x

Σύνδεση

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε

Απόφαση Ρυθμιστικής Αρχής Λιμένων 329/2017 - ΦΕΚ 1923/Β/2-6-2017

Κανονισμός Ακροάσεων Προσώπων και Επιχειρήσεων της Ρυθμιστικής Αρχής Λιμένων.


Απόφαση Ρυθμιστικής Αρχής Λιμένων Αριθμ. 329/2017

ΦΕΚ 1923/Β/2-6-2017

Κανονισμός Ακροάσεων Προσώπων και Επιχειρήσεων της Ρυθμιστικής Αρχής Λιμένων.

Απόφαση Ρυθμιστικής Αρχής Λιμένων

 

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις των άρθρων 108 έως 126 και 132 και ειδικότερα του άρθρου 112 παρ. 1γ’ του ν. 4389/2016 «Επείγουσες διατάξεις για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις» (Α’ 94).

2. Τις διατάξεις του προεδρικού διατάγματος 19/2016 «Κανονισμός Λειτουργίας και Οργάνωση Υπηρεσιών της Ρυθμιστικής Αρχής Λιμένων (Ρ.Α.Λ.)» (Α’ 28) όπως ισχύει.

3. Τις διατάξεις του ν. 2690/1999 «Κύρωση του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις» (Α’ 45).

4. Την Απόφαση 19/2017 της Ρ.Α.Λ. για έγκριση του Κανονισμού Ακροάσεων Προσώπων και Επιχειρήσεων της Ρυθμιστικής Αρχής Λιμένων.

5. Το γεγονός ότι από την εφαρμογή του παρόντος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋ­πολογισμού.

Εκδίδει τον παρόντα Κανονισμό, οι διατάξεις του οποίου έχουν ως ακολούθως:

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

Άρθρο 1

Πεδίο Εφαρμογής

Η Ρ.Α.Λ. διενεργεί ακροάσεις, μετά από αναφορά άλλης δημόσιας αρχής ή τρίτων ή αυτεπαγγέλτως, για τη διαπίστωση παράβασης των κανόνων που ρυθμίζουν τα ζητήματα παροχής υπηρεσιών στο λιμενικό τομέα και ανήκουν στις αρμοδιότητες της σύμφωνα με το ν. 4389/2016.

 

Άρθρο 2

Σκοπός - Αντικείμενο της διαδικασίας ακρόασης

1. Η διαδικασία ακρόασης έχει ως σκοπό να διαπιστώσει αν έλαβαν χώρα:

α. Παραβάσεις όσον αφορά την τήρηση των υποχρεώσεων των λιμένων στο πλαίσιο της εθνικής και ευρωπαϊκής νομοθεσίας σε σχέση με δημόσιες συμβάσεις, συμβάσεις παραχώρησης ιδίως εις ό,τι αφορά την τήρηση των κανόνων ανταγωνισμού, του συμφωνημένου επιπέδου εξυπηρέτησης και τη συμμόρφωση προς τους χρηματοοικονομικούς στόχους.

β. Παραβάσεις σχετικά με την εφαρμογή όρων και διατάξεων των συμβάσεων παραχώρησης και την υποχρέωση παροχής δημόσιας υπηρεσίας στο λιμένα σύμφωνα με τις συμβάσεις αυτές.

γ. Παραβάσεις σχετικά με την τήρηση εν γένει των κανόνων ανταγωνισμού στο λιμενικό τομέα, και ειδικότερα για την εξασφάλιση της πιστής εφαρμογής της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας στον κλάδο, την αποτροπή κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης, εναρμονισμένων πρακτικών, εξοντωτικής τιμολόγησης και άλλων πρακτικών που στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό.

δ. Παραλείψεις ή μη προσήκουσα προσοχή για την παροχή πληροφοριών σε σχετικό νόμιμο αίτημα της Ρ.Α.Λ.

 

Άρθρο 3

Όργανα Ακρόασης

1. Οι ακροάσεις διεξάγονται, είτε από τη Ρ.Α.Λ., είτε από τριμελή ή πενταμελή, ανάλογα με τη σπουδαιότητα του προς εξέταση ζητήματος, επιτροπή, η οποία αποτελείται από ένα (1) τουλάχιστον εισηγητή της Ρ.Α.Λ. ως πρόεδρο και μέλη του προσωπικού της Ρ.Α.Λ. (Επιτροπή Ακρόασης).

2. Τα μέλη της Επιτροπής Ακρόασης ορίζονται με πράξη του Προέδρου ή, σε περίπτωση κωλύματος του, του Αντιπροέδρου της Ρ.Α.Λ. Με την απόφαση συγκρότησης του οργάνου ακρόασης, ορίζεται ο γραμματέας και ο αναπληρωτής αυτού.

3. Σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας η συγκροτηθείσα Επιτροπή ακρόασης δύναται να παραπέμψει τη διερεύνηση του υπό κρίση ζητήματος στη Ρ.Α.Λ., οπότε επαναλαμβάνεται η σχετική διαδικασία.

4. Η Ρ.Α.Λ., με απόφαση της, δύναται να συγκροτεί μία ή περισσότερες Διαρκείς Επιτροπές ακροάσεων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 16 του παρόντος Κανονισμού.

 

Άρθρο 4

Αυτεπάγγελτη έρευνα

1. Η Ρ.Α.Λ. μπορεί να επιλαμβάνεται αυτεπαγγέλτως κάθε θέματος που εμπίπτει στην αρμοδιότητα της, κατά τις διατάξεις του ν. 4389/2016.

2. Την απόφαση για τη διεξαγωγή αυτεπάγγελτης έρευνας λαμβάνει η Ρ.Α.Λ., κατόπιν εκτίμησης της σοβαρότητας του θέματος, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τη βαρύτητα του ζητήματος, καθώς και το ενδεχόμενο της πραγματικής ή νομικής αδυναμίας των άμεσα θιγομένων για πρόσβαση στη διαδικασία υποβολής αναφοράς.

3. Με την απόφαση της για τη διενέργεια αυτεπάγγελτης έρευνας η Ρ.Α.Λ. προσδιορίζει το ειδικό αντικείμενο αυτής, καθώς και τους λόγους που επιβάλλουν τη διενέργειά της.

4. Αντίγραφο της παραπάνω απόφασης κοινοποιείται στην εμπλεκόμενη επιχείρηση ή φορέα το αργότερο με τη διενέργεια της πρώτης σχετικής ερευνητικής πράξης.

5. Η έρευνα διενεργείται από μέλος της Ρ.Α.Λ. ή από μέλος του προσωπικού της το οποίο ορίζεται με απόφαση του Προέδρου. Μετά το πέρας της έρευνας, συντάσσεται πόρισμα με σχετική εισήγηση για τη διεξαγωγή ή μη ακρόασης.

6. Για κάθε αυτεπάγγελτη παρέμβαση εκδίδεται ειδικό πόρισμα ή και σύσταση της Αρχής, τα οποία καταχωρούνται σε ειδικό Μητρώο αυτεπάγγελτων ερευνών που τηρείται ως παράρτημα του ειδικού Μητρώου αναφορών της Ρ.Α.Λ.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

ΠΡΟΔΙΚΑΣΙΑ

 

Άρθρο 5

Πράξη διεξαγωγής ακρόασης

1. Σε περίπτωση κατά την οποία αποφασισθεί η διεξαγωγή ακρόασης, ο Πρόεδρος της Ρ.Α.Λ. ή, σε περίπτωση κωλύματος του, ο Αντιπρόεδρος εκδίδει πράξη, με την οποία ορίζεται το αρμόδιο όργανο, το θεματικό αντικείμενο, καθώς και ο τόπος και ο χρόνος διεξαγωγής της ακρόασης.

2. Η πράξη διεξαγωγής επιδίδεται, με δικαστικό επιμελητή ή άλλο δημόσιο όργανο στο/α καλούμενο/α πρόσωπο/α, επέχοντας θέση κλήτευσης προς εμφάνιση, ενώπιον του οργάνου που θα διεξάγει την ακρόαση. Σε αυτήν επισυνάπτονται τα έγγραφα και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης.

3. Η πράξη διεξαγωγής κοινοποιείται στα καλούμενα πρόσωπα, τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν από την ημερομηνία ακρόασης.

4. Σε περίπτωση απουσίας του καλουμένου σε ακρόαση προσώπου, παρά τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του, η ακρόαση διεξάγεται χωρίς την παρουσία του. Σε περίπτωση που το όργανο διεξαγωγής ακρόασης κρίνει απαραίτητη την παρουσία αυτού ή οποιουδήποτε άλλου κληθέντος προσώπου, η συζήτηση της υπόθεσης αναβάλλεται σε νέα ημερομηνία, με νέα κλήτευση των μη παραστάντων προσώπων.

5. Σε περίπτωση παράλειψης, μη προσήκουσας ή μη εμπρόθεσμης κλήτευσης του καθ’ ου η πράξη διεξαγωγής, αυτός έχει δικαίωμα να υποβάλει, στην Ρ.Α.Λ., αίτηση επανασυζήτησης, εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτόν της απόφασης της Ρ.Α.Λ..

 

Άρθρο 6

Κατάθεση Υπομνημάτων

1. Τα καλούμενα πρόσωπα έχουν δικαίωμα να καταθέσουν, στο πρωτόκολλο της Ρ.Α.Λ., τουλάχιστον τρεις (3) ημέρες πριν από την ημερομηνία διεξαγωγής της ακρόασης, έγγραφο υπόμνημα με το οποίο διατυπώνουν τις απόψεις τους και ανακοινώνουν τα ονόματα και την ιδιότητα των μαρτύρων που επιθυμούν να εξετασθούν, αιτιολογώντας ειδικώς την ανάγκη εξέτασης τους, ενώπιον του οργάνου ακρόασης. Το όργανο ακρόασης διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί την εξέταση μαρτύρων ή να περιορίσει τον αριθμό τους, με απόφαση που λαμβάνεται, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης.

2. Κάθε καλούμενο πρόσωπο δικαιούται να λάβει αντίγραφα των απόψεων των λοιπών καλουμένων προσώπων και των σχετικών εγγράφων που έχουν προσκομίσει, με την επιφύλαξη του άρθρου 15 του παρόντος.

 

Άρθρο 7

Παρέμβαση τρίτων

1. Οποιοσδήποτε τρίτος, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο καλείται να μετέχει ή λαμβάνει γνώση της διαδικασίας ακρόασης, μπορεί να υποβάλει υπόμνημα σε κάθε υπόθεση που συζητείται, ενώπιον του αρμοδίου οργάνου της Ρ.Α.Λ. το αργότερο τρεις (3) ημέρες προ της ορισθείσης ημερομηνίας ακροάσεως.

2. Το υπόμνημα κατατίθεται στο πρωτόκολλο της Ρ.Α.Λ. και αποτελεί στοιχείο του φακέλου της υπόθεσης. Κάθε καλούμενο πρόσωπο, με την επιφύλαξη του άρθρου 15 του παρόντος, έχει δικαίωμα λήψης αντιγράφου των κατατεθέντων υπομνημάτων.

3. Η Ρ.Α.Λ. ή το αρμόδιο όργανο ακροάσεως δύναται να κλητεύσει στη συζήτηση οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, εφόσον κρίνει ότι η συμμετοχή του θα συμβάλει στην ορθή εξέταση της υπόθεσης.

4. Σε περίπτωση που παρίστανται ή προτείνονται, ως μάρτυρες ή ως εμπειρογνώμονες πρόσωπα μη γνωρίζοντα την ελληνική, ο προτείνων αναλαμβάνει και τα έξοδα της διερμηνείας, γίνεται δε σχετική μνεία στα πρακτικά.

 

Άρθρο 8

Αναβολή συζήτησης της υπόθεσης

1. Κάθε καλούμενο πρόσωπο δύναται, με την υποβολή έγγραφης αίτησης, μέχρι και την προτεραία της διεξαγωγής της ακρόασης, να ζητήσει την παράταση της προθεσμίας εμφάνισης του, επικαλούμενο σοβαρό λόγο. Επί της αιτήσεως αυτής, αποφασίζει ο Πρόεδρος του οργάνου ακρόασης, το οποίο, πάντως, δύναται να αποφασίζει και αυτεπαγγέλτως την αναβολή της ακρόασης. Η απόφαση αυτή ανακοινώνεται στα καλούμενα πρόσωπα.

2. Αίτημα αναβολής είναι δυνατόν να υποβληθεί και, κατά την έναρξη της συνεδρίασης του οργάνου ακρόασης, μόνον, ωστόσο, για λόγους ανωτέρας βίας ή εφόσον συντρέχει ιδιαιτέρως σοβαρός και απρόοπτος λόγος. Επί του αιτήματος αυτού αποφαίνεται αμέσως και αιτιολογημένα το όργανο ακρόασης.

3. Η συζήτηση αναβάλλεται υποχρεωτικά, σε περίπτωση μη νόμιμης ή μη εμπρόθεσμης κλήτευσης του ορισθέντος ως καλούμενου προσώπου, εκτός εάν αυτό παρίσταται κατά την ακρόαση και δεν αντιλέγει.

4. Σε κάθε περίπτωση αναβολής, νέα κλήτευση χωρεί μόνον ως προς τα πρόσωπα τα οποία δεν παρέστησαν κατά την αρχικώς ορισθείσα ημερομηνία διεξαγωγής της ακρόασης.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’

ΚΥΡΙΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 

Άρθρο 9

Διενέργεια ακρόασης

1. Η ακρόαση διεξάγεται, ενώπιον του, κατά το άρθρο 3 του παρόντος, αρμοδίου οργάνου, το οποίο συνέρχεται για το σκοπό αυτό σε ειδική συνεδρίαση.

2. Κατά τις συνεδριάσεις μπορούν να καλούνται, τόσο μέλη του προσωπικού της Ρ.Α.Λ., όσο και κάθε άλλο πρόσωπο, του οποίου η παρουσία κρίνεται αναγκαία.

3. Κατά την έναρξη της συνεδρίασης, ο προεδρεύων προβαίνει στη νομιμοποίηση της παράστασης του κληθέντος ή των κληθέντων προσώπων, των συμβούλων τους, καθώς και των προς εξέταση μαρτύρων.

4. Κάθε πρόσωπο, πλην των κληθέντων με την πράξη διεξαγωγής, οφείλει να προσκομίσει ταυτόχρονα και τα στοιχεία της νομιμοποίησής του. Αν δεν υποβληθούν τα σχετικά στοιχεία ή αυτά δεν είναι πλήρη, το όργανο ακρόασης, κατά την κρίση του, δύναται, είτε να προχωρήσει στη συζήτηση χορηγώντας προθεσμία για την υποβολή τους, είτε να αναβάλει, εξ αυτού του λόγου τη συζήτηση.

5. Η νομιμοποίηση των πληρεξουσίων δικηγόρων ή των εκπροσώπων των κληθέντων προσώπων γίνεται, είτε με προφορική δήλωση αυτών ή του νομίμου εκπροσώπου τους κατά την έναρξη της ακρόασης, είτε με εξουσιοδότηση του, φέρουσας το γνήσιο της υπογραφής του εξουσιοδοτούντος. Σε περίπτωση νομικών προσώπων αρκεί επικυρωμένο αντίγραφο της απόφασης του εν ισχύ οργάνου διοίκησης αυτών.

6. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος, εφόσον έχει προηγηθεί η νομιμοποίηση του, θεωρείται και αντίκλητος του καλούμενου προσώπου το οποίο εκπροσωπεί.

7. Για τις πράξεις της προδικασίας τεκμαίρεται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, εφόσον επακολουθήσει η νομιμοποίηση του πληρεξουσίου, ή εμφανισθεί κατά τη συζήτηση το καλούμενο πρόσωπο ή ο νόμιμος εκπρόσωπος του και δηλώσει ότι εγκρίνει τη διενέργειά τους.

8. Κατά την έναρξη της συνεδρίασης, ο προεδρεύων ανακοινώνει το θεματικό αντικείμενο της ακρόασης και καλεί τα κληθέντα πρόσωπα να αναπτύξουν τις απόψεις τους, κατά τη σειρά που ο ίδιος ορίζει. Το καθ’ ου η πράξη διεξαγωγής πρόσωπο δικαιούται να λάβει το λόγο τελευταίο.

9. Τα μέλη του οργάνου ακρόασης, καθώς και τα παριστάμενα στελέχη του προσωπικού της Ρ.Α.Λ., απευθύνουν ερωτήσεις προς τα κληθέντα πρόσωπα, καθώς και προς τους τυχόν εξεταζόμενους μάρτυρες. Κάθε καλούμενο πρόσωπο δύναται, με άδεια του Προέδρου, να απευθύνει ερωτήσεις προς τα λοιπά καλούμενα πρόσωπα που παρίστανται κατά τη συζήτηση.

10. Κατά τη διεξαγωγή της ακρόασης το όργανο ακρόασης επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει, είτε αυτεπάγγελτα είτε ύστερα από την υποβολή σχετικού αιτήματος των ενδιαφερομένων, οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο.

11. Η διαδικασία ακρόασης διεξάγεται σε μία ή περισσότερες συνεδριάσεις, κατά την απόλυτη κρίση του οργάνου ακρόασης. Στην περίπτωση συνέχισης της διαδικασίας σε νέα συνεδρίαση, δεν πραγματοποιείται νέα κλήτευση, αλλά αρκεί η προφορική γνωστοποίηση του προεδρεύοντος για τον τόπο και το χρόνο της επόμενης συνεδρίασης.

 

Άρθρο 10

Διακοπή συζήτησης

1. Το αρμόδιο όργανο ακροάσεως δύναται να αποφασίσει τη διακοπή της συζήτησης, για σπουδαίο λόγο, εφόσον κρίνει ότι για την αντιμετώπιση των αναφυομένων ζητημάτων απαιτείται συμπληρωματική διερεύνηση της υπόθεσης από την αρμόδια Διεύθυνση ή κλήση προς εξέταση ουσιωδών μαρτύρων ή άλλων προσώπων.

2. Η διακοπείσα συζήτηση συνεχίζεται σε επόμενη συνεδρίαση του οργάνου με τη συμμετοχή των μελών της αρχικής σύνθεσης αυτού. Δεν απαιτείται νέα κλήτευση, εφόσον η ημερομηνία νέας συζήτησης ανακοινώνεται με την αναγγελία της διακοπής αυτής.

 

Άρθρο 11

Τηρούμενα πρακτικά

Καθ’ όλη τη διάρκεια της ενώπιον του αρμοδίου οργάνου συζήτησης, τηρούνται πρακτικά, τα οποία,, χορηγούνται με δική τους δαπάνη, κατόπιν σχετικής αιτήσεως τους, στα κληθέντα πρόσωπα ή και σε τρίτο που έχει ειδικό έννομο συμφέρον για την κρινόμενη υπόθεση.

 

Άρθρο 12

Συμπληρωματικά υπομνήματα

1. Μετά το πέρας της διαδικασίας ακρόασης τα κληθέντα πρόσωπα δικαιούνται, εντός της ταχθείσης από τον Πρόεδρο προθεσμίας, να καταθέσουν συμπληρωματικό έγγραφο υπόμνημα επί των διαλαμβανομένων στην ακρόαση, προσκομίζοντας και το σύνολο των επικαλουμένων υπ’ αυτών εγγράφων ή στοιχείων, ιδίως δε αυτών που ζητήθηκαν από την επιτροπή κατά τη διενέργεια της ακρόασης.

2. Το όργανο ακρόασης μπορεί, οποτεδήποτε, μέχρι την έκδοση της απόφασης, να ζητήσει να προσκομισθούν από οποιοδήποτε κληθέν πρόσωπο, συγκεκριμένα έγγραφα, νέα στοιχεία ή ένορκες βεβαιώσεις, καθώς επίσης και να υποβάλλει διευκρινιστικές ερωτήσεις, τάσσοντας ειδική προθεσμία προς κατάθεση ή απάντηση.

3. Κάθε καλούμενο πρόσωπο δικαιούται να καταθέσει προσθήκη επί του κατατεθέντος υπομνήματος του (αρχικού ή συμπληρωματικού), προς αντίκρουση των απόψεων των λοιπών καλουμένων προσώπων, εντός προθεσμίας τριών (3) εργασίμων ημερών, από την παρέλευση της προθεσμίας της παρ. 1 του παρόντος άρθρου.

 

Άρθρο 13

Διάσκεψη και σύνταξη πορίσματος από την Επιτροπή Ακρόασης

1. Μετά το πέρας της διαδικασίας ακρόασης, η επιτροπή ακρόασης, αφού συνέλθει σε μυστική συνεδρίαση και ανταλλαγή απόψεων των μελών της, διατυπώνει το πόρισμα της κατά πλειοψηφία.

2. Στο πόρισμα διατυπώνεται, σε περίπτωση διαπίστωσης της σχετικής παράβασης, και η πρόταση της επιτροπής για τα επιβαλλόμενα μέτρα.

3. Κατά τη σύνταξη του πορίσματος καταγράφονται όλες οι διατυπωθείσες απόψεις, καθώς και οι προτάσεις οι οποίες ελήφθησαν κατά πλειοψηφία επί των επιβαλλομένων μέτρων.

 

Άρθρο 14

Έκδοση απόφασης

1. Το πόρισμα της επιτροπής ακρόασης υποβάλλεται στη Ρ.Α.Λ., σε περίπτωση που αυτή δεν είναι το όργανο ακρόασης.

2. Η Ρ.Α.Λ. μπορεί να αναπέμψει την υπόθεση στην επιτροπή ακρόασης, εάν διαπιστώσει την ύπαρξη νομικών ή ουσιαστικών πλημμελειών ή ελλείψεων. Εάν διαπιστώσει ότι ανακύπτουν ζητήματα, για την επίλυση των οποίων απαιτείται να προσκομισθούν από τα μέρη περισσότερα στοιχεία ή να διεξαχθεί από την αρμόδια Διεύθυνση περαιτέρω έρευνα, εκδίδει σχετική απόφαση.

3. Σε περίπτωση που η Ρ.Α.Λ. διαπιστώσει τη μη τήρηση των κανόνων που προκύπτουν από τις ρυθμίσεις του ν. 4389/2016 ή την άρνηση παροχής στοιχείων από πλευράς καθ’ ου η πράξη διεξαγωγής, αποφασίζει σύμφωνα με τις αρμοδιότητες που της απονέμει ο ανωτέρω νόμος.

4. Η απόφαση είναι ειδικώς αιτιολογημένη, με μνεία των ονομάτων και των απόψεων των μειοψηφησάντων μελών.

5. Η Ρ.Α.Λ. εκδίδει την απόφαση της εντός δύο (2) μηνών από την περιέλευση σε αυτήν όλων των πληροφοριών και επιδίδει την απόφαση της σε εκείνους τους οποίους αφορά με δικαστικό επιμελητή ή άλλο δημόσιο όργανο εντός δεκαπέντε (15)ημερών από τη λήψη της. Πριν από την κοινοποίηση αυτή, η Ρ.Α.Λ. δεν δημοσιοποιεί την απόφαση ή τμήμα αυτής σε οποιονδήποτε τρίτο και με οποιονδήποτε τρόπο.

6. Η Ρ.Α.Λ. δύναται να ανακαλεί τις αποφάσεις της, εφόσον περιέλθουν σε γνώση της νέα στοιχεία ή στοιχεία που δεν της είχαν γνωστοποιηθεί.

 

Άρθρο 15

Διαβαθμισμένα στοιχεία - Πρόσβαση στο φάκελο της υπόθεσης

1. Τα συναφή με την υπόθεση στοιχεία που συλλέγει η αρμόδια Διεύθυνση, κατά τη διερεύνηση αυτής, αποτελούν τμήμα του φακέλου της υπόθεσης.

2. Στις περιπτώσεις υποβολής ή συλλογής πληροφο­ριών τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία υποβάλουν ή από τα οποία συλλέγονται οι πληροφορίες, μπορούν να προσδιορίζουν, αιτιολογημένα με αίτημα εμπιστευτικής αντιμετώπισης, τις πληροφορίες, τα έγγραφα και τα μέρη των εγγράφων που περιέχουν απόρρητα στοιχεία, και τα προσκομίζουν σε χωριστή εμπιστευτική εκδοχή.

3. Σε περίπτωση διαφωνίας με το αίτημα εμπιστευτικής αντιμετώπισης, η Ρ.Α.Λ. γνωστοποιεί εγγράφως στον αιτούντα την πρόθεση της Υπηρεσίας για αποκάλυψη των πληροφοριών, εκθέτει τους σχετικούς λόγους και τάσσει προθεσμία εντός της οποίας ο αιτών μπορεί να αποστείλει εγγράφως τις απόψεις του. Εάν μετά την υποβολή των απόψεων αυτών εξακολουθεί να υφίσταται διαφωνία, ο Πρόεδρος της Ρ.Α.Λ. αποφασίζει για το χαρακτηρισμό του εγγράφου ή της πληροφορίας ως απορρήτου ή μη.

4. Οι πληροφορίες, τα έγγραφα και τα μέρη των εγγράφων, για τα οποία δεν υποβλήθηκε αιτιολογημένη αίτηση εμπιστευτικής αντιμετώπισης ή τα οποία δεν προσκομίστηκαν σε χωριστή εμπιστευτική εκδοχή, θεωρούνται ως μη απόρρητα.

5. Σε κάθε περίπτωση ο Πρόεδρος της Ρ.Α.Λ., έχει την διακριτική ευχέρεια να διαβαθμίσει τον τύπο εμπιστευτικότητας των εγγράφων ή πληροφοριών που περιέρχονται στην Ρ.Α.Λ μέσω της καταγγελίας, σε περίπτωση έλλειψης σχετικού αιτήματος από τον καταγγέλλοντα.

6. Εφόσον κατά τη σύνταξη εισήγησης κρίνεται αναγκαία η χρήση εγγράφων που περιέχουν απόρρητα στοιχεία επιχειρήσεων, για τη στοιχειοθέτηση ή μη παράβασης, τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονται στην εισήγηση.

7. Τα πρόσωπα τα οποία καλούνται σε ακρόαση έχουν δικαίωμα πρόσβασης στα μη απόρρητα στοιχεία του φακέλου που έχει σχηματισθεί, μετά την κοινοποίηση σε αυτά της πράξης διεξαγωγής ακρόασης.

8. Το καθ’ ου η πράξη διεξαγωγής πρόσωπο δύναται, με ειδικά αιτιολογημένο αίτημα του προς την αρμόδια Διεύθυνση, να ζητήσει πρόσβαση σε απόρρητα έγγραφα ή στοιχεία του φακέλου, εφόσον η πρόσβαση αυτή είναι απολύτως αναγκαία για την άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας αυτού. Ο Πρόεδρος της Ρ.Α.Λ., μετά από εισήγηση της αρμόδιας Διεύθυνσης, αποφαίνεται επί του αιτήματος και η απόφαση του γνωστοποιείται στον αιτούντα.

9. Το δικαίωμα πρόσβασης στα στοιχεία του φακέλου ασκείται μετά από έγγραφο αίτημα του ενδιαφερόμενου μέρους: α) με μελέτη των στοιχείων στα γραφεία της αρμόδιας Διεύθυνσης ή β) με χορήγηση αντιγράφων, σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, με δαπάνη των αιτούντων την πρόσβαση.

10. Οι τρίτοι δεν έχουν δικαίωμα πρόσβασης στους φακέλους των εκκρεμών υποθέσεων. Κατά τα λοιπά, ως προς τα πρόσωπα αυτά, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας.

11. Ως απόρρητα, θεωρούνται και τα εσωτερικά έγγραφα της Διεύθυνσης, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και άλλων Εθνικών Αρχών, καθώς και η αλληλογραφία, μεταξύ της Επιτροπής και άλλων υπηρεσιών ή Αρχών, εκτός, αν η Ρ.Α.Λ. αποφασίσει το αντίθετο.

 

Άρθρο 16

Συγκρότηση Διαρκών Επιτροπών

1. Η Ρ.Α.Λ. δύναται να συγκροτεί με απόφαση της Διαρκείς Επιτροπές Ακροάσεων, στις οποίες παραπέμπει συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων, οι οποίες παρουσιάζουν ομοειδή χαρακτηριστικά.

2. Στις Διαρκείς Επιτροπές Ακροάσεων μετέχει, τουλάχιστον, ένας (1) εισηγητής της Ρ.Α.Λ,.Με την απόφαση συγκρότησης ορίζεται ο γραμματέας της επιτροπής και ο αναπληρωτής αυτού.

3. Για τη διαδικασία ενώπιον των Διαρκών Επιτροπών Ακροάσεων εφαρμόζονται οι γενικές με τις επιτροπές ακροάσεως διατάξεις του παρόντος.

4. Η Διαρκής Επιτροπή Ακροάσεων, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, δύναται να εισηγηθεί στη Ρ.Α.Λ., συνεκτιμώντας τη σοβαρότητα ή τη δυσκολία των αναφερομένων ζητημάτων, τον ορισμό ειδικής για την αντιμετώπιση τους επιτροπής ακρόασης.

5. Η Ρ.Α.Λ. δύναται, με απόφαση της να ορίσει ως όργανο ακρόασης μίας υπόθεσης ήδη συγκροτηθείσα Διαρκή Επιτροπή, εφόσον κρίνει ότι η ελεγχόμενη παράβαση εμπίπτει στις αρμοδιότητες της επιτροπής αυτής.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’

Λήψη έκτακτων και προσωρινών μέτρων

 

Άρθρο 17

Αρμοδιότητα

Η Ρ.Α.Λ. είναι αρμόδια σε εξαιρετικές περιπτώσεις όταν. έχει αποχρώσες ενδείξεις ότι η παράβαση διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας ενέχει άμεση, σοβαρή και επικείμενη απειλή για τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια υγεία ή θα προξενήσει σοβαρά οικονομικά ή λειτουργικά προβλήματα στη λειτουργία των θαλάσσιων μεταφορών, να λαμβάνει έκτακτα προσωρινά μέτρα προς αντιμετώπιση της κατάστασης.

 

Άρθρο 18

Διαδικασία

1. Η διαδικασία για τη λήψη έκτακτων και προσωρινών μέτρων από την Ρ.Α.Λ. κινείται, είτε αυτεπάγγελτα, είτε κατόπιν καταγγελίας ενδιαφερομένου προσώπου, το οποίο επικαλείται και αποδεικνύει έννομο προς τούτο συμφέρον του.

2. Σε περίπτωση καταγγελίας, η αίτηση υποβάλλεται, εγγράφως, στη Γραμματεία της Ρ.Α.Λ. Η αίτηση πρέπει να αναφέρει τους συγκεκριμένους λόγους που καθιστούν αναγκαία τη λήψη έκτακτων μέτρων, καθώς και τα μέτρα τα οποία, κατά την κρίση του αιτούντος, πρέπει να ληφθούν για τη ρύθμιση της κατάστασης. Η αίτηση συνοδεύεται από τα απαραίτητα για την αξιολόγηση των ισχυρισμών του αιτούντος έγγραφα.

3. Η Ρ.Α.Λ. εξετάζει άμεσα την αίτηση και τα προσκομισθέντα στοιχεία. Σε περίπτωση που δεν κρίνει την αίτηση προδήλως αβάσιμη, ο Πρόεδρος ή, σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος αυτού, ο Αντιπρόεδρος, ο οποίος με πράξη του, όταν επίκειται κίνδυνος εκ της αναβολής λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα.

4. Ταυτόχρονα ο Πρόεδρος της Ρ.Α.Λ. ορίζει επειγόντως το αρμόδιο όργανο, το θεματικό αντικείμενο, τον τόπο και τον χρόνο διεξαγωγής της ακρόασης, ο οποίος δεν πρέπει να υπερβαίνει το διάστημα των δέκα (10) ημερών, από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Η πράξη αυτή κοινοποιείται, με δικαστικό επιμελητή, με συνημμένο αντίγραφο της αίτησης και των κατατεθέντων αποδεικτικών εγγράφων, στον καθ’ ου η αίτηση, τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν από την ορισθείσα ημερομηνία ακρόασης. Αντίστοιχη πράξη, κοινοποιείται και στον καταγγέλλοντα, τουλάχιστον δύο (2) ημέρες προ της ημερομηνίας ακρόασης.

5. Τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να καταθέσουν έγγραφο υπόμνημα με το οποίο εκθέτουν τους ισχυρισμούς τους, καθώς και αποδεικτικά στοιχεία, το αργότερο, μέχρι το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας. Κατ’ εξαίρεση, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος των ενδιαφερομένων μερών, υποβαλλομένου κατά την ακρόαση, ο Πρόεδρος του ορισθέντος οργάνου ακρόασης, δύναται να χορηγήσει προθεσμία για την υποβολή συμπληρωματικού υπομνήματος και προσκομιδή νέων αποδεικτικών στοιχείων, η οποία δεν υπερβαίνει τις δύο (2) ημέρες, από την αρχικώς ορισθείσα ημερομηνία υποβολής.

6. Με απόφαση της, η Ρ.Α.Λ. δύναται να συγκροτεί Διαρκή Επιτροπή Ακροάσεων για τη λήψη άμεσων και επειγόντων μέτρων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 16 του παρόντος Κανονισμού.

 

Άρθρο 19

Απόφαση επί της διαδικασίας λήψης άμεσων και επειγόντων μέτρων

1. Μετά το πέρας της ακρόασης, το όργανο ακρόασης εκδίδει το πόρισμα του και εισηγείται προς τον Πρόεδρο, σε περίπτωση που κρίνει ότι συντρέχουν οι προϋ­ποθέσεις του άρθρου 17 του παρόντος, τη λήψη των αναγκαίων μέτρων.

2. Η Ρ.Α.Λ. εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση διατάσσοντας τα αναγκαία κατά την κρίση της μέτρα. Η απόφαση εκδίδεται το συντομότερο δυνατόν και σε κάθε περίπτωση εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την ημερομηνία διενέργειας της ακρόασης και κοινοποιείται στον καθ’ ου η αίτηση, και στον καταγγέλλοντα.

3. Τα επιβαλλόμενα μέτρα περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία για την αποτροπή του συγκεκριμένου άμεσα επικείμενου κινδύνου ή της συγκεκριμένης ανεπανόρθωτης βλάβης στον αιτούντα ή το δημόσιο συμφέρον.

4. Η απόφαση της Ρ.Α.Λ. περί των έκτακτων και προσωρινών μέτρων είναι άμεσα εκτελεστή και μπορεί να επιβάλει ταυτόχρονα και διοικητικό πρόστιμο μέχρι πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης.

5. Τα προσωρινά μέτρα της Ρ.Α.Λ. έχουν ισχύ μέγιστης διάρκειας δύο μηνών, η οποία, σε περιπτώσεις μη ολοκλήρωσης των διαδικασιών συμμόρφωσης, μπορεί να παραταθεί για ακόμη δύο μήνες με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση.

6. Ο καθ’ ού η απόφαση των έκτακτων μέτρων έχει τη δυνατότητα και στο διάστημα της ισχύος τους να καταθέσει αίτηση στη Ρ.Α.Λ., προτείνοντας μέτρα αποκατάστασης. Εάν αυτά κριθούν επαρκή, η Ρ.Α.Λ. ανακαλεί τα προσωρινά μέτρα και επικυρώνει τα προτεινόμενα από τον καθ’ ού μέτρα αποκατάστασης.

 

Άρθρο 20

Προσωρινή διάταξη

Κατά την προφορική διαδικασία, ενώπιον του οργάνου ακρόασης τούτο δύναται, μετά από αίτημα των ενδιαφερομένων ή αυτεπαγγέλτως να εκδώσει προσωρινή διάταξη, η ισχύς της οποίας δεν δύναται να υπερβαίνει την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης επί της ακρόασης.

 

Άρθρο 21

Εξειδίκευση διατάξεων του Κανονισμού

Η εξειδίκευση των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού μπορεί να γίνεται με αποφάσεις της Ρ.Α.Λ.. Η δημοσίευση των αποφάσεων αυτών θα γίνεται στο διαδικτυακό τόπο της Ρ.Α.Λ., χωρίς να απαιτείται άλλη δημοσίευσή τους.

 

Άρθρο 22

Έναρξη ισχύος

Η ισχύς του παρόντος Κανονισμού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Ο Κανονισμός αυτός να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Πειραιάς, 16 Μαΐου 2017

 

 

 


Κατεβάσετε επίσης το αρχείο με το πρωτότυπο κείμενο, όπως είναι δημοσιευμένο στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ.) του Εθνικού Τυπογραφείου.


 

Έχει διαβαστεί 507 φορές

Τελευταία Νέα