) συνεχόμενων δικαστικών ετών, η οποία δύναται να παραταθεί για άλλο ένα (1) δικαστικό έτος μέχρι τη συμπλήρωση τριών (3) συνεχομένων δικαστικών ετών, ανά βαθμό. Η θητεία δύναται να παραταθεί επιπλέον του ανωτέρω διαστήματος για ένα (1) δικαστικό έτος ακόμα με αίτηση του ήδη υπηρετούντος στο Ποινικό Τμήμα δικαστή. Οι παρατάσεις διενεργούνται με απόφαση του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου. Δυνατότητα νέας θητείας στο ποινικό τμήμα παρέχεται μόνο μετά την πάροδο δύο (2) δικαστικών ετών. Οι Πρόεδροι Εφετών και οι Εφέτες του Ποινικού Τμήματος ορίζονται από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου κατόπιν εισήγησης του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης, στην οποία περιλαμβάνεται και αιτιολογημένη πρόταση για τον αριθμό των Δικαστών που θα ορισθούν. Κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για τον ορισμό, καθώς και για τις παρατάσεις της θητείας, πλην της αρχαιότητας, είναι, ιδίως, η προηγούμενη εμπειρία, η ικανότητα διεύθυνσης της διαδικασίας, η ταχύτητα διεκπεραίωσης της δίκης, τα στατιστικά στοιχεία και ο αριθμός των εκδικασθεισών και αναβληθεισών υποθέσεων. Οι αποφάσεις της Ολομέλειας και του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης πρέπει να είναι επαρκώς αιτιολογημένες. Σε περίπτωση έκτακτων υπηρεσιακών αναγκών, το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης δύναται να μετακινεί στο Ποινικό Τμήμα δικαστές, οι οποίοι υπηρετούν σε άλλα τμήματα του Εφετείου, προκειμένου να απασχοληθούν κατ' αποκλειστικότητα σε αυτό. Μετά από την άρση των έκτακτων υπηρεσιακών αναγκών, οι ανωτέρω δικαστές επιστρέφουν στα τμήματα, στα οποία προηγουμένως υπηρετούσαν, χωρίς ο χρόνος υπηρεσίας τους στο Ποινικό Τμήμα να λογίζεται ως χρόνος θητείας σε αυτό. Στο Ποινικό Τμήμα των Εφετείων Αθηνών και Θεσσαλονίκης ανήκουν και οι ανακριτές, που ορίζονται με την διαδικασία του άρθρου 28 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, οι δικαστές ανηλίκων και οι δικαστές που υπηρετούν στο Τμήμα Βουλευμάτων.

Η λειτουργία του Ποινικού Τμήματος στα Εφετεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης εκκινεί από τη 16η.9.2026.» Άρθρο 50

Εξορθολογισμός διατάξεων σχετικά με την επιθεώρηση και την προαγωγή αποσπασμένων δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών - Τροποποίηση παρ. 4 άρθρου 59, παρ. 6 άρθρου 61 και παρ. 3 άρθρου 81 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών

1. Στην περ. β) της παρ. 4 του άρθρου 59 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022, Α' 109), περί τοποθετήσεων και προαγωγών δικαστικών λειτουργών, προστίθενται οι λέξεις «, συνυπολογιζομένου και του χρόνου απόσπασης σύμφωνα με τις παρ. 6 και 7 του άρθρου 61 και το άρθρο 62 ή σύμφωνα με ειδικές διατάξεις νόμου» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής:

«4. Για την προαγωγή δικαστικού λειτουργού σε ανώτερο βαθμό απαιτούνται: α) Η ύπαρξη κενής θέσης ανώτερου βαθμού, εφόσον οι θέσεις είναι οργανικά διακεκριμένες. β) Η συμπλήρωση του νόμιμου χρόνου παραμονής στον κατεχόμενο βαθμό, συνυπολογιζομένου και του χρόνου απόσπασης σύμφωνα με τις παρ. 6 και 7 του άρθρου 61 και το άρθρο 62 ή σύμφωνα με ειδικές διατάξεις νόμου. Στον χρόνο αυτό δεν υπολογίζεται ο χρόνος διαθεσιμότητας, προσωρινής παύσης, αδικαιολόγητης αποχής από τα καθήκοντα λόγω της οποίας επιβλήθηκε τελεσίδικα πειθαρχική ποινή και ο χρόνος αργίας. γ) Η συνδρομή των ουσιαστικών προσόντων που απαιτούνται για τον ανώτερο βαθμό.»

2. Στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 61 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, περί αποσπάσεων δικαστικών λειτουργών στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, μετά τη λέξη «έργων» προστίθενται οι λέξεις «την άσκηση καθηκόντων εκπροσώπησης της χώρας ή συμμετοχής σε επιτροπές ή ομάδες εργασίας σε ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς με αντικείμενο συναφές προς τα ανωτέρω νομοπαρασκευαστικά έργα,» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 6 διαμορφώνεται ως εξής:

«6. Δικαστικοί λειτουργοί με βαθμό: προέδρου πρωτοδικών και εφέτη των πολιτικών και ποινικών και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, παρέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας αυτού, εισαγγελέα πρωτοδικών και αντεισαγγελέα εφετών και ανωτέρων, καθώς και δικαστικοί λειτουργοί της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι δυνατόν να αποσπαστούν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από απόφαση του οικείου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου. Η απόσπαση αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομοπαρασκευαστικών έργων, την άσκηση καθηκόντων εκπροσώπησης της χώρας ή συμμετοχής σε επιτροπές ή ομάδες εργασίας σε ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς με αντικείμενο συναφές προς τα ανωτέρω νομοπαρασκευαστικά έργα, καθώς και καθηκόντων σχετικών με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση και διαρκεί για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους, με δυνατότητα ισόχρονης παράτασης μέχρι τη συμπλήρωση πενταετίας.»

3. Στην παρ. 3 του άρθρου 81 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, περί αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Διοικητικής Δικαιοσύνης, διαφωνίας και προσφυγής, προστίθεται τέταρτο εδάφιο και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:

«3. Για να σχηματίσει πληρέστερη γνώμη, το Συμβούλιο δύναται να ζητήσει πληροφορίες και στοιχεία από τους γενικούς επιθεωρητές συμβούλους Επικρατείας και από όσους διατελούν ή διετέλεσαν προϊστάμενοι του κρινόμενου δικαστικού λειτουργού. Μπορεί επίσης να καλεί τον δικαστικό λειτουργό για την παροχή εξηγήσεων και να ενεργεί ειδική εξέταση ή επιθεώρηση, την οποία αναθέτει σε μέλος του ή γενικό επιθεωρητή σύμβουλο Επικρατείας. Οι επιθεωρητές σύμβουλοι Επικρατείας, που δεν είναι μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, δύναται να καλούνται από τον πρόεδρο και προφορικά ακόμα για την παροχή πληροφοριών και στοιχείων στο Συμβούλιο. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η κρίση για προαγωγή σε επόμενο βαθμό αφορά σε δικαστικό λειτουργό, ο οποίος έχει ή είχε αποσπαστεί κατά τις παρ. 6 και 7 του άρθρου 61 και κατά το άρθρο 62, το Συμβούλιο, ελλείψει αντίστοιχων εκθέσεων επιθεώρησης για το διάστημα αυτό, λαμβάνει υπόψη του, τα οριζόμενα στην παρ. 7 του άρθρου 59 στοιχεία, καθώς και την οικεία απόφασή του περί απόσπασης ή την παράταση αυτής. Η διάρκεια της απόσπασης δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο που κωλύει την προαγωγή σε επόμενο βαθμό.»

 

Άρθρο 51

Νόμιμα προσόντα για προαγωγή στη θέση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο - Τροποποίηση παρ. 7 άρθρου 84 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών

Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 84 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022, Α' 109), περί των νόμιμων προσόντων για προαγωγή στη θέση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) μετά από τη λέξη «σύμβουλος» προστίθενται οι λέξεις «που μπορεί να προαχθεί σε αντιπρόεδρο, σύμφωνα με την περ. ε) της παρ. 3 του άρθρου 59,», β) οι λέξεις «του συμβούλου ή» διαγράφονται και γ) μετά από τις λέξεις «αντεπιτρόπου της Επικρατείας» διαγράφονται το σημείο στίξης «,» και η λέξη «αντίστοιχα» και η παρ. 7 διαμορφώνεται ως εξής: «7. Σε Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας προάγεται: α) αντιπρόεδρος ή Επίτροπος της Επικρατείας ή β) σύμβουλος που μπορεί να προαχθεί σε αντιπρόεδρο, σύμφωνα με την περ. ε) της παρ. 3 του άρθρου 59, ή αντεπίτροπος της Επικρατείας, που έχει τέσσερα (4) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στον βαθμό του αντεπιτρόπου της Επικρατείας. Η τετραετία πρέπει να έχει συμπληρωθεί την 1η Ιουλίου του έτους κατά το οποίο κενώνεται η θέση που πρόκειται να καταληφθεί.»

 

Άρθρο 52

Δικαστικό ένσημο - Τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 7 ν.δ. 1544/1942

1. Στην παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.δ. 1544/1942 (Α' 189), περί δικαστικού ενσήμου, οι λέξεις «των ειρηνοδικείων και των μονομελών πρωτοδικείων» αντικαθίστανται από τις λέξεις «των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων» και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:

«3. Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές αγωγές για όλες τις διαφορές που υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού.»

2. Η παρ. 1 εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς αναγνωριστικές αγωγές, για τις οποίες η πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο διενεργείται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος, καθώς και στις αγωγές που έχουν ασκηθεί ως καταψηφιστικές πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον έχουν ήδη μετατραπεί ή μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευσή του και εισαχθούν σε πρώτη συζήτηση μετά την ως άνω ημερομηνία.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΑΦΟΡΩΣΕΣ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

 

Άρθρο 53

Οργανικές θέσεις δικαστικών υπαλλήλων Ελεγκτικού Συνεδρίου - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 15 ν. 4820/2021

Στην παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 4820/2021 (Α' 130), περί των οργανικών θέσεων των δικαστικών υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην περ. (α) οι λέξεις «εξακόσιες είκοσι πέντε (625)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «εξακόσιες πενήντα (650)», β) στην περ. (β) οι λέξεις «πενήντα (50)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τριάντα πέντε (35)» και γ) στην περ. (δ) οι λέξεις «τριάντα πέντε (35)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «είκοσι πέντε (25)», και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«2. Ανά κατηγορία οι ανωτέρω θέσεις διακρίνονται ως εξής:

(α) εξακόσιες πενήντα (650) θέσεις πανεπιστημιακής εκπαίδευσης,

(β) τριάντα πέντε (35) θέσεις τεχνολογικής εκπαίδευσης,

(γ) εκατόν ογδόντα (180) θέσεις δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης,

(δ) είκοσι πέντε (25) θέσεις υποχρεωτικής εκπαίδευσης.»

 

Άρθρο 54

Αναπλήρωση Τμηματαρχών Ελεγκτικού Συνεδρίου - Τροποποίηση άρθρου 46 ν. 4820/2021

Στο άρθρο 46 του ν. 4820/2021 (Α' 130), περί της αναπλήρωσης των Γενικών Συντονιστών και των Επιτρόπων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στον τίτλο οι λέξεις «και των Επιτρόπων» αντικαθίσταται από τις λέξεις «, των Επιτρόπων και των Τμηματαρχών», β) οι λέξεις «και οι Επίτροποι» αντικαθίσταται από τις λέξεις «, οι Επίτροποι και οι Τμηματάρχες» και το άρθρο 46 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 46

Αναπλήρωση των Γενικών Συντονιστών, των Επιτρόπων και των Τμηματαρχών Οι Γενικοί Συντονιστές, οι Επίτροποι και οι Τμηματάρχες του Ελεγκτικού Συνεδρίου αναπληρώνονται, σε περίπτωση ελλείψεως, κωλύματος ή απουσίας τους, με απόφαση του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.»

 

Άρθρο 55

Πλήρωση θέσεων Γενικών Συντονιστών και Επιτρόπων - Τροποποίηση άρθρου 157 ν. 4820/2021

Στο άρθρο 157 του ν. 4820/2021 (Α' 130), περί της πλήρωσης θέσεων Γενικών Συντονιστών και Επιτρόπων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1 η λέξη «εικοσιπενταετή» αντικαθίσταται από τη λέξη «εικοσαετή», β) στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 οι λέξεις «δεκαοχτώ (18)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «δεκαπέντε (15)», γ) προστίθενται παρ. 6 και 7, και το άρθρο 157 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 157

Πλήρωση θέσεων Γενικών Συντονιστών και Επιτρόπων 1. Οι θέσεις των Γενικών Συντονιστών Επιτρόπων πληρούνται με προαγωγή από τους υπηρετούντες στο Ελεγκτικό Συνέδριο Επιτρόπους, που έχουν εικοσαετή τουλάχιστον συνολική υπηρεσία σε αυτό, από την οποία τριετή τουλάχιστον στον βαθμό του Επιτρόπου.

2. Οι θέσεις των Επιτρόπων πληρούνται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ύστερα από σύμφωνη γνώμη του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, με μετάταξη, κατόπιν αιτήσεως από τους υπηρετούντες στο Ελεγκτικό Συνέδριο Προϊσταμένους Τμήματος, που ανήκουν στην κατηγορία ΠΕ4 (Πτυχιούχοι Ανωτάτων Σχολών) και έχουν άνω των δεκαπέντε (15) ετών υπηρεσία σε αυτό. Οι μεταταχθέντες στο Ελεγκτικό Συνέδριο υπάλληλοι απαιτείται, για να καταλάβουν θέση Προϊσταμένου Τμήματος, να υπηρετήσουν στο Ελεγκτικό Συνέδριο πέντε (5) έτη και, για να καταλάβουν θέση Επιτρόπου, τρία (3) έτη σε θέση Προϊσταμένου Τμήματος και συνολική δημόσια υπηρεσία τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ετών.

3. Οι επιλεγόμενοι, κατά την ανωτέρω διαδικασία, Επίτροποι τοποθετούνται εκ περιτροπής, σε κενές θέσεις Υπηρεσιών Επιτρόπων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εκτός της Περιφέρειας Αττικής και της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης, όπου υπηρετούν επί ένα (1) έτος, μη συνυπολογιζομένου του χρόνου αναρρωτικής άδειας. Σε περίπτωση υποβολής αιτήσεως για μετάθεση σε θέσεις Υπηρεσιών Επιτρόπων της Περιφέρειας Αττικής και της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης, συνεκτιμάται ο χρόνος υπηρεσίας τους σε παραμεθόριες και νησιωτικές περιοχές της Χώρας.

4. Οι Επίτροποι του Ελεγκτικού Συνεδρίου που υπηρετούν σε Υπηρεσίες αυτού, εκτός της Περιφέρειας Αττικής και της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης, μετατίθενται υποχρεωτικά και χωρίς αίτησή τους από το αρμόδιο Πενταμελές Υπηρεσιακό Συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ύστερα από τη συμπλήρωση επτά (7) ετών υπηρεσίας από της εμφανίσεώς τους στην Υπηρεσία στην οποία υπηρετούν. Η μετάθεση αυτή γίνεται κατά προτίμηση σε Υπηρεσία Επιτρόπου Περιφερειακής Ενότητας, η οποία υπάγεται στην ίδια διοικητική περιφέρεια στην οποία ανήκει η Περιφερειακή Ενότητα από την οποία μετατίθεται, αν υπάρχει κενή θέση Επιτρόπου, άλλως σε κενή θέση Επιτρόπου Υπηρεσίας Περιφερειακής Ενότητας της πλησιέστερης Διοικητικής Περιφέρειας ή στην Κεντρική Υπηρεσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Αίτηση προτίμησης του Επιτρόπου, ο οποίος μετατίθεται υποχρεωτικά, συνεκτιμάται από το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο.

5. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που λαμβάνεται μετά από σύμφωνη γνώμη του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, το οποίο αποφαίνεται ύστερα από αίτηση σε αυτό του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο Επίτροπος μπορεί να απαλλαγεί από την άσκηση των καθηκόντων του για σοβαρό λόγο αναγόμενο σε πλημμελή άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, που διαπιστώνεται με έκθεση του αρμόδιου για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης οργάνου, ή σε αδυναμία ασκήσεως των καθηκόντων του για λόγους υγείας. Στην περίπτωση αυτήν, ο Επίτροπος μετατάσσεται σε θέση Προϊσταμένου Τμήματος ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικής μονάδας, εκτός αν το Υπηρεσιακό Συμβούλιο με αιτιολογημένη απόφασή του κρίνει διαφορετικά.

6. Με τη διαδικασία της παρ. 5 ο Επίτροπος μπορεί να απαλλαγεί από την άσκηση των καθηκόντων του, λόγω απόσπασης, σύμφωνα με το άρθρο 156 του ν. 4798/2021 (Α'68) και τις ειδικές διατάξεις που διατηρούνται με το άρθρο αυτό σε ισχύ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι (6) μηνών, ή λόγω χορήγησης άδειας άνευ αποδοχών, σύμφωνα με τις παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 109 του ν. 4798/2021, μεγαλύτερης των έξι (6) μηνών. Στην περίπτωση αυτή, ο Επίτροπος αυτοδίκαια μετατάσσεται σε θέση Προϊσταμένου Τμήματος ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικής μονάδας για όλο το χρονικό διάστημα που διαρκεί η απαλλαγή. Δύναται να τοποθετηθεί σε θέση Προϊστάμενου Τμήματος ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικής μονάδας μετά τη λήξη της διάρκειας της απόσπασης ή της ληφθείσας άδειας άνευ αποδοχών, εκτός αν το Υπηρεσιακό Συμβούλιο με αιτιολογημένη απόφασή του κρίνει διαφορετικά.

7. Η παρ. 6 εφαρμόζεται και για τους Επιτρόπους που έχουν αποσπαστεί σύμφωνα με το άρθρο 156 του ν. 4798/2021, ή έχουν λάβει άδεια άνευ αποδοχών, σύμφωνα με τις παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 109 του ν. 4798/2021, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι (6) μηνών, πριν από την έναρξη ισχύος της παρ. 6.»

 

Άρθρο 56

Συνολική δημόσια υπηρεσία μεταταγέντων στο Ελεγκτικό Συνέδριο υπαλλήλων για την τοποθέτησή τους σε θέση προϊσταμένου τμήματος ή επιτρόπου - Τροποποίηση παρ. 9 άρθρου 226 ν. 4798/2021

Στην παρ. 9 του άρθρου 226 του ν. 4798/2021 (Α'68), περί της απαιτούμενης προϋπηρεσίας στο Ελεγκτικό Συνέδριο μεταταγέντων σε αυτό υπαλλήλων για την τοποθέτησή τους σε θέση προϊσταμένου τμήματος ή επιτρόπου, οι λέξεις «δεκαοχτώ (18)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «δεκαπέντε (15)» και η παρ. 9 διαμορφώνεται ως εξής:

«9. Οι μεταταγέντες στο Ελεγκτικό Συνέδριο υπάλληλοι απαιτείται, για να καταλάβουν θέση προϊσταμένου τμήματος, να υπηρετήσουν επί πέντε (5) έτη στο Ελεγκτικό Συνέδριο και για να καταλάβουν θέση επιτρόπου να υπηρετήσουν επί τρία (3) έτη σε θέση προϊσταμένου τμήματος και να έχουν συνολική δημόσια υπηρεσία τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ετών.»

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'

ΛΟΙΠΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ

 

Άρθρο 57

Αύξηση οργανικών θέσεων των εισαγγελικών και δικαστικών λειτουργών

1. Οι οργανικές θέσεις των δικαστικών λειτουργών πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης αυξάνονται και διαμορφώνονται ως ακολούθως:

α) Οι θέσεις των αντεισαγγελέων πρωτοδικών αυξάνονται κατά δεκαοχτώ (18) και συνεπώς αυτές, καθώς και οι οργανικές θέσεις των παρέδρων εισαγγελίας ανέρχονται σε διακόσιες ενενήντα επτά (297).

β) Οι θέσεις των αντεισαγγελέων εφετών αυξάνονται κατά δεκαεννέα (19) και συνεπώς ανέρχονται σε εκατόν εξήντα δύο (162).

γ) Οι θέσεις των εισαγγελέων εφετών αυξάνονται κατά δεκατρείς (13) και συνεπώς ανέρχονται σε ενενήντα πέντε (95).

δ) Οι θέσεις των αντεισαγγελέων Αρείου Πάγου αυξάνονται κατά δύο (2) και συνεπώς ανέρχονται σε είκοσι οκτώ (28).

2. Οι οργανικές θέσεις των δικαστικών λειτουργών της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης αυξάνονται ως εξής:

α) Των Εφετών κατά σαράντα (40),

β) των προέδρων εφετών κατά δεκαπέντε (15),

γ) των Αρεοπαγιτών κατά πέντε (5).

 

Άρθρο 58

Ειδικά προσόντα διορισμού συμβολαιογράφου - Τροποποίηση άρθρου 20 ν. 2830/2000

Στο άρθρο 20 του ν. 2830/2000 (Α' 96), περί ειδικών προσόντων διορισμού, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1 οι λέξεις «είναι ή ήταν συμβολαιογράφος και παραιτήθηκε» αντικαθίστανται από τις λέξεις «είχε την ιδιότητα του συμβολαιογράφου για μία τουλάχιστον διετία και την απέβαλε λόγω παραίτησης», β) προστίθεται παρ. 3 και το άρθρο 20 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 20

Ειδικά προσόντα διορισμού.

1. Συμβολαιογράφος διορίζεται, αφού τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία επιλογής, εκείνος που διατελεί ή διετέλεσε επί δύο χρόνια δικηγόρος ή δικαστικός λειτουργός οποιουδήποτε κλάδου και βαθμού ή άμισθος υποθηκοφύλακας ή εκείνος που είχε την ιδιότητα του συμβολαιογράφου για μία τουλάχιστον διετία και την απέβαλε λόγω παραίτησης.

2. Σε περίπτωση υπηρεσίας του υποψηφίου με πολλές ιδιότητες, η απαιτούμενη σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο διετία υπολογίζεται αθροιστικά.

3. Συμβολαιογράφος διορίζεται, αφού τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία επιλογής, εκείνος που έχει πιστοποιηθεί στο σύστημα της πλατφόρμας e-auction.»

 

Άρθρο 59

Αφαίρεση χρονικού περιορισμού ως προς το έργο της κωδικοποίησης της νομοθεσίας του Συμβουλίου της Επικρατείας - Τροποποίηση άρθρου 22 ν. 5119/2024

Στο άρθρο 22 του ν. 5119/2024 (Α' 103), περί σύστασης Επιτροπής για την κωδικοποίηση της νομοθεσίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, διαγράφεται το έκτο εδάφιο και το άρθρο 22 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 22

Σύσταση Επιτροπής για την κωδικοποίηση της νομοθεσίας περί Συμβουλίου της Επικρατείας

Στο Υπουργείο Δικαιοσύνης συστήνεται Επιτροπή για την κωδικοποίηση της νομοθεσίας περί Συμβουλίου της Επικρατείας, που αποτελείται από: α) έναν (1) Αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, εν ενεργεία ή επίτιμο, ως Πρόεδρο, β) έναν (1) Σύμβουλο Επικρατείας, γ) δύο (2) Παρέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας, δ) έναν (1) Διοικητικό Δικαστή, με βαθμό τουλάχιστον Εφέτη, ε) έναν (1) Καθηγητή Δημοσίου Δικαίου Νομικής Σχολής και στ) έναν (1) δικηγόρο. Χρέη γραμματέα εκτελεί δικαστικός υπάλληλος του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι ανωτέρω ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Στην Επιτροπή αυτή ανατίθεται η κωδικοποίηση της νομοθεσίας περί Συμβουλίου της Επικρατείας σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 76 του Συντάγματος. Με τον κωδικοποιημένο νόμο που θα επιψηφισθεί σύμφωνα με τη διαδικασία αυτή, μπορεί να τροποποιούνται διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας.»

 

Άρθρο 60

Λειτουργία των Αυτοτελών Γραφείων Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων «Σπίτι του Παιδιού» σε επίπεδο Τμήματος - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 74 ν. 4478/2017

Στην παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4478/2017 (Α' 91), περί σύστασης και λειτουργίας των Αυτοτελών Γραφείων Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων «Σπίτι του Παιδιού», οι λέξεις «. Η εποπτεία, επιμέλεια και η οργάνωση λειτουργίας τους ανήκει στη Γενική Διεύθυνση Διοίκησης Δικαιοσύνης, Διεθνών Νομικών Σχέσεων και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων» αντικαθίστανται από τις λέξεις «, που λειτουργούν σε επίπεδο Τμήματος,», και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Συνιστώνται Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων «Σπίτι του Παιδιού» στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, τον Πειραιά, την Πάτρα και το Ηράκλειο Κρήτης ως περιφερειακές υπηρεσίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης, που λειτουργούν σε επίπεδο Τμήματος, με τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

α) Ατομική αξιολόγηση ανήλικων θυμάτων για τον προσδιορισμό ειδικών αναγκών προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 68.

β) Παροχή γενικών υπηρεσιών υποστήριξης στα ανήλικα θύματα, σύμφωνα με το άρθρο 62. γ) Συνδρομή των προανακριτικών, ανακριτικών, εισαγγελικών και δικαστικών αρχών για την προσήκουσα εξέταση ανήλικων θυμάτων κατά τις κείμενες διατάξεις.

δ) Εκτίμηση αντιληπτικής ικανότητας και ψυχικής κατάστασης ανήλικων θυμάτων κατά τις κείμενες διατάξεις από εξειδικευμένο προσωπικό.

ε) Διαμόρφωση κατάλληλων συνθηκών και χώρων για την εξέταση από τις προανακριτικές, ανακριτικές, εισαγγελικές και δικαστικές αρχές ανήλικων θυμάτων και προμήθεια και εγκατάσταση υλικοτεχνικού εξοπλισμού για την καταγραφή της κατάθεσης του ανηλίκου με ηλεκτρονικά οπτικοακουστικά μέσα σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

Σε κάθε εφετειακή περιφέρεια δύναται με προεδρικό διάταγμα, κατόπιν πρότασης των Υπουργών Δικαιοσύνης, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, να συνιστώνται Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων, να καθορίζονται οι οργανικές θέσεις του προσωπικού τους και η κατανομή τους.»

 

Άρθρο 61

Τοπική αρμοδιότητα Αχαρνών - Τροποποίηση άρθρου 6 ν. 5108/2024

Στην υποπερ. γ) της περ. ε) του άρθρου 6 του ν. 5108/2024 (Α'65), περί αναδιάρθρωσης των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων πρώτου βαθμού και καθορισμού της κατά τόπον αρμοδιότητάς τους, μετά τις λέξεις «Αγίων Αναργύρων-Καματερού» προστίθενται οι λέξεις «Αχαρνών» και η περ. ε) διαμορφώνεται ως εξής:

«ε) Στην Περιφέρεια Αττικής, διατηρούνται τα Πρωτοδικεία Αθηνών και Πειραιώς, ως έδρες πρωτοδικείων, καθώς και οι Εισαγγελίες Πρωτοδικών Αθηνών και Πειραιώς. Στο Πρωτοδικείο Αθηνών ιδρύεται ποινικό τμήμα. Στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Αθηνών εμπίπτουν οι Δήμοι των Περιφερειακών Ενοτήτων Ανατολικής Αττικής, Βορείου Τομέα Αθηνών, Κεντρικού Τομέα Αθηνών και οι Δήμοι Αγίων Αναργύρων-Καματερού, Ιλίου, Πετρούπολης και Περιστερίου της Περιφερειακής Ενότητας Δυτικού Τομέα Αθηνών, καθώς και ο Δήμος Φυλής της Περιφερειακής Ενότητας Δυτικής Αττικής. Στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Πειραιώς εμπίπτουν οι Δήμοι των Περιφερειακών Ενοτήτων Πειραιώς, Δυτικής Αττικής πλην Δήμου Φυλής, Νήσων Αττικής και Νοτίου Τομέα Αθηνών, καθώς και οι Δήμοι Αγίας Βαρβάρας, Αιγάλεω και Χαϊδαρίου της Περιφερειακής Ενότητας Δυτικού Τομέα Αθηνών. Τα Ειρηνοδικεία Αθηνών, Πειραιώς, Αιγίνης, Αμαρουσίου, Αχαρνών, Ελευσίνας, Καλαυρίας (Πόρος), Καλλιθέας, Κρωπίας, Κυθήρων, Λαυρίου, Νέας Ιωνίας, Νικαίας, Ιλίου, Μαραθώνος, Μεγάρων, Περιστερίου, Σαλαμίνας, Σπετσών και Χαλανδρίου καταργούνται. Ως περιφερειακές έδρες του Πρωτοδικείου Αθηνών ορίζονται το Μαρούσι, το Κορωπί και το Περιστέρι, στην κατά τόπον αρμοδιότητα των οποίων εμπίπτουν: α) στην Περιφερειακή Έδρα Αμαρουσίου, οι Δήμοι Αμαρουσίου, Λυκόβρυσης-Πεύκης, Ηρακλείου, Νέας Ιωνίας, Μεταμόρφωσης και Χαλανδρίου, β) στην Περιφερειακή Έδρα Κορωπίου, οι Δήμοι Κρωπίας, Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης, Μαρκόπουλου-Μεσογαίας, Σαρωνικού και Λαυρεωτικής, γ) στην Περιφερειακή Έδρα Περιστερίου, οι Δήμοι Περιστερίου, Αγίων Αναργύρων-Καματερού, Αχαρνών, Ιλίου και Πετρούπολης. Οι οργανικές θέσεις δικαστών και εισαγγελέων του Πρωτοδικείου Αθηνών ορίζονται ως ακολούθως: α) Πρόεδροι Πρωτοδικών: εκατόν πενήντα μία (151), β) Πρωτοδίκες: πεντακόσιες εξήντα τρεις (563), γ) Δικαστικοί Πάρεδροι: τριάντα επτά (37), δ) Εισαγγελείς Πρωτοδικών: πενήντα εννέα (59), ε) Αντεισαγγελείς Πρωτοδικών: εβδομήντα εννέα (79), στ) Εισαγγελικοί Πάρεδροι: δεκατρείς (13). Οι οργανικές θέσεις των δικαστικών υπαλλήλων του Πρωτοδικείου Αθηνών ανέρχονται σε χίλιες εκατόν είκοσι επτά (1.127), της περιφερειακής έδρας Αμαρουσίου σε είκοσι οκτώ (28), της περιφερειακής έδρας Περιστερίου σε είκοσι δύο (22) και της περιφερειακής έδρας Κορωπίου σε είκοσι τρεις (23).

Ως περιφερειακές έδρες του Πρωτοδικείου Πειραιώς ορίζονται η Καλλιθέα, η Ελευσίνα και ο Πόρος, στην κατά τόπον αρμοδιότητα των οποίων εμπίπτουν: α) στην περιφερειακή έδρα Καλλιθέας, οι Δήμοι Καλλιθέας, Μοσχάτου-Ταύρου, Νέας Σμύρνης και Παλαιού Φαλήρου, β) στην περιφερειακή έδρα Ελευσίνας, οι Δήμοι Ασπροπύργου, Ελευσίνας, Μεγαρέων και Μάνδρας-Ειδυλλίας, πλην της Δημοτικής Ενότητας Ερυθρών, και γ) στην περιφερειακή έδρα Πόρου, οι Δήμοι Ύδρας, Πόρου και Τροιζηνίας-Μεθάνων. Οι οργανικές θέσεις δικαστών και εισαγγελέων του Πρωτοδικείου Πειραιώς ορίζονται ως ακολούθως: α) Πρόεδροι Πρωτοδικών: δεκαεννέα (19), β) Πρωτοδίκες: εκατόν είκοσι πέντε (125), γ) Δικαστικοί Πάρεδροι: δώδεκα (12), δ) Εισαγγελείς Πρωτοδικών: οκτώ (8), ε) Αντεισαγγελείς Πρωτοδικών: δεκατέσσερις (14), στ) Εισαγγελικοί Πάρεδροι: δύο (2). Οι οργανικές θέσεις των δικαστικών υπαλλήλων του Πρωτοδικείου Πειραιώς ανέρχονται σε διακόσιες εβδομήντα εννέα (279), της περιφερειακής έδρας Καλλιθέας σε είκοσι τρεις (23), της περιφερειακής έδρας Ελευσίνας σε εννέα (9) και της περιφερειακής έδρας Πόρου σε τρεις (3).»

 

Άρθρο 62

Προσθήκη των αρχιερέων στις διατάξεις για την ιδιάζουσα δωσιδικία - Τροποποίηση άρθρου 110 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας

Στην περ. δ) του άρθρου 110 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α' 96), περί μονομελούς εφετείου, προστίθενται οι λέξεις «οι αρχιερείς,» και το άρθρο 110 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 110

Μονομελές εφετείο

Στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του μονομελούς εφετείου ανήκουν: α) Η εκδίκαση των κακουργημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 301 και 303, εφόσον για αυτά έχει συνταχθεί πρακτικό συνδιαλλαγής ή διαπραγμάτευσης. β) Η εκδίκαση των περιοριστικά απαριθμούμενων κακουργημάτων της διακεκριμένης κλοπής (άρθρο 374 ΠΚ), της ληστείας (άρθρο 380 ΠΚ), της παράτυπης μετανάστευσης [Κώδικας Μετανάστευσης, ν. 4251/2014 (Α'80)], του κώδικα νόμων για τα ναρκωτικά [ν. 4139/2013 (Α' 74)], των περ. β' έως και ε' της παρ. 1 και της παρ. 3 του άρθρου 268 του ν.δ. 86/1969 «Δασικός Κώδικας» (Α' 7), και της παρ. 1 του άρθρου 71 του ν. 998/1979 «περί προστασίας δασών» (Α'289), πνευματικής ιδιοκτησίας, συγγενικών δικαιωμάτων και πολιτιστικών θεμάτων [ν. 2121/1993 (Α' 25)], του άρθρου 52 του ν. 4002/2011 (Α' 180), του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας [ν. 4987/2022 (Α' 206)], του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα [ν. 2960/2001, (Α' 265)], του ν. 4830/2021 (Α' 169), εκτός αν στον νόμο απειλείται κατά αυτών η ποινή της ισόβιας κάθειρξης, οπότε αυτά υπάγονται στη δικαιοδοσία του τριμελούς εφετείου. γ) Η εκδίκαση των υποθέσεων συγχώνευσης των ποινών με τον καθορισμό συνολικής ποινής στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 551. δ) Η εκδίκαση των πλημμελημάτων των δικαστών πολιτικής, ποινικής και διοικητικής δικαιοσύνης και εισαγγελέων, συμπεριλαμβανομένων των παρέδρων, των μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας, των παρέδρων, εισηγητών και δοκίμων εισηγητών του, των μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, των παρέδρων, εισηγητών και δοκίμων εισηγητών του, του γενικού επιτρόπου, επιτρόπων και αντεπιτρόπων που υπηρετούν σε αυτό, του γενικού επιτρόπου, επιτρόπων και αντεπιτρόπων επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, των δικηγόρων και των μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, καθώς και των πλημμελημάτων που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους οι αρχιερείς, οι δήμαρχοι και οι περιφερειάρχες.»

 

Άρθρο 63

Καθορισμός αριθμού σελίδων δικογράφων - Προσθήκη άρθρου 476Α στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας

Στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α' 96) προστίθεται άρθρο 476Α, ως εξής:

«Άρθρο 476Α

Καθορισμός αριθμού σελίδων δικογράφων

1. O αριθμός των σελίδων των δικογράφων αιτήσεων αναίρεσης και αιτήσεων επανάληψης διαδικασίας δεν πρέπει να υπερβαίνει τις είκοσι (20), των δε προσθέτων λόγων, των εφέσεων κατά αποφάσεων Συμβουλίου Εφετών για έκδοση και εκτέλεση Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης και των αιτήσεων για άσκηση αναίρεσης κατά αποφάσεων και βουλευμάτων από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου τις δέκα (10) σελίδες. Στο όριο των προσδιοριζόμενων για τα ως άνω δικόγραφα σελίδων δεν περιλαμβάνονται τα στοιχεία των διαδίκων μερών, η διαδικαστική διαδρομή της υπόθεσης και οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

2. Με τον Κανονισμό λειτουργίας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, θεσπίζονται ειδικότερες ρυθμίσεις για τη μορφή και το περιεχόμενο των δικογράφων.

3. Σε περίπτωση ουσιώδους υπέρβασης του παραπάνω ορίου σελίδων, ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου στον οποίο επιδίδεται η δήλωση, ο Γραμματέας του Δικαστηρίου, ο Διευθυντής του Σωφρονιστικού Καταστήματος, ο Προϊστάμενος της Προξενικής αρχής ή ο Γραμματέας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, στον οποίο κατατίθεται το δικόγραφο ή υποβάλλεται η δήλωση, πληροφορούν τον καταθέσαντα ότι, σε περίπτωση μη προσαρμογής του δικογράφου στο όριο σελίδων της παρ. 1 εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την πρόσκληση, δεν λαμβάνονται υπόψη λόγοι ή ισχυρισμοί, που περιλαμβάνονται στις πλεονάζουσες σελίδες αυτού και προβαίνει σε σχετική σημείωση επί του δικογράφου και επί της έκθεσης επίδοσης της δήλωσης.

4. Σε περίπτωση προσαρμογής του δικογράφου, μόνο για τους αναιρετικούς λόγους ή ισχυρισμούς που ήδη αναφέρονται σ' αυτό, το προσαρμοσμένο δικόγραφο είναι το μόνο που λαμβάνεται υπόψη κατά τα επόμενα στάδια και κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, ως χρόνος δε άσκησης δικονομικού δικαιώματος θεωρείται ο χρόνος κατάθεσης του αρχικού, μη προσαρμοσμένου δικογράφου.»

 

Άρθρο 64

Εξορθολογισμός του τρόπου απασχόλησης του επίκουρου εισαγγελέα της παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 2265/1994 - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 22 ν. 5067/2023

Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 5067/2023 (Α' 189), περί στελέχωσης και ρύθμισης ζητημάτων προσωπικού των εθνικών αρχών, η λέξη «μερική» αντικαθίσταται από τη λέξη «πλήρη» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Ο εισαγγελικός λειτουργός της παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 2265/1994 (Α'209) δύναται να επικουρείται στην άσκηση του συνόλου των ανατεθειμένων σε αυτόν καθηκόντων κατά την εφαρμογή του παρόντος, από έναν Αντεισαγγελέα Εφετών ή Εισαγγελέα Πρωτοδικών, ο οποίος ορίζεται με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης με πλήρη απασχόληση για θητεία τριών (3) ετών. Αν ο κατά τα ανωτέρω οριζόμενος εισαγγελικός λειτουργός δεν υπηρετεί στην αντίστοιχη εισαγγελία της Αθήνας, μετατίθεται και τοποθετείται σε αυτήν.»

 

Άρθρο 65

Δυνατότητα απόσπασης δικαστικών υπαλλήλων σε Ιερά Μητρόπολη για κάλυψη λειτουργικών αναγκών - Τροποποίηση άρθρου 156 Κώδικα δικαστικών υπαλλήλων

Στο άρθρο 156 του Κώδικα δικαστικών υπαλλήλων (ν. 4798/2021, Α' 68), περί αποσπάσεων, προστίθεται παρ. 9Β ως εξής:

«9Β. Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται η απόσπαση δικαστικού υπαλλήλου σε Ιερά Μητρόπολη της Εκκλησίας της Ελλάδος, της Εκκλησίας της Κρήτης ή των Ιερών Μητροπόλεων της Δωδεκανήσου για την άσκηση καθηκόντων εφημερίου ή διακόνου, εφόσον ο υπάλληλος έχει ήδη χειροτονηθεί και υποβάλει σχετική αίτηση, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του οικείου Μητροπολίτη.

Η απόσπαση πραγματοποιείται με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, η οποία φέρει εμπεριστατωμένη αιτιολογία περί της συγκεκριμένης και επιτακτικής υπηρεσιακής ανάγκης της Ιεράς Μητρόπολης που δεν μπορεί να καλυφθεί με άλλο τρόπο.

Η διάρκεια της απόσπασης δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη και δύναται να ανανεώνεται για ισόχρονα διαστήματα.»

 

Άρθρο 66

Επιλογή προϊσταμένων οργανικών μονάδων Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων -

Παράταση παρ. 3 άρθρου 228 Κώδικα δικαστικών υπαλλήλων

Η παρ. 3 του άρθρου 228 του Κώδικα δικαστικών υπαλλήλων (ν. 4798/2021, Α' 68), περί επιλογής προϊσταμένων των οργανικών μονάδων του Κώδικα, ισχύει έως την ολοκλήρωση των διαδικασιών που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 του ανωτέρω άρθρου και πάντως όχι πέραν της 31ης.12.2026.

 

Άρθρο 67

Διορισμός και αποδοχές διοριζόμενων δικαστικών υπαλλήλων Εθνικής Σχολής

Δικαστικών Λειτουργών - Τροποποίηση άρθρου 55ΚΕ ν. 4871/2021

Στο τέλος του τέταρτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 55ΚΕ του ν. 4871/2021 (Α' 246), περί διάθεσης προς διορισμό εκπαιδευομένων που πρόκειται να καταλάβουν θέσεις δικαστικών υπαλλήλων, προστίθενται οι λέξεις «, για όλες τις συνέπειες, περιλαμβανομένου του δικαιώματος λήψης αποδοχών» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Οι εκπαιδευόμενοι, οι οποίοι περατώνουν επιτυχώς όλα τα στάδια κατάρτισης, διατίθενται για διορισμό στις θέσεις που προκηρύσσονται ανά δικαστική υπηρεσία, κλάδο και κατηγορία εκπαίδευσης ανάλογα με τις προτιμήσεις τους, όπως και στις θέσεις για τις οποίες εγγράφηκαν στη Σχολή κάνοντας χρήση της προσαύξησης της παρ. 5Α του άρθρου 55ΙΑ. Οι εκπαιδευόμενοι που είναι γονείς τριών τέκνων και άνω τοποθετούνται κατά απόλυτη προτεραιότητα στη θέση την οποία επιλέγουν. Εφόσον περισσότεροι εκπαιδευόμενοι επιλέξουν την ίδια θέση, προηγείται αυτός με την καλύτερη σειρά κατάταξης στον οικείο πίνακα αποφοίτησης. Ο διορισμός τους ανατρέχει στην επόμενη ημέρα της αποφοίτησής τους, για όλες τις συνέπειες, περιλαμβανομένου του δικαιώματος λήψης αποδοχών.»

 

Άρθρο 68

Έναρξη ισχύος μεταφοράς διαχειριστικών αρμοδιοτήτων στο Ταμείο Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 76 ν. 5108/2024

Στην περ. γ) της παρ. 2 του άρθρου 76 του ν. 5108/2024 (Α' 65), περί έναρξης ισχύος της μεταφοράς διαχειριστικών αρμοδιοτήτων από τους προϊσταμένους πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και εισαγγελιών στο Ταμείο Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων, η ημερομηνία «1η.1.2026» αντικαθίστανται από την ημερομηνία «4η.5 .2026» και η περ. γ) διαμορφώνεται ως εξής:

«γ) Η ισχύς του άρθρου 12 αρχίζει την 4η.5.2026.»

 

Άρθρο 69

Ευεργετικός υπολογισμός ποινής με πλασματική έκτιση - Τροποποίηση άρθρου 6Α Σωφρονιστικού Κώδικα

Στην παρ. 4 του άρθρου 6Α του Σωφρονιστικού Κώδικα (v. 2776/1999, Α' 291), περί προσφυγής κρατουμένων για τις συνθήκες κράτησης και δίκαιης ικανοποίησης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο, αα) προστίθενται οι λέξεις «ανάλογα με τη βαρύτητα της προσβολής,», αβ) οι λέξεις «ανάλογα με τη βαρύτητα της προσβολής και ευεργετικό υπολογισμό της ποινής, ο οποίος υπολογίζεται σε μία (1) επιπλέον ημέρα έκτισης ανά δέκα (10) ημέρες κράτησης υπό δυσμενείς συνθήκες» αντικαθίστανται από τις λέξεις «και ευεργετικό υπολογισμό της ποινής υπό τη μορφή πλασματικής έκτισης αυτής, σύμφωνα με τον οποίο από τρεις (3) έως επτά (7) ημέρες κράτησης υπό συνθήκες που αντίκεινται στην παρ. 1 προσμετρώνται ως μία (1) ημέρα έκτισης», β) προστίθεται νέο δεύτερο εδάφιο, και η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής:

«4. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο Εκτέλεσης Ποινών μπορεί να επιδικάσει, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον προσφεύγοντα, ανάλογα με τη βαρύτητα της προσβολής, χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, το χρηματικό ποσό της οποίας ορίζεται από πέντε (5) έως τριάντα (30) ευρώ ανά ημέρα παραβίασης και ευεργετικό υπολογισμό της ποινής υπό τη μορφή πλασματικής έκτισης αυτής, σύμφωνα με τον οποίο από τρεις (3) έως επτά (7) ημέρες κράτησης υπό συνθήκες που αντίκεινται στην παρ. 1 προσμετρώνται ως μία (1) ημέρα έκτισης. Ο ευεργετικός αυτός υπολογισμός αφαιρείται άμεσα από το εκτιτέο υπόλοιπο της ποινής, ανεξαρτήτως της συνδρομής των προϋποθέσεων της υφ' όρον απόλυσης και δεν υπόκειται σε συγχώνευση ή ανώτατο χρονικό περιορισμό. Το ίδιο δικαστήριο είναι αρμόδιο και για την εκδίκαση των προσφυγών πρώην κρατουμένων, οι οποίες ασκούνται σε αποκλειστική προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από την απόλυσή τους. Η απόφαση που εκδίδεται επί της προσφυγής δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα και εκτελείται αμέσως.»

 

Άρθρο 70

Παροχή κοινωφελούς εργασίας - Προσθήκη άρθρου 64 στον Σωφρονιστικό Κώδικα

Στον Σωφρονιστικό Κώδικα (ν. 2776/1999, Α' 291), προστίθεται άρθρο 64, ως εξής:

«Άρθρο 64

Παροχή κοινωφελούς εργασίας

1. Το Δικαστήριο Εκτέλεσης Ποινών, κατόπιν αίτησης και ακρόασης του κρατουμένου, η οποία διενεργείται υποχρεωτικά με εικονοτηλεδιάσκεψη, αφότου λάβει υπόψη την εισήγηση του Συμβουλίου της παρ. 1 του άρθρου 70, δύναται να αποφασίσει την αντικατάσταση της έκτισης της ποινής φυλάκισης, η οποία του έχει επιβληθεί με μία ή περισσότερες αποφάσεις, με παροχή κοινωφελούς εργασίας, εφόσον έχει ήδη συμπληρωθεί ο χρόνος πραγματικής έκτισης που προβλέπεται στην υποπερ. α) της περ. (1) της παρ. 1 του άρθρου 55.

2. Η απόφαση της παρ. 1 για την αντικατάσταση της έκτισης της ποινής με παροχή κοινωφελούς εργασίας ανακαλείται από το Δικαστήριο Εκτέλεσης Ποινών, όταν ο κρατούμενος παραβιάζει συστηματικά τους όρους ή τις υποχρεώσεις που καθόρισε η απόφαση ή ασκείται σε βάρος του ποινική δίωξη για έγκλημα που τέλεσε κατά τον χρόνο έκτισης του υπολοίπου της ποινής με παροχή κοινωφελούς εργασίας.

3. Για την εφαρμογή του παρόντος, ισχύουν αναλόγως το άρθρο 81, το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παρ. 1 και οι παρ. 3 και 4 του άρθρου 104Α του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α' 95).»

 

Άρθρο 71

Μεταφορά αρμοδιότητας για την αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων - Τροποποίηση παρ. 4 άρθρου 72 και παρ. 1 άρθρου 74 ν. 4622/2019

1. Η παρ. 4 του άρθρου 72 του ν. 4622/2019 (Α' 133), περί διαδικαστικών υποχρεώσεων για την αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων, αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται και κάθε ειδικότερο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.»

2. Στις περ. (α) και (δ) της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4622/2019, περί της Επιτροπής Δεοντολογίας, μετά τις λέξεις «ο Πρωθυπουργός» προστίθενται οι λέξεις «ή ο Γενικός Γραμματέας Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Συστήνεται στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας του Κεφαλαίου Γ' του παρόντος Μέρους, Επιτροπή Δεοντολογίας με τις ακόλουθες αρμοδιότητες: (α) επιλαμβάνεται κάθε θέματος που παραπέμπει σε αυτήν ο Πρωθυπουργός ή ο Γενικός Γραμματέας Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων για ζητήματα δεοντολογίας και αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων των προσώπων που διορίζονται στις θέσεις του άρθρου 68 του παρόντος, (β) εξετάζει τα αιτήματα που υποβάλλονται στο πλαίσιο των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 73, (γ) δύναται να ελέγχει και αυτεπαγγέλτως την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου και να προτείνει την επιβολή των κυρώσεων του άρθρου 75, (δ) γνωμοδοτεί επί σχεδίων κωδίκων δεοντολογίας για τα πρόσωπα που διορίζονται στις θέσεις του άρθρου 68 ή για λοιπούς δημόσιους υπαλλήλους ή λειτουργούς της δημόσιας διοίκησης, που παραπέμπει σε αυτήν ο Πρωθυπουργός ή ο Γενικός Γραμματέας Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων και (ε) εξετάζει, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αναφοράς, ενδεχόμενη παραβίαση των υποχρεώσεων του άρθρου 76 και προτείνει την επιβολή των κυρώσεων του άρθρου 75.»

 

Άρθρο 72

Παράταση προθεσμιών για την προσωρινή αναστολή κτηματολογικών αγωγών με ενάγον το Δημόσιο - Τροποποίηση παρ. 1,2 και 4 άρθρου 45 ν. 5184/2025

1. Στο άρθρο 45 του ν. 5184/2025 (Α' 34), περί προσωρινής αναστολής κτηματολογικών αγωγών με ενάγον το Δημόσιο, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1, οι λέξεις «31η Ιανουαρίου 2026» αντικαθίστανται από τις λέξεις «31η Μαΐου 2026», β) στην παρ. 2, βα) στην περ. α) οι λέξεις «31η Ιανουαρίου 2026» αντικαθίστανται από τις λέξεις «31η Μαΐου 2026», ββ) στην περ. β), i) οι λέξεις «31η Ιανουαρίου 2026» αντικαθίστανται από τις λέξεις «31η Μαΐου 2026», ii) οι λέξεις «σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 237 του Κ.Πολ.Δ.» διαγράφονται, βγ) στην περ. γ, i) οι λέξεις «31η Ιανουαρίου 2026» αντικαθίστανται από τις λέξεις «31η Μαΐου 2026», ii) οι λέξεις «σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 237 του Κ.Πολ.Δ.» διαγράφονται, βδ) οι λέξεις «της παρ. 8» διαγράφονται, γ) στην παρ. 4, οι λέξεις «31η Ιανουαρίου 2026» αντικαθίστανται από τις λέξεις «31η Μαΐου 2026», και το άρθρο 45 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 45

Προσωρινή αναστολή κτηματολογικών αγωγών με ενάγον το Δημόσιο

1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος και μέχρι την 31η Μαΐου 2026 το Δημόσιο δεν καταθέτει αγωγές της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 2664/1998 (Α'275), περί πρώτων εγγραφών και προθεσμίας αμφισβήτησης.

2. Σε δίκες που έχουν αντικείμενο τις αγωγές της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 2664/1998 με ενάγον το Δημόσιο και είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος: α) Οι προθεσμίες των άρθρων 237 και 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Κ.Πολ.Δ., π.δ. 503/1985, Α' 182) που λήγουν μέχρι την 31η Μαΐου 2026 εκκινούν εκ νέου από την ημερομηνία αυτή, β) μέχρι την 31η Μαΐου 2026 δεν ορίζονται δικαστές ή συνθέσεις του πολυμελούς πρωτοδικείου ή εισηγητές δικαστές για υποθέσεις και ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο, γ) υποθέσεις, των οποίων η ημέρα και ώρα συζήτησης έχουν ορισθεί για το χρονικό αυτό διάστημα, αποσύρονται από τα πινάκια και επαναπροσδιορίζονται οίκοθεν μετά την 31η Μαΐου 2026, δ) κατά το χρονικό διάστημα της παρ. 1 δεν εκδίδονται διατάξεις του άρθρου 237 του Κ.Πολ.Δ. και αποφάσεις, επί των εκκρεμών υποθέσεων.

3. Μετά από αίτηση του αντιδίκου του Δημοσίου που υποβάλλεται στον Πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου, επιτρέπεται η κατά παρέκκλιση της παρ. 2 κανονική πρόοδος της δίκης. Στην περίπτωση αυτή, η πράξη του Προέδρου του τριμελούς συμβουλίου που δέχεται το αίτημα επιδίδεται στο Δημόσιο με επιμέλεια του αιτούντος. Προθεσμίες που δεν έχουν λήξει μέχρι την επίδοση, επανεκκινούν από αυτή.

4. Ο χρόνος από τη συζήτηση υπόθεσης της παρ. 2 μέχρι την 31η Μαΐου 2026 δεν προσμετράται στο διάστημα οκτώ (8) μηνών του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ..».

2. Για τον υπολογισμό των προθεσμιών της παρ. 2 του άρθρου 45 του ν. 5184/2025, όπως τροποποιείται με την παρ. 1, δεν προσμετράται ο χρόνος από την 1η Φεβρουαρίου 2026 έως τη δημοσίευση του παρόντος.

 

Άρθρο 73

Παράταση των παραχωρήσεων μεταλλείων

Η διάρκεια των παραχωρήσεων μεταλλείων, καθώς και των μισθώσεων κρατικών μεταλλείων, η οποία λήγει την 6η.3.2026 δυνάμει του δεύτερου άρθρου του ν. 4785/2021 (Α'42), περί υπολογισμού διάρκειας παραχώρησης μεταλλείων, παρατείνεται έως την 6η.3.2027, υπό την αίρεση ότι μέχρι και την 6η.3.2026 οι μεταλλειοκτήτες ή οι εκμεταλλευτές των μεταλλείων έχουν υποβάλει αρμοδίως αίτηση ανανέωσης σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 59 του ν.δ. 210/1973 (Α' 277), περί παραχώρησης. Η παράταση συνυπολογίζεται στην προβλεπόμενη εικοσιπενταετή δυνατότητα ανανέωσης της διάρκειας των παραχωρήσεων, όποτε και αν αυτή επέλθει σύμφωνα με το άρθρο 59 του ν.δ. 210/1973. Αν δεν κατατεθεί η αίτηση ανανέωσης έως την 6η.3.2026, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 59 του ν.δ. 210/1973, τότε οι παραχωρήσεις λύονται από την 6η.3.2026.

 

Άρθρο 74

Παραχώρηση ορισμένου χρόνου του Ζαππείου Μεγάρου στο Ελληνικό Δημόσιο - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 152 ν. 5259/2025

Στην παρ. 2 του άρθρου 152 του ν. 5259/2025, περί τελικών διατάξεων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο, αα) οι λέξεις «1η Μαρτίου 2027» αντικαθίστανται από τις λέξεις «1η Μαρτίου 2026» και αβ) μετά τις λέξεις «Ελληνικό Δημόσιο» προστίθενται οι λέξεις «, με αντάλλαγμα, το οποίο καλύπτει τη χρήση, την ανακαίνιση και τον εκσυγχρονισμό των παραχωρούμενων χώρων, καθώς και το συνολικό κόστος λειτουργίας αυτών για όλη τη διάρκεια της χρήσης και καταβάλλεται μέσω των πιστώσεων του αποθεματικού του κρατικού προϋπολογισμού του άρθρου 59 του ν. 4270/2014 (Α' 143), με αντίστοιχη επιχορήγηση από τον προϋπολογισμό του εποπτεύοντος Υπουργείου», β) στο δεύτερο εδάφιο, βα) μετά τις λέξεις «της παραχώρησης» προστίθενται οι λέξεις «και το ύψος του ανταλλάγματος», ββ) οι λέξεις «και Κληροδοτημάτων» αντικαθίστανται από τις λέξεις «και Ζαππείου Κληροδοτήματος», και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«2. Για το χρονικό διάστημα από την 1η Μαρτίου 2026 έως και την 31η Μαρτίου 2028 και για τις ανάγκες της υποστήριξης της Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Ελληνική Δημοκρατία, το Ζάππειο Μέγαρο παραχωρείται στο Ελληνικό Δημόσιο, με αντάλλαγμα, το οποίο καλύπτει τη χρήση, την ανακαίνιση και τον εκσυγχρονισμό των παραχωρούμενων χώρων, καθώς και το συνολικό κόστος λειτουργίας αυτών για όλη τη διάρκεια της χρήσης και καταβάλλεται μέσω των πιστώσεων του αποθεματικού του κρατικού προϋπολογισμού του άρθρου 59 του ν. 4270/2014 (Α' 143), με αντίστοιχη επιχορήγηση από τον προϋπολογισμό του εποπτεύοντος Υπουργείου.

Οι όροι της παραχώρησης και το ύψος του ανταλλάγματος καθορίζονται με σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπούμενου από τους Υπουργούς Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Εξωτερικών, και της Επιτροπής Ολυμπίων και Ζαππείου Κληροδοτήματος, εκπροσωπούμενης από τον Πρόεδρο αυτής. Έργα που πρέπει να ολοκληρωθούν ενόψει της ανάληψης της Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Ελληνική Δημοκρατία, πραγματοποιούνται με την διαδικασία της περ. γ) της παρ. 2 του άρθρου 32 του ν. 4412/2016 (Α' 147), χωρίς να απαιτείται γνωμοδότηση της Ενιαίας Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων.»

 

Άρθρο 75

Κατ' εξαίρεση χορήγηση ασφαλιστικής ικανότητας για το έτος 2026 - 2027

Κατά παρέκκλιση της παρ. 8 του άρθρου 41 του ν. 4387/2016 (Α' 85), χορηγείται ασφαλιστική ικανότητα για το χρονικό διάστημα από την 1η Μαρτίου 2026 έως και την 28η Φεβρουαρίου 2027 στα ακόλουθα πρόσωπα και στα μέλη των οικογενειών τους:

α) Στους ασφαλισμένους του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.) που διατηρούν επαγγελματική εγκατάσταση, ασκούν δραστηριότητα ή εργάζονται σε περιοχές οι οποίες έχουν πληγεί από θεομηνίες ή άλλες φυσικές καταστροφές και υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής υπουργικών αποφάσεων που εκδόθηκαν εντός των ετών 2023, 2024 και 2025, των οποίων η ισχύς έχει παραταθεί, καθώς και υπουργικών αποφάσεων που εκδίδονται εντός του τρέχοντος έτους, κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 2256/1994 (Α' 196), καθώς και στους ανέργους των ανωτέρω περιοχών που είναι εγγεγραμμένοι στο Ψηφιακό Μητρώο της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (Δ.ΥΠ.Α.).

Στις περιπτώσεις της παρούσας περίπτωσης, η ασφαλιστική ικανότητα χορηγείται από την ημερομηνία επέλευσης της φυσικής καταστροφής, ανεξαρτήτως της ύπαρξης οφειλών προς τον e-Ε.Φ.Κ.Α.

β) Στους εργοδότες και ασφαλισμένους που διατηρούν επαγγελματική εγκατάσταση ή ασκούν δραστηριότητα σε περιοχές της Περιφέρειας Αττικής που επλήγησαν από τις πυρκαγιές της 23ης και 24ης Ιουλίου 2018, καθώς και στους εγγεγραμμένους στα μητρώα του e-Ε.Φ.Κ.Α. άμεσα ασφαλισμένους που επλήγησαν από τα ανωτέρω γεγονότα και υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παρ. 1 και 2 του άρθρου 10 της από 26.7.2018 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 138), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 3 του ν. 4576/2018 (Α' 196).

γ) Στους εργαζομένους της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης Περάματος και των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά και Ελευσίνας.

 

ΜΕΡΟΣ Δ

ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ

 

Άρθρο 76

Έναρξη ισχύος

1. Με την επιφύλαξη της παρ. 2, η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του.

2. Η ισχύς των άρθρων 36, 40 και 41 αρχίζει από την 1η.5.2026.

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

Αθήνα, 27 Φεβρουαρίου 2026

 

 


Κατεβάστε το αρχείο με το πρωτότυπο κείμενο, όπως είναι δημοσιευμένο στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ.) του Εθνικού Τυπογραφείου.


 

 

Έχει διαβαστεί 5464 φορές
Ετικέτες: νόμος 5282/2026 52822026

Τελευταία Νέα