Νόμος 1738/1987 - ΦΕΚ 200/Α/20-11-1987 (Κωδικοποιημένος)
Νόμος 1738/1987 : Σύσταση Συμβουλίου Πρόληψης της εγκληματικότητας, τροποποίηση διατάξεων του ποινικού Κώδικα, των κωδίκων ποινικής και πολιτικής δικονομίας και άλλες διατάξεις.
Συνδρομητικές Υπηρεσίες
- Το Νομοθέτημα έχει κωδικοποιηθεί σε αρχείο ενιαίο κειμένου, με ενσωματωμένες τις διατάξεις με τις οποίες έχει συμπληρωθεί - τροποποιηθεί μεταγενέστερα.
- Η υπηρεσία προβολής και μεταφόρτωσης κωδικοποιημένων κειμένων είναι διαθέσιμη ΔΩΡΕΑΝ, μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη, με πρόσβαση στις Συνδρομητικές Υπηρεσίες.
- Απαιτείται μεγαλύτερο επίπεδο πρόσβασης για την προβολή των Συνδρομητικών Υπηρεσιών.
Εάν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές Υπηρεσίες, πατήστε ΕΔΩ για Σύνδεση.
-Θέματα Βοήθειας και Υποστήριξης για τις συνδρομητικές υπηρεσίες.
ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ Φ.Ε.Κ.
Το αρχικό κείμενο με τις διατάξεις όπως ήταν δημοσιευμένες στο Φ.Ε.Κ. οι οποίες έχουν τροποποιηθεί μεταγενέστερα.
ΝΟΜΟΣ υπ' αριθ. 1738/1987
ΦΕΚ 200/Α/20.11.1987
Σύσταση Συμβουλίου Πρόληψης της Εγκληματικότητας, τροποποίηση διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, των Κωδίκων Ποινικής και Πολιτικής Δικονομίας και άλλες διατάξεις.
Άρθρο 1.
1.Συνιστάται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης Συμβούλιο Πρόληψης της Εγκληματικότητας (Σ.Π.Ε.). Το Σ.Π.Ε. σχεδιάζει την πολιτική πρόληψης της εγκληματικότητας ενηλίκων και ανηλίκων και υποβάλλει προτάσεις για το συντονισμό αναγκαίων μέτρων.
2.Το Σ.Π.Ε., για την επίτευξη του σκοπού του:
α. ενημερώνει τους αρμόδιους φορείς, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και το κοινό, σχετικά με τα σύγχρονα μέτρα πρόληψης,
β. ενθαρρύνει τη δημιουργία περιφερειακών συμβουλίων πρόληψης της εγκληματικότητας σε οποιοδήποτε επίπεδο,
γ. προτείνει τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων πρόληψης,
δ. παρακολουθεί και αξιολογεί τα εφαρμοζόμενα από το κράτος, την τοπική αυτοδιοίκηση ή την ιδιωτική πρωτοβουλία προγράμματα πρόληψης και σχεδιάζει τέτοια προγράμματα,
ε. διατυπώνει τη γνώμη του, ύστερα από πρόσκληση ή αυτεπαγγέλτως, για τη σκοπιμότητα και αποτελεσματικότητα μέτρων πρόληψης που προγραμματίζονται,
στ.συλλέγει στατιστικά και ερευνητικά δεδομένα που αναφέρονται στην εγκληματικότητα,
ζ. διεξάγει ή αναθέτει έρευνες σχετικές με την πρόληψη,
η. πραγματοποιεί ενημερωτικά ή εκπαιδευτικά προγράμματα στον τομέα της πρόληψης,
θ. συνεργάζεται με διεθνείς οργανισμούς και συμβούλια πρόληψης που λειτουργούν στο εξωτερικό ή το εσωτερικό.
Άρθρο 2.
1.Μέλη του Σ.Π.Ε. είναι ο Υπουργός Δικαιοσύνης, ο οποίος προεδρεύει, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο προϊστάμενος στατιστικής υπηρεσίας και ο διευθυντής ποινικών και σωφρονιστικών υποθέσεων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ο διευθυντής δημόσιας ασφάλειας του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, ανά ένας εκπρόσωπος των πολιτικών κομμάτων, που αναγνωρίζονται κατά τον Κανονισμό της Βουλής, της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδας, του τομέα ποινικών επιστημών του Νομικού Τμήματος των Πανεπιστημίων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Θράκης, της Συντονιστικής Επιτροπής των Δικηγορικών Συλλόγων του Κράτους, της Ο.Λ.Μ.Ε., της Δ.Ο.Ε, της Ε.Φ.Ε.Ε., της Ε.Σ.Ε.Ε., της Ελληνικής Εταιρίας Ποινικού Δικαίου, της Ελληνικής Εγκληματολογικής Εταιρίας, του συλλόγου ελλήνων ψυχολόγων, του συλλόγου κοινωνικών λειτουργών, του συλλόγου επιμελητών ανηλίκων, του συλλόγου ελλήνων κοινωνιολόγων και της Γ.Σ.Ε.Ε.
Οι εκπρόσωποι προτείνονται από τον οικείο φορέα και διορίζονται με τριετή θητεία.
2.Το Σ.Π.Ε. συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Σε περίπτωση που δεν υποδειχτούν εκπρόσωποι μέσα σε ένα μήνα από την έγγραφη πρόσκληση του Υπουργού προς τον οικείο φορέα, το Συμβούλιο συγκροτείται από τα λοιπά μέλη.
3.Το Συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία όταν είναι παρόντα τα μισά από τα μέλη του που το συγκροτούν. Οι αποφάσεις του Συμβουλίου λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών.
4.Το Σ.Π.Ε. ανάλογα με την ημερήσια διάταξη μπορεί να προσκαλεί ονομαστικώς σε μια ή περισσότερες συνεδριάσεις εκπροσώπους περιφερειακών ή τοπικών συμβουλίων πρόληψης εγκληματικότητας, καθώς και πρόσωπα των οποίων τα επαγγελματικά καθήκοντα ή οι ειδικές γνώσεις βοηθούν ουσιαστικά στη συζήτηση των σχετικών θεμάτων.
5.Το Σ.Π.Ε συνεδριάζει τακτικά δύο φορές το έτος και εκτάκτως ύστερα από πρόσκληση του προέδρου του ή ύστερα από αίτηση της Εκτελεστικής Επιτροπής.
Άρθρο 3.
1.Στο Σ.Π.Ε. λειτουργεί πενταμελής Εκτελεστική Επιτροπή που αποτελείται από το διευθυντή ποινικών και σωφρονιστικών υποθέσεων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, το διευθυντή δημόσιας ασφάλειας του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και τρία μέλη που ορίζει το Σ.Π.Ε. από μέλη ή μη μέλη του. Η θητεία των μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής είναι διετής με δυνατότητα ανανέωσης. Τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής εκλέγουν τον πρόεδρό της στην πρώτη της συνεδρίαση που συγκαλείται από τον πρόεδρο του Σ.Π.Ε. Ο πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής συμμετέχει με δικαίωμα ψήφου στις συνεδριάσεις του Σ.Π.Ε.
2.Η Εκτελεστική Επιτροπή συνέρχεται τουλάχιστο μία φορά το μήνα, ύστερα από πρόσκληση του προέδρου της, ο οποίος και ορίζει τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Για την απαρτία της Εκτελεστικής Επιτροπής απαιτείται η παρουσία τριών μελών.
3.Η Εκτελεστική Επιτροπή: α) υποβάλλει δύο φορές το έτος στο Σ.Π.Ε. σχέδιο δραστηριοτήτων και ληπτέων μέτρων, β) συνιστά υποεπιτροπές και ομάδες εργασίας για την ειδικότερη προετοιμασία των δραστηριοτήτων της στις οποίες είναι δυνατό να συμμετέχουν και πρόσωπα που δεν είναι μέλη του Σ.Π.Ε, γ) μελετά θέματα που παραπέμπει σε αυτήν το Σ.Π.Ε. ή τα προωθεί σε ειδικότερες ομάδες εργασίας και γνωμοδοτεί για τη σκοπιμότητα των προγραμμάτων πρόληψης, δ) συντάσσει ετήσιες εκθέσεις για τις δραστηριότητες του Σ.Π.Ε. και ε)εξετάζει κάθε θέμα που αναφέρεται στην πρόληψη της εγκληματικότητας ύστερα από εντολή του Σ.Π.Ε. ή από πρόταση ενός ή περισσότερων μελών της ή των περιφερειακών ή τοπικών συμβουλίων πρόληψης.
4.Καθήκοντα γραμματέα του Σ.Π.Ε. και της Εκτελεστικής Επιτροπής εκτελεί υπάλληλος του Υπουργείου Δικαιοσύνης βαθμού Α' Κλάδου ΠΕ, που ορίζεται, με έναν αναπληρωτή, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
5.Η συμμετοχή των μελών στο Σ.Π.Ε., στην Εκτελεστική Επιτροπή και στα περιφερειακά ή τοπικά συμβούλια πρόληψης είναι τιμητική και άμισθη.
6.Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από πρόταση του Σ.Π.Ε., συνιστώνται περιφερειακά ή τοπικά συμβούλια πρόληψης.
7.Με αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής των άρθρ. 1 έως 3.
8.Ο ν. 2330/1953 καταργείται, εκτός από το άρθρο 9, το οποίο αναφέρεται στις εταιρείες προστασίας ανηλίκων.
Άρθρο 4.
1. Το άρθρο 113 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
(Το πλήρες κείμενο παραλείπεται αφού το άρθρο 113 Π.Κ. αντικαταστάθηκε μεταγενέστερα από το άρθρ.1 παρ. 6 του Ν.2408 της 31.5/4.6.1996ΦΕΚ 104)
2. Το άρθρο 47 του α.ν.1092/1938 «περί τύπου αντικαθίσταται ως εξής:
« Άρθρο 47.
Τα αδικήματα που πράττονται δια του τύπου παραγράφονται μετά 18 μήνες από την τέλεση της πράξης. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρόνο σύμφωνα με διάταξη νόμου δεν μπορεί να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη και για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση. Σε κάθε περίπτωση ο χρόνος της αναστολής δεν μπορεί να υπερβεί τα δύο έτη».
3.Το άρθρο 181 του Ποινικού Κώδικα, όπως ίσχυε σήμερα, αντικαθίσταται ως ακολούθως:
(Το πλήρες κείμενο παραλείπεται αφού το άρθρο 181 Π.Κ. αντικαταστάθηκε μεταγενέστερα)
4. Το άρθρο 263α του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 263α.
Για την εφαρμογή των άρθρων 235, 236, 239, 241, 242, 243, 244, 245, 246, 252, 253, 255, 256, 257, 258, 259, 261, 262 και 263 υπάλληλοι θεωρούνται, εκτός από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 13, οι δήμαρχοι ο πρόεδροι κοινοτήτων και όσοι υπηρετούν μόνιμα ή πρόσκαιρα και με οποιοσδήποτε ιδιότητα: α) σε επιχειρήσεις η οργανισμούς που ανήκουν στο Κράτος, σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου και προμήθεια ή την παροχή στο κοινό νερού, φωτισμού, θερμότητας, κινητήριας δύναμης ή μέσων συγκοινωνίας ή μαζικής ενημέρωσης, β) σε τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή κατά το νόμο ή το καταστατικό τους, γ) σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και από νομικά πρόσωπα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια, εφόσον τα ιδρυτικά νομικά πρόσωπα συμμετέχουν στην διοίκησή τους ή, αν πρόκειται για ανώνυμη εταιρία, στο κεφάλαιό της ή τα ιδρυμένα αυτά νομικά πρόσωπα είναι επιφορτισμένα με εκτέλεση κρατικών προγραμμάτων οικονομικής ανασυγκρότησης ή ανάπτυξης, δ) σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου στα οποία κατά τις κείμενες διατάξεις μπορούν να διατεθούν από το δημόσιο, από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή από τις πιο πάνω τράπεζες επιχορηγήσεις ή χρηματοδοτήσεις».
5. Η παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 1608/1950 "περί αυξήσεως των ποινών δια τους καταχραστές του Δημοσίου" αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«1. Στον ένοχο, των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 216, 218, 235, 236, 237, 245, 256, 258, 372, 375, 386 και 390 του Ποινικού Κώδικα, εφ’ όσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263 του Ποινικού Κώδικα και το όφελος που πέτυχε
ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενό του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης».
Άρθρο 5.
1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 47 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Ο εισαγγελέας εξετάζει την έγκληση που έλαβε και, αν κρίνει ότι αυτή δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, την απορρίπτει με διάταξή του, η οποία επιδίδεται στον εγκαλούντα».
2. Τα κακουργήματα κλοπής, υπεξαίρεσης και πλαστογραφίας που προβλέπονται από το Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα, αν στρέφονται οπωσδήποτε κατά του Δημοσίου ή νομικού προσώπου που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο και το όφελος που πέτυχε ή επεδίωξε με αυτά ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε κατά του Δημοσίου ή των πιο πάνω νομικών προσώπων υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών".
3.Το εδάφιο α’ της παραγράφου 3 του άρθρου 128 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι παράγραφοι 2 και 3 εδάφ. α’ και β ‘ του άρθρου 130 εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις συνάφειας».
4. Η παράγραφος 1 του άρθρου 169 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 1653/1986, αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Ο εισαγγελέας ή δημόσιος κατήγορος που διατάσσει την επίδοση της κλήσης μπορεί, αν συντρέχουν κατά την κρίση του κίνδυνος παραγραφής ή άλλοι εξαιρετικοί λόγοι που μνημονεύονται στην παραγγελία προς επίδοση, να συντομεύσει την προθεσμία εμφάνισης των κατηγορουμένων, των μαρτύρων και των πραγματογνωμόνων στο ακροατήριο σε οκτώ κατ’ ανώτατο όριο ημέρες, εφ ‘ όσον πρόκειται για πρόσωπα γνωστής διαμονής στην ημεδαπή».
5. Στο άρθρο 213 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, προστίθεται παράγραφος 5, η εξής:
«5. Οι διατάξεις του εδαφίου ε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 273 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας εφαρμόζονται αναλόγως και στον πολιτικώς ενάγοντα».
6. Στο άρθρο 245 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται η εξής παράγραφος 3:
«3. Αν από την προανάκριση δεν προέκυψε η ταυτότητα του δράστη ορισμένου εγκλήματος, η δικογραφία τίθεται με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα στο αρχείο. Το ίδιο μπορεί να πράξει ο εισαγγελέας και αν ο δράστης παραμένει άγνωστος μετά από προανάκριση κατά το άρθρο 243 παρ. 2 εδ. α’. Στην περίπτωση αυτήν η κατά το άρθρο 43 ποινική δίωξη θεωρείται ότι ασκήθηκε με την έκδοση της πιο πάνω πράξης του εισαγγελέα, η οποία πρέπει να περιέχει και το χαρακτηρισμό του αδικήματος και το χρόνο τέλεσής του. Αν ακολούθως αποκαλυφθεί ο δράστης, η δικογραφία ανασύρεται από το αρχείο και συνεχίζεται η ποινική διαδικασία. Αν οι κατηγορούμενοι είναι περισσότεροι, η αρχειοθέτηση γίνεται μόνο ως προς αυτόν που παρέμεινε άγνωστος».
7. Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 308 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται το εξής εδάφιο:
«Στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του ν. 1608/1950, η περάτωση της κύριας ανάκρισης κηρύσσεται από το συμβούλιο των εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δε χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο συμβούλιο εφετών, που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα».
8. Στο άρθρο 308 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται παράγραφος 7, η εξής:
«7. Αν από την ανάκριση δεν προέκυψε η ταυτότητα του δράστη ορισμένου εγκλήματος, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των εδαφίων α’ και δ ‘ της παραγράφου 3 του άρθρου 245».
9. Στο άρθρο 320 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται η εξής παράγραφος 3:
«3. Ο εισαγγελέας δικαιούται να επιδίδει στον κατηγορούμενο ακριβές αντίγραφο του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης, εφ’ όσον το πρωτότυπο υπάρχει στην οικεία δικογραφία ως στοιχείο αυτής. Στην περίπτωση αυτή στο κατά το άρθρο 161 συντασσόμενο αποδεικτικό αρκεί για το κύρος της επιδόσεως να αναφέρεται μόνο ο αριθμός του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης και ο καλών εισαγγελέας».
10. Το άρθρο 338 παρ.1 και2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Άρθρο 338.
Αν κατά την ποινική δίκη προσβληθεί ως πλαστό κάποιο έγγραφο, το δικαστήριο ερευνά κατά το δυνατό τη γνησιότητα αυτού και, αν παρουσιαστούν ενδείξεις κατά ορισμένου προσώπου, αυτός που διευθύνει τη συζήτηση διατάσσει τη σύλληψη και την παραπομπή του στον αρμόδιο εισαγγελέα. Αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, το δικαστήριο πράττει όσα ορίζονται στο άρθρο 38, χωρίς, με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου, να ερευνήσει το βάσιμο της κατηγορίας.
2. Αν κατά την κρίση του δικαστηρίου το έγγραφο είναι αναγκαίο για την απόφαση στην κύρια υπόθεση, το δικαστήριο ερευνά σε κάθε περίπτωση τη γνησιότητα αυτού και μόνο όταν κρίνει ότι υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι είναι πλαστό αναβάλλει με ειδικώς αιτιολογημένη απόφασή του τη δίκη ωσότου περατωθεί η διαδικασία για την πλαστογραφία.
11. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 418 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής :
«Αν κατά την ημέρα αυτή δεν συνεδριάζει το αρμόδιο δικαστήριο, ορίζεται έκτακτη δικάσιμη για την ημέρα ή όταν υπάρχει απόλυτη αδυναμία συγκρότησης του δικαστηρίου αυθημερόν, για την επόμενη ημέρα. Ο εισαγγελέας γνωστοποιεί προφορικά τα στοιχεία της κατηγορίας στον
κατηγορούμενο χωρίς να απαιτείται η κοινοποίηση σ' αυτόν κλητηρίου θεσπίσματος. Για την παραπάνω γνωστοποίηση συντάσσεται και προσαρτάται στη δικογραφία συνοπτική έκθεση που υπογράφεται από τον εισαγγελέα, το γραμματέα και τον κατηγορούμενο και σε περίπτωση ανάγκης μόνο από τον εισαγγελέα».
12. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αναπροσαρμόζονται κάθε φορά τα χρηματικά ποσά για τα οποία διαλαμβάνουν οι παράγραφοι 1, 3 και 4 εδ. α’ του άρθρου 3 του ν. 663/1977, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 16 του ν. 969/1979 και η παράγραφος 1 του άρθρου 31 του ν.427/1945 "περί κώδικος των περί Νομικού Συμβουλίου διατάξεων", όπως κωδικοποιήθηκε από το β.δ. της 7/20 Ιουν. 1957 (άρθρο 22 ν. 3693/ 1957).
13. Στις παραβάσεις του α.ν. 86/1967 "περί επιβολής κυρώσεων κατά των καθυστερούντων την καταβολή και απόδοση εισφορών εις Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφαλίσεως" και του α.ν. 690/1945 δεν ισχύει η ειδική δωσιδικία του άρθρου 111 αριθ. 7 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
14. Η παράγραφος 8 του άρθρου 122 του ν. 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικος", όπως ισχύει σήμερα, καταργείται.
15. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 580 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως ακολούθως:
(Το πλήρες κείμενο παραλείπεται αφού έχει αντικατασταθεί μεταγενέστερα).
16. Καταργήθηκε από το άρθρο 22 παρ. 7 του Ν. 1868/1989, ΦΕΚ Α 230.
17. Οι παράγραφοι 1 έως 11 και 13 ισχύουν και για υποθέσεις που είναι εκκρεμείς ή για τις οποίες δεν έχει κινηθεί ακόμη ποινική δίωξη. Οι παράγραφοι 15 και 16. εφαρμόζονται και στις υποθέσεις που είναι εκκρεμείς στον Άρειο Πάγο.
Άρθρο 6.
1.Τα παρακάτω πρόσωπα έχουν την υποχρέωση να υποβάλουν κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7, δήλωση της περιουσιακής τους κατάστασης, καθώς και της περιουσιακής κατάστασης του συζύγου ή των ανήλικων τέκνων τους, μέσα σε ενενήντα ημέρες από την ορκωμοσία ή την ανάληψη των καθηκόντων τους:
α. Ο Πρωθυπουργός.
Οι αρχηγοί των πολιτικών κομμάτων.
γ. Οι υπουργοί και υφυπουργοί.
δ. Οι βουλευτές.
ε. Οι γενικό·! και ειδικοί γραμματείς υπουργείων.
στ. Οι υπάλληλοι ή σύμβουλοι των ειδικών δέσεων και οι κάθε είδους μετακλητοί υπάλληλοι, οι οποίοι διορίζονται με πράξη μονομελούς ή συλλογικού κυβερνητικού οργάνου, εφ’ οτον έχουν σύμφωνα με το νόμο αποφασιστικές αρμοδιότητες ή διαχειριστική εξουσία.
ζ. Οι δήμαρχοι και όσοι κατέχουν δέση μονομελούς οργάνου διοίκησης νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου (πλην των κοινοτήτων) ή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου του κατά το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 δημόσιου τομέα, οι οποίοι δεν εντάσσονται στην υπαλληλική ιεραρχία του νομικού προσώπου, οποιοδήποτε τίτλο και αν φέρουν (όπως διοικητές, υποδιοικητές, γενικοί διευθυντές, διευθύνοντες ή εντεταλμένοι σύμβουλοι), περιλαμβανόμενων και των προβληματικών επιχειρήσεων.
η. Τα μέλη διοικητικού συμβουλίου και γενικώς συλλογικού οργάνου διοίκησης νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου (πλην των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης) ή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου του δημόσιου τομέα, εφ’ όσον έχουν διορισθεί με πράξη κυβερνητικού οργάνου ή ο διορισμός ή η εκλογή- τους εξαρτάται από τη βούληση κυβερνητικού οργάνου ή προσώπου που εκφράζει κυβερνητική βούληση, όπως επίσης οι πρόεδροι και τα μέλη των επιτροπών προμηθειών όλων εν γένει των κρατικών υπηρεσιών και νομικών προσώπων, οργανισμών και ανώνυμων εταιριών του δημόσιου τομέα, συμπεριλαμβανομένων και των ενόπλων δυνάμεων, εφ’ όσον πρόκειται για προμήθειες ποσού άνω των είκοσι εκατομμυρίων δραχμών.
2. Οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 1 επαναλαμβάνουν τη δήλωση κάθε Απρίλιο εφ’ όσον διατηρούν την ιδιότητά τους, και επί τρία έτη μετά την απώλεια της ιδιότητας αυτής.
3. Μέσα σε ενενήντα ημέρες από τη δημοσίευση του παρόντος έχουν την υποχρέωση να υποβάλουν, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο ". δηλώσεις της περιουσιακής τους κατάστασης. καθώς και της περιουσιακής κατάστασης του συζύγου και των ανήλικων τέκνων τους, όσοι μετά την 21η Απριλίου 1967 διορίστηκαν και υπηρέτησαν έξι μήνες τουλάχιστο σε δέσεις α) ειδικού γραμματέα, β) υπαλλήλου ή συμβούλου των ειδικών δέσεων και μετακλητού υπαλλήλου διοριζόμενου με πράξη μονομελούς ή συλλογικού κυβερνητικού οργάνου, εφ’ όσον άσκησαν σύμφωνα με το νόμο αποφασιστικές αρμοδιότητες ή διαχειριστική εξουσία, γ) δημάρχου ή μονομελούς οργάνου διοίκησης νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου (πλην των κοινοτήτων,) ή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου του κατά το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/19821 δημόσιου τομέα, που δεν εντάσσονται στην υπαλληλική ιεραρχία του νομικού προσώπου, οποιοδήποτε τίτλο και αν φέρουν (όπως διοικητές, υποδιοικητές, γενικοί διευθυντές, διευθύνοντες ή εντεταλμένοι σύμβουλοι), καθώς και όσοι υπηρετούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στις παραπάνω· δέσεις ή στις θέσεις που αναφέρονται στο στοιχείο της παρ. 1.
4. Αν υποβληθεί αιτιολογημένη αναφορά οποιοσδήποτε πολίτη μέσα σε προθεσμία πέντε ετών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, ο αρμόδιος αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου έχει την υποχρέωση να καλέσει κάδε πρόσωπο που είχε μετά την 21ή Απριλίου 1967 επί έξι μήνες τουλάχιστο, μια από τις ιδιότητες του στοιχ. η' της παραγράφου 1, να υποβάλει δήλωση μέσα σε δύο μήνες από την έγγραφη πρόσκλησή του Μέσα στην πενταετή αυτή προθεσμία ο εισαγγελέας μπορεί και αυτεπαγγέλτως να καλέσει τα παραπάνω πρόσωπα να υποβάλουν δήλωση.
5. Ελεγχόμενοι, κατά την έννοια του παρόντος νόμου, είναι τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους 1,3 και 4.
Άρθρο 7.
1. Η δήλωση περιουσιακής κατάστασης περιέχει λεπτομερώς τα υφιστάμενα τόσο κατά το χρόνο ανάληψης των καθηκόντων, όσο και κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης περιουσιακά στοιχεία. Ειδικότερα για τα στοιχεία που αποκτήθηκαν κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα (έστω και αν δεν έχει ακόμη μεταγραφεί ο τίτλος κτήσης των ακινήτων) αναγράφεται ο χρόνος, ο τρόπος κτήσης, καθώς και το ποσό και η προέλευση των χρημάτων που διατέθηκαν για την απόκτηση αυτή.
2. Δηλώνονται ως περιουσιακά στοιχεία:
α. τα ακίνητα και τα επί των ακινήτων εμπράγματα δικαιώματα με ακριβή προσδιορισμό της τοποθεσίας τους, του είδους χρήσης, καθώς και της συνολικής έκτασης σε μ2 καθενός, τόσο της ακάλυπτης, όσο και των κτισμάτων,
β. τα πλοία κατά το είδος, τη χωρητικότητα και το λιμένα νηολόγησης και γενικά θαλάσσια ή εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και τα κάδε μορφής και χρήσης αυτοκίνητα οχήματα,
γ. η συμμετοχή με οποιοδήποτε τρόπο ή ιδιότητα σε κάδε είδους κερδοσκοπική επιχείρηση,
δ. τα χρεόγραφα και οι καταδόσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα,
ε. τα εισοδήματα από κάδε πηγή του προηγούμενου οικονομικού έτους. Σε αυτά περιλαμβάνονται και οι οικονομικές ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στο δηλούντα από τρίτα πρόσωπα ρητώς κατονομαζόμενα στη δήλωση.
Η δήλωση υπογράφεται και υποβάλλεται από τον υπόχρεο όταν πρόκειται για δικά του περιουσιακά στοιχεία, απο το σύζυγο όταν πρόκειται για περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν σε αυτόν και από αμφότερους τους συζύγους όταν πρόκειται για περιουσιακά στοιχεία των ανήλικων τέκνων τους.
3. Κάδε δήλωση συντάσσεται σε ειδικό γραμμογραφημένο έντυπο, το περιεχόμενο του οποίου προσδιορίζεται με απόφαση του Προέδρου της Βουλής. Η απόφαση αυτή μπορεί να ορίσει και τα δικαιολογητικά ή άλλα δηλωτικά στοιχεία που επιβάλλεται να συνοδεύουν τη δήλωση. Το έντυπο χορηγείται δωρεάν στους υπόχρεους από τη γραμματεία του κατά το άρθρο 8 αρμόδιου αντιπροέδρου της Βουλής ή τη γραμματεία του αρμόδιου αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
4. Στη δήλωση τα υπόχρεα κατά το άρθρο 6 πρόσωπα υποχρεούνται να αναγράφουν ακόμη τα ονοματεπώνυμα των κατά το άρθρο 13 παρ. δ' του Ποινικού Κώδικα οικείων τους.
ο. Οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των προσώπων που αναφέρονται στα στοιχ. α’, 6', γ* και δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 6 υποβάλλονται στον κατά το επόμενο άρΑρο αρμόδιο αντιπρόεδρο της Βουλής.
Οι δηλώσεις των άλλων υπόχρεων προσώπων υποβάλλονται στον αρμόδιο αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Οι δηλώσει; περιουσιακής κατάστασης είτε κατατίθενται αυτοπροσώπως η από πρόσωπο ειδικώς εξουσιοδοτημένο, οπότε συντάσσεται πράξη κατάθεσης, είτε αποστέλλονται με συστημένη επιστολή. Ο αντιπρόεδρος της Βουλής ή ο αρμόδιος αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, κατά περίπτωση, χορηγούν αντίγραφο της δήλωσης σε οποιοσδήποτε πολίτη ύστερα από έγγραφη αίτηση που περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση του αιτούντος.
6. Η δημοσίευση στον τύπο των δηλώσεων που υποβάλλονται κατά τον παρόντα νόμο επιτρέπεται με την προϋπόθεση ότι δημοσιεύεται ολόκληρο το κείμενο της δήλωσης.
Άρθρο 8.
1. Αρμόδιος για τον έλεγχο των δηλώσεων των προσώπων που αναφέρονται στα στοιχεία α', δ', γ' και δ' της παρ. 1 του άρθρου 6 είναι ο οριζόμενος από το Προεδρείο της Βουλής αντιπρόεδρός της.
Αρμόδιος για τον έλεγχο των δηλώσεων των άλλων υπόχρεων προσώπων είναι ένας από τους δύο νεότερους αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου, που ορίζεται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο για δύο έτη. Κατά τη διάρκεια της θητείας του ο αντεισαγγελέας απασχολείται αποκλειστικά με το έργο αυτό, εξυπηρετούμενος γραμματειακώς από αριθμό επαλλήλων της γραμματείας του Αρείου Πάγου ή της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου που τοποθετούνται με πράξη του Προέδρου ή του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αντίστοιχα στη συνιστώμενη με τον παρόντα νόμο αυτοτελή υπηρεσία ελέγχου των δηλώσεων.
2. Ο αντεισαγγελέας επικουρεί τα ι από έναν εφέτη ή αντεισαγγελέα εφετών και έναν πάρεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου που ορίζονται από το αντίστοιχο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο.
8. Αν ο αντιπρόεδρος της Βουλής ή, κατά περίπτωση, ο εισαγγελίας του Αρείου Πάγου κρίνι ότι απαιτείται ειδικότερος έλεγχος της δήλωσης, αναθέτει τη σχετική έρευνα σε έναν έως τρεις ελεγκτές. Ως ελεγκτές μπορούν να ορίζονται πάρεδροι του Ελεγκτικού Συνεδρίου, επιθεωρητές δημοσίων διαχειρίσεων του Υπουργείου Οικονομικών και επιθεωρητές οικονομικών εφοριών.
Σε εξαιρετικές περιπτώσεις. και ιδίως ενόψει της ιδιότητας του ελεγχόμενου, ως ελεγκτές μπορούν να οριστούν και δικαστικοί λειτουργοί βαθμού τουλάχιστον ερέτη ή αντεισαγγελέα εφετών ή παρέδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή εφέτη τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Ο: οριζόμενοι ως ελεγκτές μπορούν, αν αυτό παραστεί αναγκαίο, να απαλλαγούν προσκαίρως από τα καθήκοντά τους με πράξη του αρμόδιου αντιπροέδρου της Βουλής ή του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ο τελευταίος, οι βοηθοί του και οι ελεγκτές ύστερα από εντολή του αντιπροέδρου της Βουλής ή του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου μπορούν να μεταβαίνουν οπουδήποτε στην ημεδαπή ή την αλλοδαπή για εκτέλεση του έργου τους. Οι ελεγκτές έχουν τα δικαιώματα και ασκούν τα καθήκοντα ανακριτικού υπαλλήλου και μπορούν, ιδίως: α) να ζητούν πληροφορίες από οποιαδήποτε αρχή και από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που έχουν υποχρέωση να δώσουν τις ζητούμενες πληροφορίες και τα στοιχεία που βρίσκονται στην κατοχή τους προσκομίζοντας τα πρόσφορα στοιχεία, β) να διατάσσουν την προσαγωγή εγγράφων και την εμφάνιση μαρτύρων, τους οποίους εξετάζουν κατά τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, γ) να ζητούν την επικουρία αστυνομικού οργάνου και δ) να ζητούν την επικουρία ορκωτού λογιστή ή εκτιμητή για τη διενέργεια οικονομικής και λογιστικής πραγματογνωμοσύνης. Ο ορκωτός λογιστής ή εκτιμητής, οριζόμενος από το αρμόδιο όργανο του οικείου σώματος, αμείβεται όπως προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις. Οι ελεγκτές κατά την εκτέλεση των ειδικών αυτών καθηκόντων υπόκεινται κατά περίπτωση μόνο στον αντιπρόεδρο της Βουλής ή τον αντεισαγγελέα και ως ότου ολοκληρώσουν τον έλεγχο που τους ανατέθηκε δε μετακινούνται συνεπεία μετάθεσης, απόσπασης ή προαγωγής. Για πειθαρχικά παραπτώματα που τυχόν Αα διαπράξουν κατά τη διάρκεια του ελέγχου την πειθαρχική αγωγή ασκεί ο αντιπρόεδρος της Βουλής ή ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου.
4. Για την έρευνα που διεξάγεται κατά τις προηγούμενες παραγράφους οο' ισχύουν οι διατάξεις περί τραπεζικού, χρηματιστηριακού και φορολογικού απορρήτου. Η με οπουδήποτε τρόπο παρακώλυση του ελεγκτικού έργου και ιδίως η άρνηση παροχής στοιχείων στο ελεγκτικό όργανο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.
δ. Οι ελεγκτές, όταν περατώσουν την έρευνα, συντάσσουν αιτιολογημένο πόρισμα που διαβιβάζουν στον αντιπρόεδρο της Βουλής ή κατά περίπτωση στον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Οι τελευταίοι, κατά την κρίση τους α) Αετουν το πόρισμα στο αρχείο, αν δεν υπάρχουν ενδείξεις ή β) παραγγέλουν στους ελεγκτές συμπληρωματική έρευνα ή γ) παραπέμπουν την υπόθεση στο Γενικό Επίτροπο της Επικράτειας στο Ελεγκτικό Συνέδριο αν συντρέχει περίπτωση καταλογισμού κατά το άρθρο II. Αν ανακύπτει περίπτωση ποινικής ευθύνης προσώπου ελεγχόμενου από τον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο τελευταίος ασκεί ποινική δίωξη ή παρ άγγελε ι την άσκησή της στον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών.
Αν ανακόπτει περίπτωση ποινικής ευθύνης προσώπου ελεγχόμενου από τον αντιπρόεδρο της Βουλής, ο τελευταίος αποστέλλει το φάκελο στον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος ενεργεί κατά τα αναφερόμενα στο προηγούμενο εδάφιο.
6. Κάθε που της δικαιούται να υποβάλει στον αρμόδιο για τον έλεγχο των δηλώσεων αντεισαγγελέα μήνυση για τις αξιόποινες πράξεις του κεφαλαίου αυτού κατά των προσώπων που αναφέροντα. στο άρθρο 6. Στη μήνυση πρέπει να μνημονεύονται λεπτομερώς και σαφώς τα περιστατικά που θεμελιώνουν την αξιόποινη πράξη. Ο αντεισαγγελέας κινεί για τις μηνύσεις αυτές τη διαδικασία του προκαταρκτικού ελέγχου με τα επακόλουθα στάδιά της. Όποιος επικαλείται ανακριβή στοιχεία υπόκειται, κατά τις περιστάσεις, στις διατάξεις των άρθρων 220, 230 και 361-363 του Ποινικού Κώδικα.
7. Από την εξαγγελία της διάλυσης της Βουλής ως τη διενέργεια των εκλογών απαγορεύεται η υποβολή μήνυσης με το παραπάνω περιεχόμενο. Τυχόν υποβαλλόμενη τίθεται στο αρχείο χωρίς να εξεταστεί.
8 Από την υποβολή της μήνυσης ή από την παραγγελία γ α άσκηση ποινικής δίωξης ως την έκδοση του βουλεύματος απαγορεύεται r δημοσίευση εγγράφου ή η αναγραφή ειδήσεων και πληροφοριών σχετιζόμενων με τη διεξαγόμενη διαδικασία. Όποιος παραβαίνει την παράγραφο αυτή διώκεται από τον αντεισαγγελέα και τιμωρείται με τις ποινές του άρΑρου 33 του ν. 1092/1938 ((περί τύπου».
9. Κάθε αμφισβήτηση σχετική με την υπαγωγή στις διατάξεις του νόμου αυτού επιλύεται με πράξη του αρμόδιου αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ύστερα από αίτηση είτε του ενδιαφερομένου είτε του αρμόδιου υπουργού ή του ανώτατου μονομελούς οργάνου διοίκησης του νομικού προσώπου, κατά περίπτωση.
10. Κάθε Φεβρουάριο. διαβιβάζεσαι στον κατά περίπτωση, αρμόδιο αντιπρόεδρο της Βουλής ή στον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατάλογος των ελεγχόμενων από αυτόν προσώπων που κατείχαν κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος θέσεις προβλεπόμενες από την παράγραφο 1 του Ο κατάλογος αυτός διαβιβάζεται στον Πρόεδρο της Βουλής
αναφέρονται στα στοιχεία α' έως και 5 της παραπάνω παραγράφου και ατό τον αρμόδιο υπουργό ή το ανώτατο μονομελές όργανο.
11. Κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου αυτού ο κατάλογος αυτός διαβιβάζεται μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών αχό την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου αυτού και περιλαμβάνει και έτους υπηρέτησαν σε θέσεις προβλεπόμενες από την παράγραφο δ του άρθρου 6 μετά την 21η Απριλίου ,1967 για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από έξι μήνες.
Άρθρο 9.
1. Ελεγχόμενος ο οποίος αποκτά ή προσπορίζει σε τρίτο περιουσιακό όφελος επωφελούμενος της ιδιότητάς του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 2 ετών και με χρηματική Κοινή. Στον υπαίτιο επιβάλλεται και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων διάρκειας ενός έως πέντε ετών.
2. Με τις πεινές της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται ο οικείος που απέκτησε ή προσπύρισε σε τρίτο περιουσιακό όφελος επωφελούμενος της ιδιότητάς του ως οικείου του ελεγχόμενου. Με τις ίδιες ποινές τιμωρείται ο ελεγχόμενος. ο οποίος υποθάλπει ή εν γνώσει του ανέχεται την τελετή της κατά το προηγούμενο εδάφιο πράξης
δ. Αν από τις πράξεις των προηγούμενων παραγράφων επήλθε βλάβη στο κράτος ή σε νομικό πρόσωπο δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου του κατά το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 δημόσιου τομέα ή αν το περιουσιακό όφελος 'Υπερβαίνει το π ρό των δύο εκατομμυρίων δραχμών, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα έτη και χρηματική ποινή τουλάχιστον τετρακοσίων χιλιάδων δραχμών.
4. Αν το περιουσιακό όφελος του καταδικασθέντος είναι κινητό ή ακίνητο πράγμα ή ιδανικό μέρος πράγματος ή ορισμένο χρηματικό ποσό, διατάσσεται ως παρεπόμενη ποινή η δήμευσή του. Σε κάθε άλλη περίπτωση γίνεται καταλογισμός κατά τι; διατάξεις του άρθρου 11.
5. Οι ποινής ταυ άρθρου αυτού επιβάλλονται αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα σύμφωνα με άλλη διάταξη.
6. Ελεγχόμενος που παραλείπει να υποβάλει την κατά το άρθρο 7 δήλωση ή υποβάλλει εν γνώσει του ανακριβή δήλωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή. Στον υπαίτιο επιβάλλεται και στέρηση, πολιτικών δικαιωμάτων διαρκείας ενός έως πέντε ετών-
7. Αν η πράξη τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση τριών μηνών έως δύο ετών.
Άρθρο 10
1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 62, 85 και 80 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος και των νόμων για την ευθύνη των υπουργών;
α. Για τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται από το νόμο αυτόν ενεργείται απευθείας κύρια ανάκριση από ερέτη που ορίζεται κατά την άσκηση της δίωξης.
β. Μετά την τελευταία αν «κριτική πράξη η δικογραφία διαβιβάζεται στον εισαγγελέα εφετών, όταν η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, εισάγει την υπόθεση με πρόταση του στο συμβούλιο ερετών. Κατά του βουλεύματος του συμβουλίου εφετών επιτρέπεται αναίρεση, την οποία να ζητήσουν ο κατά το άρθρο 8 αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου και ο κατηγορούν. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 463. 465
Άρθρο 11.
Άρθρο 12.
Από τη δημοσίευση του νόμου αυτού καταργείται ο ν.4351/ 1964 «περί προστασίας της τιμής του πολιτικού κόσμου της χώρας».
Άρθρο 13
1. Τα κατά τα άρθρα 15 και επ. του ν. 294/1976 δικαστικά (υπηρεσιακά) συμβούλια κάθε εφετείου είναι αρμόδια για την επιλογή των προϊσταμένων, κατά τα άρθρα 9 και 13 του ν. 1586/1986 των υπηρεσιακών μονάδων επιπέδου τμήματος και αυτστελούς γραφείου, στις οποίες διαιρείται η γραμματεία των δικαστικών υπηρεσιών της περιφέρειάς τους.
Το τριμελές δικαστικό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι αρμόδιο για την επιλογή των προϊσταμένων των υπηρεσιακών μονάδων της γραμματείας του και της γραμματείας του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας επί των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, καθώς και των προϊσταμένων διευθύνσεων των γραμματειών των διοικητικών πρωτοδικείων και εφετείων.
Το τριμελές δικαστικό συμβούλιο του Αρείου Πάγου είναι αρμόδιο για την επιλογή των προϊσταμένων των υπηρεσιακών μονάδων της γραμματείας του Αρείου Πάγου και της εισαγγελίας αυτού, καθώς και των προϊσταμένων διευθύνσεων των γραμματειών των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και εισαγγελιών της χώρας.
Για προϊστάμενοι τμημάτων και αυτοτελών γραφείων κρίνονται μόνο υπάλληλοι που κατέχουν οργανική θέση στη δικαστική υπηρεσία στην οποία αφορά η επιλογή. Για προϊστάμενοι διευθύνσεων δικαστικών υπηρεσιών κρίνονται υπάλληλοι που κατέχουν οργανική θέση σε υπηρεσία απ’ αυτές που βρίσκονται στην ίδια πρωτοδικειακή περιφέρεια που υπάγεται και η υπηρεσία στην οποία αφορά η επιλογή.
Για προϊστάμενοι διευθύνσεων των δικαστικών υπηρεσιών. που βρίσκονται στην περιφέρεια των πρωτοδικείων Αθηνών Πειραιώς, κρίνονται υπάλληλοι που κατέχουν οργανική Θέση σε μία από τις εν λόγω υπηρεσίες.
2. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 2 του ν. 294/1976 "περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών της νομοθεσίας περί δικαστικών υπαλλήλων και άλλων τινών διατάξεων" και του άρθρου 7 παρ. 6 του ν. 1653/1986 "τροποποίηση διατάξεων του κώδικα Συμβολαιογράφων και άλλες διατάξεις" αντικαθίστανται ως εξής:
”Τα τριμελή δικαστικά συμβούλια στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στον Άρειο Πάγο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο συγκροτούνται από το νεότερο αντιπρόεδρο ως πρόεδρο και δύο συμβούλους ή αρεοπαγίτες. Αν ο νεότερος αντιπρόεδρος κωλύεται, τον υποκαθιστά ο αμέσως αρχαιότερός του αντιπρόεδρος και όταν κωλύεται και αυτός το αρχαιότερο μέλος του τριμελούς. Τα λοιπά δύο τακτικά μέλη του δικαστικού συμβουλίου με ισάριθμα αναπληρωματικά ορίζονται κατά τον Ιούνιο κάθε έτους με πράξη του προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου ύστερα από κλήρωση σε δημόσια συνεδρίαση μεταξύ των συμβούλων ή των αρεοπαγιτών αντιστοίχως” .
3. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 24 του ν. 670/1977, όπως έχει αντικατασταθεί από την παράγραφο 4 του άρθρου 1 του ν. 1653/ 1986, αντικαθίσταται ως εξής:
"Ο διαγωνισμός προκηρύσσεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και διενεργείται στην έδρα κάθε εφετείου κατά μήνα Φεβρουάριο για την πλήρωση των κενών θέσεων συμβολαιογράφων που υπάρχουν στην περιφέρεια του εφετείου έως και την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους".
4. Η παράγραφος 3 του άρθρου 4 του ν. 834/1978 αντικαθίσταται ως εξής:
"3. Η αίτηση περί μεταθέσεως υποβάλλεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης από 12 μέχρι 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους επί ποινή απαραδέκτου αυτής, αναφέρεται δε σε συγκεκριμένη κενή θέση".
5. Η παράγραφος 4 του άρθρου 4 του ν. 834/1978 αντικαθίσταται ως εξής:
"4. Επί των αιτήσεων μεταθέσεως αποφασίζει το συμβούλιο των εφετών στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η προς πλήρωση θέση, το μήνα Οκτώβριο, μετά από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης. Η μετάθεση είναι υποχρεωτική για τον αιτούντα και εκτελείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης".
6. Η παράγραφος 5 του άρθρου 4 του ν. 834/1978 αντικαθίσταται ως εξής:
"5. Ο μετατιθέμενος οφείλει να μεταβεί υποχρεωτικά στη νέα του θέση μέσα σε 30 ημέρες από την κοινοποίηση σ’ αυτόν της απόφασης για τη μετάθεσή του. Η αποχή από τα καθήκοντα στη νέα του θέση, μετά τη λήξη της πιο πάνω προθεσμίας, επισύρει την ποινή του άρθρου 42 του ν. 670/ 1977".
7. Το άρθρο 115 του ν. 670/1977 αντικαθίσταται ως εξής:
"Άρθρο 115.
1. Τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των συμβολαιογραφικών συλλόγων αναδεικνύονται με αρχαιρεσίες, που διενεργούνται κάθε τρία χρόνια, την τελευταία Κυριακή του μήνα Μάη, συγχρόνως σε ολόκληρη την επικράτεια.
Τα μέλη του συλλόγου καλούνται στις αρχαιρεσίες με πρόσκληση του προέδρου του Δ.Σ, στην οποία αναγράφεται ο χρόνος και τόπος διεξαγωγής τους.
Ο αριθμός των συμβούλων που θα εκλεγούν προσδιορίζεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα, τριάντα ημέρες πριν από τις αρχαιρεσίες, με απόφαση των διοικητικών συμβουλίων των οικείων συμβολαιογραφικών συλλόγων.
2. Στο συμβολαιογραφικό σύλλογο των εφετείων Αθηνών Πειραιώς Αιγαίου και Δωδεκανήσου και στο σύλλογο του εφετείου Θεσσαλονίκης η ψηφοφορία παρατείνεται και την επόμενη ημέρα. Στην περίπτωση αυτή η φύλαξη των ψηφοδόχων και του λοιπού εκλογικού υλικού εξασφαλίζεται με τη μέριμνα του προέδρου του συλλόγου και των υποψηφίων προέδρων.
3. Η ψηφοφορία διεξάγεται από την ανατολή έως τη δύση του ηλίου, εκτός αν διαπιστωθεί ότι ψήφισαν όλοι οι εκλογείς που είναι γραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους, οπότε η ψηφοφορία τελειώνει με την άσκηση του δικαιώματος και του τελευταίου εκλογέα, Η εφορευτική επιτροπή δύναται να παρατείνει την ψηφοφορία και μετά τη δύση του ηλίου και έως δύο ώρες κατ’ ανώτατο όριο, εάν διαπιστώσει προσέλευση εκλογέων για ψηφοφορία.
4. Η θητεία των υφισταμένων διοικητικών συμβουλίων των συμβολαιογραφικών συλλόγων της χώρας παρατείνεται έως το χρόνο ανάληψης των καθηκόντων των συμβουλίων που θα αναδειχθούν από τις εκλογές του μήνα Μαΐου 1988".
8. Ο αριθμός των οργανικών θέσεων των συμβολαιογράφων του Κράτους, όπως έχουν καθοριστεί με το π.δ. 481/1985, αυξάνεται στις παρακάτω ειρηνοδικειακές περιφέρειες ως εξής: Πρέβεζας κατά 2, Καστοριάς κατά 2, Ρεθύμνου κατά 2, Κομοτηνής κατά 2 και Ρόδου κατά 2.
9. Αυξάνεται επίσης κατά μία ο αριθμός των θέσεων συμβολαιογράφων στις περιφέρειες των ειρηνοδικείων Δομοκού, Παραμυθιάς, Άργους Ορεστικού, Ξάνθης, Μήλου και Αγίου Νικολάου Λασιθίου.
10. Το άρθρο 37 του ν. 670/1977, όπως έχει τροποποιηθεί με την παρ. 7 του άρθρου 1 του ν. 1653/1986, δεν έχει εφαρμογή για το έτος 1988 στις περιφέρειες των ειρηνοδικείων που αναφέρονται στις παρ. 8 και 9 αυτού του άρθρου.
11. Συνιστάται νομοπαρασκευαστική επιτροπή που θα αποτελείται από πέντε έως επτά μέλη, για την σύνταξη ενιαίου Κώδικα Συμβολαιογράφων, με σκοπό τη βελτίωση και ενοποίηση των διατάξεων που έχουν εισαχθεί με διάφορα νομοθετήματα και τη θέσπιση διατάξεων για την απλούστευση των συμβολαίων και τον περιορισμό της γραφειοκρατίας.
Πρόεδρος και μέλη της επιτροπής ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί, συμβολαιογράφοι και μέλη του διδακτικού επιστημονικού προσωπικού νομικών τμημάτων και νομικών μαθημάτων των ελληνικών Α.Ε.Ι. Γραμματέας της επιτροπής αυτής ορίζεται υπάλληλος του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Η επιτροπή πρέπει να περατώσει το έργο της μέσα σε ένα χρόνο από τότε που θα αρχίσει να λειτουργεί.
Στον πρόεδρο, τα μέλη και το γραμματέα της επιτροπής καταβάλλεται αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 1505/1984.
Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης μπορεί να παρατείνεται η προθεσμία για την περάτωση του έργου της παραπάνω επιτροπής.
Άρθρο 14
1. Για τη σύνδεση οποιουδήποτε νομικού ή φυσικού προσώπου με το κέντρο νομικής πληροφορικής των νομικών υπηρεσιών της διοίκησης και τη λήψη πληροφοριών από αυτό, καταβάλλεται εφάπαξ χρηματικό αντίτιμο καθώς και περιοδικό τέλος χρήσης, το ύψος των οποίων καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με την ίδια απόφαση; ορίζεται η διαδικασία και η όλη σύνδεση και λήψη πληροφοριών, ο τρόπος είσπραξης του αντιτίμου, τα νομικά ή φυσικά πρόσωπα που απαλλάσσονται από την υποχρέωση για καταβολή του, τα δέματα και ο τρόπος ανταλλαγής πληροφοριών, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.
2. Τα κάθε φάσης έσοδα και πόροι από τις εκδοτικές εργασίες και τις δραστηριότητες του κέντρου νομικής πληροφορικής των νομικών υπηρεσιών διοίκησης διατίθενται, στο ταμείο χρηματοδότησης δικαστικών κτιρίων «ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.» και αποτελούν πόρους του για την εξυπηρέτηση των σκοπών του.
3. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Δικαιοσύνης και Οικονομικών, δύναται να επεκτείνονται οι διατάξεις του παρόντος σε υπηρεσίες ή νομικά πρόσωπα που υπάγονται στην εποπτεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης και που αποκτούν δικά τους κέντρα πληροφορικής.
Άρθρο 15
1.Συνιστάται Διοικητικό Πρωτοδικείο Κοζάνης στην περιφέρεια του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα την Κοζάνη και με δικαιοδοσία τις περιφέρειες των νομών Κοζάνης, Γρεβενών, Καστοριάς και Φλώρινας, οι οποίες αποσπώνται από τη δικαιοδοσία των Διοικητικών Πρωτοδικείων:
α)Λάρισας, οι περιφέρειες των νομών Κοζάνης και Γρεβενών και
β)Βέροιας, οι περιφέρειες των νομών Καστοριάς και Φλώρινας.
2.Καταργούνται οι μεταβατικές έδρες α)του Διοικητικού Πρωτοδικείου Λάρισας στην Κοζάνη, τα Γρεβενά και την Πτολεμαΐδα και
β)του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βέροιας, στην Καστοριά και Φλώρινα, που είχαν συσταθεί με το Π.Δ. 404/1978 (ΦΕΚ 83 Α΄).
3.Ορίζονται μεταβατικές έδρες του συνιστώμενου Διοικητικού Πρωτοδικείου Κοζάνης τα Γρεβενά, η Καστοριά και η Φλώρινα, όπου θα εκδικάζονται οι υποθέσεις των αντίστοιχων νομών.
4.Με προεδρικά διατάγματα, εκδιδόμενα με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, θα ορισθεί: α)ο αριθμός των οργανικών θέσεων των δικαστικών λειτουργών και β)των δικαστικών υπαλλήλων του συνιστώμενου δικαστηρίου, χωρίς αύξηση του συνολικού αριθμού τους, με αντίστοιχη μείωση του αριθμού των οργανικών θέσεων των άλλων διοικητικών δικαστηρίων του Κράτους.
Με όμοια προεδρικά διατάγματα θα καθορισθεί η ημερομηνία έναρξης και λειτουργίας του συνιστώμενου δικαστηρίου, καθώς και η αρμοδιότητα αυτού για τις μη προσδιορισμένες εκκρεμείς υποθέσεις στα Διοικητικά Πρωτοδικεία Λάρισας και Βέροιας, που προέρχονται από τις περιφέρειες των νομών που αποσπώνται από αυτά.
Άρθρο 16
Μισθώσεις που υπάγονται στις διατάξεις του ν.813/1978 «περί εμπορικών και ετέρων κατηγοριών μισθώσεων» και λήγουν σύμφωνα με τη σύμβαση ή το νόμο μέχρι και 31 Αυγούστου 1989 παρατείνονται αυτοδικαίως μέχρι την ημερομηνία αυτή με την επιφύλαξη της παρ.1 του άρθρου 4 του ν. 813/1978
Άρθρο 17.
1.Συνιστάται κλάδος ΔΕ δακτυλογράφων στενογράφων ειδικότητας ελληνικής γραφομηχανής στη γραμματεία των δικαστικών υπηρεσιών της χώρας. Ο κλάδος αυτός περιλαμβάνει (290) θέσεις με βαθμούς Γ΄ έως Α΄ που διακρίνονται ως εξής:
α. Δέκα (10) θέσεις στη γραμματεία του Συμβουλίου της Επικρατείας.
β. Εκατόν ενενήντα (190) θέσεις στη γραμματεία των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και εισαγγελιών.
γ. Εβδομήντα πέντε (75) θέσεις στη γραμματεία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.
δ. Δεκαπέντε (15) θέσεις στο Ελεγκτικό Συνέδριο.
Ως προσόν διορισμού στον εισαγωγικό βαθμό του κλάδου ορίζεται: για μία πενταετία από την έναρξη ισχύος του Ν. 1586/1986 (1.4.1986) απολυτήριος τίτλος λυκείου ή εξατάξιου γυμνασίου ή ισότιμου σχολείου, ανεξάρτητα από ειδικότητα. Για την επόμενη πενταετία οι θέσεις του κλάδου καλύπτονται κατά το ήμισυ από κατόχους απολυτήριου τίτλου λυκείου ή εξατάξιου γυμνασίου ή ισότιμου σχολείου ανεξάρτητα από ειδικότητα και κατά το ήμισυ από κατόχους απολυτήριου τίτλου κλάδου διοικητικών υπηρεσιών γραμματέων ενιαίου πολυκλαδικού λυκείου ή τμήματος υπαλλήλων γραφείου (διοίκησης) τεχνικού επαγγελματικού λυκείου.
Ως πρόσθετο προσόν διορισμού ορίζεται η άριστη γνώση ελληνικής δακτυλογραφίας.
Μετά τη συμπλήρωση της δεύτερης πενταετίας οι θέσης του κλάδου καλύπτονται αποκλειστικά από κατόχους απολυτήριου τίτλου τμήματος υπαλλήλων γραφείου (διοίκησης) τεχνικού επαγγελματικού λυκείου.
Για τις υπηρεσιακές μεταβολές των διοριζομένων στις παραπάνω θέσεις θα εφαρμόζονται ανάλογα οι σχετικές διατάξεις που εφαρμόζονται στους δικαστικούς υπαλλήλους.
Οι θέσεις με στοιχ. β΄, γ΄ και δ΄ κατανέμονται στις επί μέρους δικαστικές υπηρεσίες με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Αν οι ανάγκες της υπηρεσίας το επιβάλλουν μπορεί να ανατίθεται η εκτέλεση καθηκόντων δακτυλογράφου πέρα από τον αριθμό εκείνων που υπάγονται στον ιδιαίτερο κλάδο δακτυλογράφων και σε άλλους δικαστικούς υπαλλήλους μετά από απόφαση του προϊσταμένου της οικείας δικαστικής υπηρεσίας.
2.Οι θέσεις του κλάδου ΔΕ2 δακτυλογράφων με βαθμό Γ' Α' της κεντρικής υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης αυξάνονται κατά (10).
Άρθρο 18.
1.Οι οργανικές θέσεις της κατηγορίας ΠΕ του κλάδου μηχανικών του Υπουργείου Δικαιοσύνης αυξάνονται κατά τρεις (3).
2.Κατά την πρώτη εφαρμογή της διάταξης οι θέσεις θα πληρωθούν με μετάταξη των μόνιμων υπαλλήλων της κατηγορίας ΠΕ κλάδου τεχνικών του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., που διαθέτουν τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα και υπηρετούν κατά τη δημοσίευση αυτού του νόμου στο γραφείο τεχνικής υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
Η μετάταξη θα γίνει μέσα σε τρεις μήνες από τη δημοσίευση του νόμου.
Άρθρο 19.
1.Η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του ν.1487/1984 καταργείται.
2. Μέρος των πόρων του Ταμείου Πρόνοιας Δικηγορικού Συλλόγου Έβρου και Έδεσσας μεταφέρεται, αναλόγως των μελών κάθε Συλλόγου, στα συνιστώμενα αντίστοιχα Ταμεία Πρόνοιας Δικηγόρων Ορεστιάδας και Γιαννιτσών
3.Η παρ. 5 του άρθρ.1 του Ν.1470/1984 «Τροποποίηση στη νομοθεσία του Συμβουλίου της Επικρατείας και άλλες διατάξεις» καταργείται.
Άρθρο 20.
1. Οι περιπτ. α΄ και β΄ παρ. 3 άρθρου 13 Ν.1729/1987 αντικαθίστανται ως εξής:
«Καταπολέμηση της διάδοσης των ναρκωτικών, προστασία των νέων και άλλες διατάξεις αντικαθίστανται ως εξής:
«α) της πράξης του άρθρου 12 παρ. 1, παραμένει ατιμώρητος και εφαρμόζονται σ’ αυτόν αναλόγως οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 14 του νόμου αυτού.
β) των πράξεων των άρθρων 5, 6, 7 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 3 μηνών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) δραχμών μέχρι δέκα εκατομμύρια (10.000.000) δραχμές».
2. Το άρθρο 14 του πιο πάνω νόμου 1729/1987 αντικαθίστανται ως εξής:
«Άρθρο 14
Ειδική μεταχείριση εξαρτημένων ατόμων
1. Ο δράστης αξιόποινης πράξης, στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 13 παρ. 1 και 2 του παρόντος και του οποίου διατάσσεται σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας η προσωρινή κράτηση ή καταδικάζεται για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη, εισάγεται υποχρεωτικά σε κατάλληλο σωφρονιστικό κατάστημα θεραπευτικού χαρακτήρα. Αν κρίνεται ανίκανος προς καταλογισμό, σύμφωνα με το άρθρο 34 του Ποινικού Κώδικα, εισάγεται σε κατάλληλο δημόσιο νοσηλευτικό ίδρυμα, Και στις δύο αυτές περιπτώσεις υποβάλλεται σε ειδικό πρόγραμμα θεραπείας, που καθορίζεται από το Υπουργείο Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
2. Σε περίπτωση καταδίκης σε στερητική της ελευθερίας ποινή ο χρόνος παραμονής σε νοσηλευτικό ίδρυμα υπολογίζεται ως χρόνος έκτισης ποινής».
Άρθρο 21.
Έλληνες υπήκοοι, κάτοικοι εξωτερικού επί είκοσι πέντε τουλάχιστο συνεχόμενα χρόνια πριν από το θάνατό τους, δεν υπόκεινται στους περιορισμούς των περί νομίμου μοίρας και μεριδούχων διατάξεων του ελληνικού νόμου, όσον αφορά τη διάθεση αιτία θανάτου της περιουσίας τους που βρίσκεται στο εξωτερικό.
Εφ' όσον συντρέχει η παραπάνω προϋπόθεση, η μη συμμόρφωση με τις περί νομίμου μοίρας και μεριδούχων διατάξεις δεν επηρεάζει ως προς την περιουσία που βρίσκεται στο εξωτερικό, εκ της αιτίας αυτής, το κύρος των διαθηκών ή άλλων αιτία θανάτου πράξεων διαθέσεως.
Άρθρο 22
Παρατείνεται η προθεσμία που ορίζει η παρ. 7 του άρθρ. 6 του Ν.1649/1986 μέχρι τις 31.3.1987.
Άρθρο 23.
1.Συνίσταται Πρωτοδικείο Νάξου με έδρα την πόλη της Νάξου και περιφέρεια τα Ειρηνοδικεία Νάξου, Τραγαίας Νάξου, Θήρας, Ίου και Αμοργού, που αποσπώνται από την περιφέρεια του Πρωτοδικείου Σύρου.
Το Πρωτοδικείο Νάξου υπάγεται στο Εφετείο Αιγαίου.
2.Οι οργανικές θέσεις των δικαστικών λειτουργών και υπαλλήλων του συνιστώμενου πρωτοδικείου και της εισαγγελίας αυτού ορίζονται με π.δ/τα, που θα εκδοθούν με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, από το σύνολο των
οργανικών θέσεων των δικαστικών λειτουργών και δικαστικών υπαλλήλων του κράτους, χωρίς αύξηση του συνολικού αριθμού αυτών.
3.Η ημέρα έναρξης της λειτουργίας του συνιστώμενου πρωτοδικείου θα ορισθεί με π.δ/γμα, που θα εκδοθεί με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
Άρθρο 24.
1.Από την ημέρα έναρξης της λειτουργίας του Πρωτοδικείου Νάξου, εκκρεμείς αγωγές και εν γένει πολιτικές και ποινικές υποθέσεις των περιφερειών που αποσπώνται, οι οποίες προσδιορίστηκαν για ορισμένη δικάσιμο και εκκρεμούν στο Πρωτοδικείο και Πλημμελειοδικείο Σύρου, παραμένουν σ' αυτό για εκδίκαση μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης.
2.Καταργείται από την έναρξη λειτουργίας του Πρωτοδικείου Νάξου η μεταβατική έδρα του Πρωτοδικείου Σύρου στην έδρα του Ειρηνοδικείου Νάξου, που συστήθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 1487/1984.
3.Συνιστάται στην έδρα του Πρωτοδικείου Νάξου δικηγορικός σύλλογος με την επωνυμία «Δικηγορικός Σύλλογος Νάξου», μέλη του οποίου θα είναι οι διορισμένοι στο ομώνυμο Πρωτοδικείο δικηγόροι.
4.Οι δικηγόροι που είναι διορισμένοι στο Πρωτοδικείο Σύρου μπορούν να παρίστανται, να ενεργούν όλες τις διαδικαστικές πράξεις και να ασκούν δικηγορία στο Πρωτοδικείο Νάξου σύμφωνα με το άρθρ. 39 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως ισχύει σήμερα, διατηρούντες σ' αυτό δικηγορικά γραφεία. Οι δικηγόροι επίσης που διορίζονται στο Πρωτοδικείο Νάξου έχουν αντίστοιχα τα ίδια δικαιώματα στο Πρωτοδικείο Σύρου.
5.Κατ' εξαίρεση των γενικών διατάξεων του α.ν. 87/1936, τα μέλη τον Δικηγορικού Συλλόγου Νάξου υπάγονται στο Ταμείο Προνοίας Δικηγόρων του Πρωτοδικείου Σύρου.
6.Οι δικαστικοί επιμελητές του Πρωτοδικείου Σύρου επιτρέπεται να ασκούν τα καθήκοντά τους και στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Νάξου.
Επίσης οι δικαστικοί επιμελητές του Πρωτοδικείου Νάξου επιτρέπεται να ασκούν τα καθήκοντά τους και στην περιφέρεια τον Πρωτοδικείου Σύρου.
Άρθρο 25.
Στο άρθρο 8 του ν. 1300/1982 «Μέτρα για την πρόληψη και την καταστολή της ζωοκλοπής και ζωοκτονίας» προστίθενται τρεις παράγραφοι με αριθμούς 4, 5 και 6, που έχουν ως εξής:
«4. Στα εγκλήματα της ζωοκλοπής και της ζωοκτονίας και της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων ζωοκλοπής (ή στα εγκλήματα των άρθρων 1, 2 και 3 του νόμου αυτού) διατάσσεται υποχρεωτικά η προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου, εφ’ όσον προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής του. Η αίτηση για άρση ή αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης με περιοριστικούς όρους για τα παραπάνω εγκλήματα είναι απαράδεκτη πριν περάσουν 30 ημέρες από την κράτηση του κατηγορουμένου.
5. Σε περίπτωση καταδίκης για οποιοδήποτε έγκλημα της προηγούμενης παραγράφου, η άσκηση έφεσης από τον καταδικασθέντα δεν αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης.
6. Η στερητική της ελευθερίας ποινή για τα εγκλήματα της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου δε μετατρέπεται σε χρηματική».
Άρθρο 26.
Στο τέλος του εδαφίου 1 της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 1017/1971 «περί συστάσεως ταμείου Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων» (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.), όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο δεύτερο του ν. 1578/ 1985, προστίθεται η ακόλουθη με στοιχείο στ’ περίπτωση:
«στ) για τη μεταβίβαση πιστώσεων, με τη μορφή επιχορήγησης στη Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., για έργα που εκτελούνται και εμπίπτουν στους σκοπούς του νομοθετικού διατάγματος τούτου».
Άρθρο 27.
Οι διατάξεις του νόμου αυτού ισχύουν από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα. 18 Νοεμβρίου 1987
Κατεβάσετε το αρχείο με το πρωτότυπο κείμενο, όπως είναι δημοσιευμένο στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ.) του Εθνικού Τυπογραφείου.
Ν.1738/1987 - ΦΕΚ 200/Α/20.11.1987
Σύσταση Συμβουλίου Πρόληψης της εγκληματικότητας, τροποποίηση διατάξεων του ποινικού Κώδικα, των κωδίκων ποινικής και πολιτικής δικονομίας και άλλες διατάξεις.
