Υπουργική Απόφαση 2222.1-1.2/45047/2019 - ΦΕΚ 2504/Β/25-6-2019
Κύρωση τροποποίησης του Διεθνούς Κώδικα Συστημάτων Πυρασφάλειας (FSS Code for Fire Safety Systems), ο οποίος έγινε αποδεκτός με την 4113.171/01/2002 υπουργική απόφαση (Β 1399), όπως αυτή υιοθετήθηκε την 3η Δεκεμβρίου 2010 με την MSC.311(88)
απόφαση της Επιτροπής Ναυτικής Ασφάλειας (MSC) του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΙΜΟ).
Υπουργική Απόφαση Αριθμ. 2222.1-1.2/45047/2019
ΦΕΚ 2504/Β/25-6-2019
Κύρωση τροποποίησης του Διεθνούς Κώδικα Συστημάτων Πυρασφάλειας (FSS Code for Fire Safety Systems), ο οποίος έγινε αποδεκτός με την 4113.171/01/2002 υπουργική απόφαση
(Β" 1399), όπως αυτή υιοθετήθηκε την 3η Δεκεμβρίου 2010 με την MSC.311(88) απόφαση της Επιτροπής Ναυτικής Ασφάλειας (MSC) του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΙΜΟ).
ΑΠΟΦΑΣΗ ΥΠΟΥΡΓΟΥ
ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΝΗΣΙΩΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις:
α) του ν. 1045/1980 «Περί κυρώσεως της υπογραφείσης εις Λονδίνον Διεθνούς Συμβάσεως ’’περί ασφαλείας της ανθρωπίνης ζωής εν θαλάσση 1974’’ και περί άλλων τινών διατάξεων» (Α’ 95),
β) του άρθρου 7 παράγραφος 4 του ν. 2575/1998 «Ρύθμιση θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας» (Α’ 23),
γ) του ν. 4150/2013 «Ανασυγκρότηση του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου και άλλες διατάξεις» (Α΄ 102), όπως ισχύει,
δ) του π.δ. 13/2018 «Οργανισμός Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής» (Α’ 26),
ε) του άρθρου 2 του π.δ. 70/2015 «Ανασύσταση των Υπουργείων Πολιτισμού και Αθλητισμού, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Ανασύσταση του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου και μετονομασία του σε Υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής. Μετονομασία του Υπουργείου Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων σε Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, του Υπουργείου Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού σε Υπουργείο Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού και του Υπουργείου Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας σε Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Μεταφορά Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας στο Υπουργείο Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού» (Α’ 114),
στ) του π.δ. 88/2018 «Διορισμός Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών» (Α’ 160),
ζ) του άρθρου 90 του «Κώδικα νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα» [άρθρο πρώτο του π.δ. 63/2005 (Α΄98)].
2. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, σύμφωνα με το αριθμ. 2811.8/41765/2019/
5-6-2019 έγγραφο Γ.Δ.Ο.Υ., αποφασίζουμε:
Άρθρο 1
1. Κυρώνεται η τροποποίηση, που υιοθετήθηκε την 3η Δεκεμβρίου 2010 με την MSC.311(88) απόφαση της Επιτροπής Ναυτικής Ασφάλειας (MSC) του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΙΜΟ), του Διεθνούς Κώδικα Συστημάτων Πυρασφάλειας (FSS Code for Fire Safety Systems), ο οποίος έγινε αποδεκτός με την 4113.171/01/2002 υπουργική απόφαση (Β’ 1399).
2. Το κείμενο της MSC.311(88)/03.12.2010 απόφασης, παρατίθεται σε πρωτότυπο στην αγγλική γλώσσα και σε μετάφραση στην ελληνική γλώσσα ως «ΜΕΡΟΣ Α» και «ΜΕΡΟΣ Β», αντίστοιχα.
3. Σε περίπτωση αντίθεσης μεταξύ του αγγλικού και του ελληνικού κειμένου των τροποποιήσεων, που κυρώνονται με την παρούσα απόφαση, και ισχύει το αγγλικό κείμενο.
ΜΕΡΟΣ Β
(Ελληνικό Κείμενο)
ΑΠΟΦΑΣΗ MSC 311 (88)
(Υιοθετήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου 2010)
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΗ ΚΩΔΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ
ΠΥΡΑΣΦΑΛΕΙΑΣ (ΚΩΔΙΚΑΣ FSS)
Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΝΑΥΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ,
ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 28 (b) της Σύμβασης του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού σχετικά με τις αρμοδιότητες της Επιτροπής,
ΣΗΜΕΙΩΝΟΝΤΑΣ την MSC.98 (73) απόφαση σύμφωνα με την οποία υιοθέτησε τον Διεθνή Κώδικα Συστημάτων Πυρασφάλειας (εφεξής αναφέρεται ως «FSS Κώδικας») ο οποίος έχει γίνει υποχρεωτικός σύμφωνα με το κεφάλαιο II-2 της Διεθνούς Σύμβασης για την Ασφάλεια της Ζωής στη Θάλασσα (SOLAS),1974 (εφεξής αναφέρεται ως «η Σύμβαση»)
ΣΗΜΕΙΩΝΟΝΤΑΣ ΕΠΙΣΗΣ το άρθρο VIII(b) και τον κανονισμό II-2/3.22 της Σύμβασης σχετικά με τη διαδικασία τροποποίησης του Κώδικα FSS,
ΕΧΟΝΤΑΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙ στην ογδοηκοστή όγδοη σύνοδό της, τις τροποποιήσεις στον Κώδικα FSS που πρότεινε και κοινοποίησε σύμφωνα με το άρθρο VIII(b)(i) της Σύμβασης,
1. ΥΙΟΘΕΤΕΙ, σύμφωνα με το άρθρο VIII(b)(iv) της Σύμβασης, τροποποιήσεις στο Διεθνή Κώδικα Συστημάτων, το κείμενο των οποίων παρατίθεται στο Παράρτημα της παρούσας απόφασης,
2. ΟΡΙΖΕΙ, σύμφωνα με το άρθρο VIII(b)(vi)(2)(bb) της Σύμβασης ότι οι εν λόγω τροποποιήσεις πρέπει να εκτιμώνται ότι έχουν γίνει αποδεκτές την 1η Ιουλίου 2012, εκτός, εάν πριν από εκείνη την ημερομηνία, περισσότερες του ενός τρίτου των Συμβαλλομένων Κυβερνήσεων στη Σύμβαση ή των Συμβαλλόμενων Κυβερνήσεων οι εμπορικοί στόλοι των οποίων συνδυαστικά αποτελούν όχι λιγότερο από το 50% ολικής χωρητικότητας του παγκόσμιου εμπορικού στόλου, έχουν ενημερώσει για τις αντιθέσεις τους στις τροποποιήσεις,
3. ΚΑΛΕΙ τις Συμβαλλόμενες Κυβερνήσεις στη Σύμβαση SOLAS να σημειώσουν ότι, σύμφωνα με το άρθρο VIII(b)(vii)(2) της Σύμβασης, οι τροποποιήσεις πρέπει να τεθούν σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2012 με την αποδοχή τους σύμφωνα με την παράγραφο 2 ανωτέρω,
4. ΠΑΡΑΚΑΛΕΙ τον Γενικό Γραμματέα, σε συμμόρφωση με το άρθρο VIII(b)(v) της Σύμβασης, να διαβιβάσει επικυρωμένα αντίγραφα της παρούσας απόφασης και το κείμενο των τροποποιήσεων που εμπεριέχονται στο Παράρτημα σε όλες τις Συμβαλλόμενες Κυβερνήσεις στη Σύμβαση,
5. ΠΑΡΑΚΑΛΕΙ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ τον Γενικό Γραμματέα να διαβιβάσει αντίγραφα της παρούσας απόφασης και του παραρτήματός της στα Μέλη του Οργανισμού που δεν είναι Συμβαλλόμενες Κυβερνήσεις στη Σύμβαση.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΗ ΚΩΔΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΠΥΡΑΣΦΑΛΕΙΑΣ (ΚΩΔΙΚΑΣ FSS)
Το υφιστάμενο κεφάλαιο 9, αντικαθίσταται με το ακόλουθο:
«ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9
Μόνιμα συστήματα ανίχνευσης και αναγγελίας πυρκαϊάς
1. Εφαρμογή
1.1 Το κεφάλαιο αυτό περιγράφει τις προδιαγραφές για τα μόνιμα συστήματα ανίχνευσης και αναγγελίας πυρκαϊάς όπως απαιτούνται από το κεφάλαιο ΙΙ-2 της Σύμβασης. Εκτός εάν προβλέπεται ρητά διαφορετικά, οι απαιτήσεις του παρόντος κεφαλαίου ισχύουν για τα πλοία που κατασκευάζονται την ή μετά την 1η Ιουλίου 2012.
1.2 Ορισμοί
1.2.1 Ως τμήμα νοείται μια ομάδα ανιχνευτών πυρκαϊάς και χειροκίνητων σημείων κλήσης όπως αναφέρονται στις μονάδες ενδεικτών.
1.2.2 Ως δυνατότητα αναγνώρισης τμήματος νοείται ένα σύστημα με ικανότητα αναγνώρισης ενός τμήματος στο οποίο ο ανιχνευτής ή το χειροκίνητο σημείο κλήσης έχει ενεργοποιηθεί.
1.2.3 Ως ξεχωριστά αναγνωρίσιμο νοείται ένα σύστημα με ικανότητα αναγνώρισης της ακριβούς θέσης και τύπου του ανιχνευτή ή του χειροκίνητα ενεργοποιημένου σημείου κλήσης, και το οποίο μπορεί να διαφοροποιήσει το σήμα αυτής της συσκευής από όλα τα άλλα.
2. Τεχνικές προδιαγραφές
2.1 Γενικές απαιτήσεις
2.1.1 Οποιοδήποτε απαιτούμενο μόνιμο σύστημα ανίχνευσης και αναγγελίας πυρκαϊάς με χειροκίνητα σημεία κλήσης πρέπει να είναι ικανό για άμεση λειτουργία ανά πάσα στιγμή (αυτό δεν απαιτεί ένα εφεδρικό πίνακα ελέγχου). Παρά το γεγονός αυτό, συγκεκριμένοι χώροι μπορεί να αποσυνδέονται, για παράδειγμα, εργαστήρια κατά τη διάρκεια θερμής εργασίας και χώροι ro-ro κατά τη διάρκεια φόρτωσης και εκφόρτωσης. Τα μέσα για την αποσύνδεση των ανιχνευτών πρέπει να είναι σχεδιασμένα ώστε το σύστημα να επαναφέρεται αυτόματα σε κανονική παρακολούθηση μετά από προκαθορισμένο χρόνο που ενδείκνυται για την εν λόγω λειτουργία.
Ο χώρος πρέπει να είναι επανδρωμένος ή να προβλέπεται περιπολία πυρκαϊάς όταν οι ανιχνευτές που απαιτούνται από τον κανονισμό αποσυνδέονται. Οι ανιχνευτές σε όλους τους άλλους χώρους παραμένουν σε λειτουργία.
2.1.2 Το σύστημα ανίχνευσης πυρκαϊάς πρέπει να είναι σχεδιασμένο έτσι ώστε να:
.1 ελέγχει και να παρακολουθεί τα σήματα εισόδου από όλους τους συνδεδεμένους ανιχνευτές πυρκαϊάς και καπνού, καθώς και τα χειροκίνητα σημεία κλήσης,
.2 παρέχει σήματα εξόδου στη γέφυρα πλοήγησης, στο συνεχώς επανδρωμένο κεντρικό σταθμό ελέγχου ή στο κέντρο ασφαλείας του πλοίου για να ειδοποιεί το πλήρωμα σχετικά με την πυρκαϊά και τις συνθήκες βλάβης,
.3 παρακολουθεί τις μονάδες τροφοδοσίας ισχύος και τα κυκλώματα που απαιτούνται για τη λειτουργία του συστήματος για απώλεια ισχύος και συνθήκες βλάβης και
.4 το σύστημα μπορεί να είναι διατεταγμένο με σήματα εξόδου σε άλλα συστήματα πυρασφάλειας που περιλαμβάνουν:
.1 συστήματα τηλεειδοποίησης, συναγερμού πυρκαγιάς ή συστήματα μεγαφωνικής αναγγελίας,
.2 διακοπές ανεμιστήρων,
.3 θύρες πυρασφάλειας,
.4 κλαπέτα απομόνωσης πυρός,
.5 συστήματα καταιωνιστήρων,
.6 συστήματα εξαγωγής καπνού,
.7 συστήματα φωτισμού χαμηλής θέσης,
.8 σταθερά συστήματα πυρόσβεσης τοπικής εφαρμογής,
.9 συστήματα κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης (CCTV) και
.10 άλλα συστήματα πυρασφάλειας.
2.1.3 Το σύστημα ανίχνευσης πυρκαϊάς μπορεί να συνδέεται με σύστημα διαχείρισης αποφάσεων υπό τον όρο ότι:
.1 το σύστημα διαχείρισης αποφάσεων αποδεικνύεται συμβατό με το σύστημα πυρανίχνευσης,
.2 το σύστημα διαχείρισης αποφάσεων μπορεί να αποσυνδεθεί χωρίς να χάνονται οποιαδήποτε από τις λειτουργίες που απαιτούνται από αυτό το κεφάλαιο για το σύστημα ανίχνευσης πυρκαϊάς και
.3 οποιαδήποτε δυσλειτουργία των διεπαφών και του συνδεδεμένου εξοπλισμού δεν πρέπει να διαδίδονται σε καμία περίπτωση στο σύστημα ανίχνευσης πυρκαϊάς.
2.1.4 Οι ανιχνευτές και τα χειροκίνητα σημεία κλήσης πρέπει να συνδέονται με ειδικά τμήματα του συστήματος πυρανίχνευσης. Άλλες λειτουργίες πυρασφάλειας, όπως σήματα συναγερμού από τις βαλβίδες καταιονισμού, μπορεί να επιτρέπονται εάν αφορούν ξεχωριστά τμήματα.
2.1.5 Το σύστημα και ο εξοπλισμός πρέπει να σχεδιάζονται κατάλληλα ώστε να αντέχουν μεταβολές παροχής τάσης και μεταβατικά φαινόμενα, μεταβολές της θερμοκρασίας περιβάλλοντος, δονήσεις, υγρασία, κρούση, πρόσκρουση και διάβρωση που παρατηρείται συνήθως στα πλοία. Όλος ο ηλεκτρικός και ηλεκτρονικός εξοπλισμός στη γέφυρα ή πλησίον της γέφυρας πρέπει να δοκιμάζεται για ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα, λαμβανομένων υπόψη των συστάσεων που αναπτύχθηκαν από τον Οργανισμό.
2.1.6 Μόνιμα συστήματα ανίχνευσης και αναγγελίας πυρκαϊάς με ξεχωριστά αναγνωρίσιμους ανιχνευτές πυρκαϊάς πρέπει να είναι διευθετημένα κατά τρόπο ώστε:
.1 να παρέχονται μέσα για να εξασφαλιστεί ότι οποιαδήποτε βλάβη (π.χ. διακοπή παροχής ενέργειας, βραχυκύκλωμα, γείωση κ.λπ.) που εμφανίζεται στο τμήμα δεν θα εμποδίζει τη συνεχή ξεχωριστή αναγνώριση του υπολοίπου των συνδεδεμένων ανιχνευτών στο τμήμα,
.2 όλες οι διευθετήσεις που έχουν γίνει να επιτρέπουν την επαναφορά της αρχικής διαμόρφωσης του συστήματος σε περίπτωση βλάβης (π.χ. ηλεκτρική, ηλεκτρονική, πληροφορική κ.λπ.),
.3 να μην αποτρέπει ο πρώτος συναγερμός πυρκαϊάς που έχει ξεκινήσει την ενεργοποίηση συναγερμών οποιουδήποτε άλλου ανιχνευτή και
.4 κανένα τμήμα δεν θα διέρχεται από έναν χώρο δύο φορές. Όταν αυτό δεν είναι πρακτικό (π.χ. για μεγάλους δημόσιους χώρους), το μέρος του τμήματος που αναγκαστικά περνά μέσα από το χώρο για δεύτερη φορά πρέπει να τοποθετείται στη μέγιστη δυνατή απόσταση από τα άλλα μέρη του τμήματος.
2.1.7 Στα επιβατηγά πλοία, το μόνιμο σύστημα ανίχνευσης και αναγγελίας πυρκαϊάς πρέπει να είναι ικανό να εντοπίζει εξ αποστάσεως και ξεχωριστά κάθε ανιχνευτή και χειροκίνητα ενεργοποιημένο σημείο κλήσης. Ανιχνευτές πυρκαϊάς τοποθετημένοι σε καμπίνες επιβατικών πλοίων, όταν ενεργοποιούνται, θα είναι επίσης σε θέση να εκπέμψουν ή να προκαλέσουν εκπομπή ηχητικού συναγερμού στο εσωτερικό του χώρου όπου βρίσκονται. Στα φορτηγά πλοία και στα μπαλκόνια των καμπινών επιβατηγού πλοίου το μόνιμο σύστημα ανίχνευσης και αναγγελίας πυρκαϊάς πρέπει να διαθέτει τουλάχιστον ικανότητα ταυτοποίησης τμήματος.
2.2 Πηγές παροχής ενέργειας
2.2.1 Δεν πρέπει να υπάρχουν λιγότερες από δύο πηγές παροχής ηλεκτρικής ενέργειας για τον ηλεκτρικό εξοπλισμό που χρησιμοποιείται κατά τη λειτουργία του σταθερού συστήματος ανίχνευσης και αναγγελίας πυρκαϊάς, μια από τις οποίες θα είναι η πηγή ενέργειας έκτακτης ανάγκης. Πρέπει να παρέχεται η παροχή από χωριστούς τροφοδοτικούς αγωγούς που προορίζονται αποκλειστικά για τον σκοπό αυτό. Αυτοί οι τροφοδοτικοί αγωγοί πρέπει να λειτουργούν με έναν αυτόματο μεταγωγικό διακόπτη που βρίσκεται μέσα ή δίπλα στον πίνακα ελέγχου του συστήματος πυρανίχνευσης. Ο κύριος (αντίστοιχος έκτακτης ανάγκης) τροφοδοτικός αγωγός πρέπει να λειτουργεί από τον κύριο (αντίστοιχο έκτακτης ανάγκης) πίνακα διανομής στον μεταγωγικό διακόπτη αλλαγής χωρίς να διέρχεται μέσω οποιουδήποτε άλλου πίνακα διανομής.
2.2.2 Πρέπει να υπάρχει επαρκής ισχύς ώστε να επιτρέπεται η συνεχής της λειτουργία του συστήματος με όλους τους ανιχνευτές ενεργοποιημένους, αλλά όχι περισσότερους από 100 αν το σύνολο υπερβαίνει αυτό τον αριθμό.
2.2.3 Η πηγή ισχύος που αναφέρεται στην παράγραφο 2.2.1 ανωτέρω πρέπει να είναι επαρκής για τη διατήρηση της λειτουργίας του συστήματος ανίχνευσης και αναγγελίας πυρκαϊάς για τις περιόδους που απαιτούνται βάσει των κανονισμών ΙΙ-1/ 42 και 43 της Σύμβασης, και στο τέλος της περιόδου αυτής, πρέπει να είναι σε θέση να λειτουργούν όλα τα συνδεδεμένα τις οπτικά και ακουστικά σήματα συναγερμού πυρός για περίοδο τουλάχιστον 30 λεπτών.
2.3 Απαιτήσεις των συστατικών μερών
2.3.1 Ανιχνευτές
2.3.1.1 Οι ανιχνευτές πρέπει να τίθενται σε λειτουργία υπό την επίδραση της θερμότητας, του καπνού ή άλλων προϊόντων καύσης, φλόγας ή οποιουδήποτε συνδυασμού αυτών των παραγόντων. Ανιχνευτές που τίθενται σε λειτουργία από άλλους ενδεικτικούς παράγοντες για πυρκαγιές που μπορούν να βρίσκονται σε αρχικό στάδιο μπορούν να εξετασθούν από τη Διοίκηση, υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι λιγότερο ευαίσθητοι από αυτούς τους ανιχνευτές.
2.3.1.2. Οι ανιχνευτές καπνού που απαιτούνται σε όλα τα κλιμακοστάσια, διαδρόμους και οδούς διαφυγής εντός των χώρων ενδιαίτησης πρέπει να πιστοποιείται ότι λειτουργούν πριν η πυκνότητα του καπνού υπερβαίνει ποσοστό 12,5% σκίασης ανά μέτρο, αλλά όχι μέχρι η πυκνότητα του καπνού υπερβαίνει ποσοστό 2% σκίασης ανά μέτρο, όταν δοκιμάζεται σύμφωνα με τα πρότυπα EN 54:2001 και IEC 60092-505:2001. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναλλακτικά πρότυπα δοκιμών όπως καθορίζεται από τη Διοίκηση. Οι ανιχνευτές καπνού που πρόκειται να εγκατασταθούν σε άλλους χώρους πρέπει να λειτουργούν εντός των ορίων ευαισθησίας προς ικανοποίηση της Διοίκησης, με γνώμονα την αποφυγή της έλλειψης ευαισθησίας ή της υπερευαισθησίας του ανιχνευτή.
2.3.1.3 Οι ανιχνευτές θερμότητας πιστοποιούνται για να τίθενται σε λειτουργία πριν η θερμοκρασία υπερβεί τους 78°C αλλά όχι πριν η θερμοκρασία υπερβεί τους 54°C, όταν η θερμοκρασία ανυψώνεται στα όρια αυτά με ρυθμό μικρότερο από 1°C ανά λεπτό, όταν δοκιμάζονται σύμφωνα με τα πρότυπα EN 54: 2001 και IEC 60092-505: 2001. Εναλλακτικά πρότυπα δοκιμών μπορεί να χρησιμοποιηθούν όπως καθορίζεται από την Διοίκηση. Σε υψηλότερους ρυθμούς αύξησης της θερμοκρασίας, ο ανιχνευτής θερμότητας πρέπει να λειτουργεί εντός των ορίων θερμοκρασίας προς ικανοποίηση της Διοίκησης, με γνώμονα την αποφυγή της έλλειψης ευαισθησίας ή της υπερευαισθησίας του ανιχνευτή.
2.3.1.4 Η θερμοκρασία λειτουργίας των ανιχνευτών θερμότητας σε χώρους στεγνωτηρίων και σε παρόμοιους χώρους με κανονικά υψηλή θερμοκρασία περιβάλλοντος μπορεί να φθάσει τους 130°C και μέχρι τους 140°C σε σάουνες.
2.3.1.5 Οι ανιχνευτές φλόγας πρέπει να δοκιμάζονται σύμφωνα με τα πρότυπα EN 54-10:2001 και IEC 60092-505:2001. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναλλακτικά πρότυπα δοκιμών όπως καθορίζεται από τη Διοίκηση.
2.3.1.6 Όλοι οι ανιχνευτές πρέπει να είναι τέτοιου τύπου ώστε να μπορούν να δοκιμαστούν για σωστή λειτουργία και να επανέρχονται στη κανονική επιτήρηση χωρίς την ανανέωση οποιουδήποτε συστατικού.
2.3.1.7 Σταθερά συστήματα ανίχνευσης και αναγγελίας πυρκαϊάς για μπαλκόνια καμπίνας πρέπει να εγκρίνονται από τη Διοίκηση, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που εκπόνησε ο Οργανισμός.
2.3.1.8 Οι ανιχνευτές που τοποθετούνται σε επικίνδυνες περιοχές πρέπει να δοκιμάζονται και να εγκρίνονται για τέτοια εργασία. Ανιχνευτές που απαιτούνται από τον κανονισμό IΙ-2/20.4 και εγκαθίστανται σε χώρους που σύμφωνα με τον κανονισμό II-2/20.3.2.2 της Σύμβασης δεν χρειάζεται να είναι κατάλληλοι για επικίνδυνες περιοχές. Ανιχνευτές που είναι τοποθετημένοι σε χώρους που μεταφέρουν επικίνδυνα εμπορεύματα που απαιτείται από τον κανονισμό ΙΙ-2/ 19, πίνακας 19.3, της Σύμβασης να συμμορφώνονται με τον κανονισμό ΙΙ-2/19.3.2 της Σύμβασης, πρέπει να είναι κατάλληλοι για επικίνδυνες περιοχές.
2.3.2 Πίνακας ελέγχου
Ο πίνακας ελέγχου για το σύστημα ανίχνευσης πυρκαϊάς πρέπει να δοκιμάζεται σύμφωνα με τα πρότυπα EN 54-2:1997, EN 54-4:1997 και IEC 60092-504:2001. Εναλλακτικά πρότυπα μπορούν να χρησιμοποιηθούν όπως καθορίζεται από την Διοίκηση.
2.3.3 Καλώδια
Τα καλώδια που χρησιμοποιούνται στα ηλεκτρικά κυκλώματα πρέπει να είναι επιβραδυντικά φλόγας σύμφωνα με το πρότυπο IEC 60332-1. Στα επιβατηγά πλοία, τα καλώδια που διέρχονται μέσα από άλλες κύριες κατακόρυφες ζώνες που εξυπηρετούν και καλώδια για τον πίνακα ελέγχου σε έναν σταθμό ελέγχου πυρκαγιάς χωρίς παρακολούθηση πρέπει να είναι ανθεκτικά στη φωτιά σύμφωνα με το πρότυπο IEC 60331, εκτός εάν είναι διπλά και καλά χωρισμένα.
2.4 Απαιτήσεις εγκατάστασης
2.4.1 Τμήματα
2.4.1.1 Οι ανιχνευτές και τα χειροκίνητα σημεία κλήσης πρέπει να ομαδοποιούνται σε τμήματα.
2.4.1.2 Ένα τμήμα ανιχνευτών πυρκαϊάς που καλύπτει έναν σταθμό ελέγχου, ένα χώρο υπηρεσίας ή ένα χώρο ενδιαίτησης δεν πρέπει να περιλαμβάνει ένα χώρο μηχανοστασίου κατηγορίας Α ή ένα χώρο ro-ro. Ένα τμήμα ανιχνευτών πυρκαϊάς που καλύπτει ένα χώρο ro-ro δεν πρέπει να περιλαμβάνει ένα χώρο μηχανοστασίου κατηγορίας Α. Για μόνιμα συστήματα ανίχνευσης πυρκαϊάς με εξ’ αποστάσεως και ξεχωριστά αναγνωρίσιμους ανιχνευτές πυρκαϊάς, ένα τμήμα που καλύπτει ανιχνευτές πυρκαϊάς σε χώρους ενδιαίτησης, σε χώρους υπηρεσίας και σε σταθμούς ελέγχου δεν πρέπει να περιλαμβάνει ανιχνευτές πυρκαϊάς σε χώρους μηχανοστασίου κατηγορίας Α ή σε χώρους ro-ro.
2.4.1.3 Όπου το μόνιμο σύστημα ανίχνευσης και αναγγελίας πυρκαϊάς δεν περιλαμβάνει μέσα αναγνώρισης εξ αποστάσεως κάθε ανιχνευτή ξεχωριστά, κανένα τμήμα δεν επιτρέπεται κανονικά να καλύπτει περισσότερο από ένα κατάστρωμα εντός των χώρων ενδιαίτησης, των χώρων υπηρεσίας και των σταθμών ελέγχου εκτός από το τμήμα που καλύπτει ένα περίκλειστο κλιμακοστάσιο Προκειμένου να αποφευχθεί καθυστέρηση στην αναγνώριση της εστίας της πυρκαϊάς, ο αριθμός των κλειστών χώρων που περιλαμβάνονται σε κάθε τμήμα περιορίζονται, όπως καθορίζεται από τη Διοίκηση. Αν το σύστημα ανίχνευσης είναι εξοπλισμένο με ανιχνευτές πυρκαϊάς που λειτουργούν εξ αποστάσεως και είναι ξεχωριστά αναγνωρίσιμοι, τα τμήματα μπορεί να καλύπτουν διάφορα καταστρώματα και να εξυπηρετούν οποιοδήποτε αριθμό κλειστών χώρων.
2.4.1.4 Στα επιβατηγά πλοία, ένα τμήμα ανιχνευτών και χειροκίνητων σημείων κλήσης δεν πρέπει να βρίσκονται σε περισσότερες από μία κύρια κατακόρυφη ζώνη, εκτός από τα μπαλκόνια των καμπινών.
2.4.2 Τοποθέτηση ανιχνευτών
2.4.2.1 Οι ανιχνευτές πρέπει να τοποθετούνται με γνώμονα τη βέλτιστη απόδοσή τους. Θέσεις κοντά σε δοκούς και αγωγούς εξαερισμού, ή άλλες θέσεις όπου η φορά της ροής του αέρα θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς τη λειτουργίας τους, και θέσεις όπου είναι πιθανή η πρόσκρουση ή η φυσική βλάβη, πρέπει να αποφεύγονται. Οι ανιχνευτές πρέπει να βρίσκονται σε ψηλή θέση στην ελάχιστη απόσταση των 0,5 μ. από τα διαφράγματα, εκτός από διαδρόμους, τις θυρίδες και τα κλιμακοστάσια.
2.4.2.2 Η μέγιστη απόσταση των ανιχνευτών πρέπει να είναι σύμφωνη με τον παρακάτω πίνακα:
Πίνακας 9.1 - Αποστάσεις ανιχνευτών
Τύπος
ανιχνευτή Μέγιστη
επιφάνεια
δαπέδου ανά
ανιχνευτή (μ2) Μέγιστη
απόσταση μεταξύ
κέντρων (μ) Μέγιστη
απόσταση από τα
διαφράγματα
Θερμότητα 37 9 4.5
Καπνός 74 11 5.5
Η Διοίκηση μπορεί να απαιτήσει ή να επιτρέψει άλλες αποστάσεις βάσει δεδομένων δοκιμών που παρουσιάζουν τα χαρακτηριστικά των ανιχνευτών. Ανιχνευτές που βρίσκονται κάτω από κινητά καταστρώματα ro-ro πρέπει να είναι σύμφωνα με τα ανωτέρω.
2.4.2.3 Οι ανιχνευτές στα κλιμακοστάσια πρέπει να βρίσκονται τουλάχιστον στο ανώτατο επίπεδο της κλίμακας και σε κάθε δεύτερο επίπεδο κάτω.
2.4.2.4 Όταν οι ανιχνευτές πυρκαϊάς εγκαθίστανται σε καταψύκτες, χώρους στεγνωτηρίων, σάουνες, σε τμήματα μαγειρείων που χρησιμοποιούνται για τη θέρμανση των τροφίμων, των πλυντηρίων και σε άλλους χώρους όπου παράγεται ατμός και καπνοί μπορούν να χρησιμοποιηθούν ανιχνευτές θερμότητας.
2.4.2.5 Σε περίπτωση που απαιτείται μόνιμο σύστημα ανίχνευσης και αναγγελίας πυρκαϊάς σύμφωνα με τον κανονισμό ΙΙ-2/7.5 της Σύμβασης, οι χώροι με ελάχιστο ή μηδενικό κίνδυνο πυρκαϊάς δεν χρειάζεται να είναι εφοδιασμένοι με ανιχνευτές. Τέτοιοι χώροι περιλαμβάνουν κενούς χώρους στους οποίους χώρους δεν αποθηκεύονται εύφλεκτα, ιδιωτικά μπάνια, δημόσιες τουαλέτες, χώρους αποθήκευσης πυροσβεστικών μέσων, ερμάρια καθαρισμού (στα οποία δεν αποθηκεύονται εύφλεκτα υγρά), χώρους ανοικτού καταστρώματος και κλειστούς χώρους για περιπάτους με ελάχιστο ή καθόλου κίνδυνο πυρκαγιάς και οι οποίοι αερίζονται φυσικά από μόνιμα ανοίγματα.
2.4.3 Διάταξη ηλεκτρικών καλωδιώσεων
2.4.3.1 Οι ηλεκτρικές καλωδιώσεις που αποτελούν μέρος του συστήματος πρέπει να είναι σε τέτοια διάταξη ώστε να αποφεύγουν μαγειρεία, χώρους μηχανοστασίου της κατηγορίας Α, και άλλους κλειστούς χώρους υψηλού κινδύνου πυρκαϊάς εκτός εάν είναι απαραίτητο να προβλεφθεί ανίχνευση ή αναγγελία πυρκαϊάς σε τέτοιους χώρους ή για να συνδεθούν με την κατάλληλη παροχή ισχύος.
2.4.3.2 Ένα τμήμα με ξεχωριστή ικανότητα αναγνώρισης πρέπει να είναι διαρρυθμισμένο έτσι ώστε να μην υποστεί ζημιά σε περισσότερο από ένα σημείο από μια πυρκαγιά.
2.5 Απαιτήσεις συστήματος ελέγχου
2.5.1 Οπτικά και ακουστικά σήματα πυρκαγιάς
2.5.1.1 Η ενεργοποίηση οποιουδήποτε ανιχνευτή ή χειροκίνητου σημείου κλήσης πρέπει να ενεργοποιεί ένα οπτικό και ακουστικό σήμα συναγερμού πυρκαγιάς στον πίνακα ελέγχου και στις μονάδες ενδεικτών. Εάν τα σήματα δεν έχουν επιβεβαιωθεί μέσα σε 2 λεπτά, πρέπει να ακουστεί αυτόματα ηχητική αναγγελία πυρκαϊάς σε όλους τους χώρους ενδιαίτησης πληρώματος στους χώρους υπηρεσίας, στους σταθμούς ελέγχου και στους χώρους μηχανοστασίου κατηγορίας Α. Αυτό το ηχητικό σύστημα συναγερμού δεν χρειάζεται να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του συστήματος ανίχνευσης.
2.5.1.2 Στα επιβατηγά πλοία, ο πίνακας ελέγχου πρέπει να βρίσκεται επί του σκάφους στο κέντρο ασφαλείας. Στα φορτηγά πλοία, ο πίνακας ελέγχου βρίσκεται στη γέφυρα πλοήγησης ή στο σταθμό ελέγχου πυρκαγιάς.
2.5.1.3 Στα επιβατηγά πλοία, μία μονάδα ενδεικτών που είναι ικανή να αναγνωρίζει ξεχωριστά κάθε ανιχνευτή που έχει ενεργοποιηθεί ή το χειροκίνητο σημείο κλήσης που έχει λειτουργήσει, πρέπει να βρίσκεται στη γέφυρα πλοήγησης εάν ο πίνακας ελέγχου βρίσκεται στον σταθμό ελέγχου πυρκαγιάς. Στα φορτηγά πλοία, μια μονάδα ενδεικτών πρέπει να βρίσκεται στη γέφυρα πλοήγησης, αν ο πίνακας ελέγχου βρίσκεται στο σταθμό ελέγχου πυρκαγιάς. Στα φορτηγά πλοία και στα μπαλκόνια των καμπινών των επιβατών, οι μονάδες ενδεικτών πρέπει, τουλάχιστον, να υποδηλώνουν το τμήμα όπου έχει ενεργοποιηθεί ένας ανιχνευτής ή ένα χειροκίνητο σημείο κλήσης έχει λειτουργήσει.
2.5.1.4 Σαφείς πληροφορίες πρέπει να εμφανίζονται επάνω ή δίπλα σε κάθε μονάδα ενδεικτών σχετικά με τους χώρους που καλύπτονται και τη θέση των τμημάτων.
2.5.1.5 Οι παροχές ενέργειας και τα απαραίτητα για τη λειτουργία ηλεκτρικά κυκλώματα του συστήματος πρέπει να παρακολουθούνται για την απώλεια ισχύος και τις συνθήκες βλάβης, ανάλογα με την περίπτωση συμπεριλαμβάνοντας:
.1 μία απλή ανοικτή διακοπή ή σφάλμα διακοπής ρεύματος που προκαλείται από σπασμένο καλώδιο,
.2 ένα ενιαίο σφάλμα γείωσης που προκαλείται από την επαφή ενός αγωγού καλωδίωσης με μεταλλικό στοιχείο, και
.3 μια ζημία από επαφή συρμάτων που προκαλείται από την επαφή δύο ή περισσοτέρων αγωγών καλωδίωσης.
Η εμφάνιση μιας κατάστασης ζημίας πρέπει να ενεργοποιεί ένα οπτικό και ακουστικό σήμα ζημίας στον πίνακα ελέγχου το οποίο πρέπει να διαφέρει από το σήμα πυρκαγιάς.
2.5.1.6 Στον πίνακα ελέγχου πρέπει να παρέχονται μέσα για τη χειροκίνητη αναγνώριση όλων των σημάτων αναγγελίας και βλάβης. Οι ηχητικές ειδοποιήσεις συναγερμού στον πίνακα ελέγχου και στις μονάδες ενδεικτών μπορεί να σιγούν χειροκίνητα. Ο πίνακας ελέγχου πρέπει με σαφήνεια να διακρίνει μεταξύ των καταστάσεων κανονικής λειτουργίας, αναγγελίας, αναγνωρισμένης αναγγελίας, βλάβης και σιγής.
2.5.1.7 Το σύστημα πρέπει να ρυθμίζεται ώστε να επαναφέρεται αυτόματα στην κατάσταση κανονικής λειτουργίας μετά την απομάκρυνση των συνθηκών αναγγελίας και βλάβης.
2.5.1.8 Όταν το σύστημα απαιτεί να ηχεί ένας τοπικός ηχητικός συναγερμός στο εσωτερικό των καμπινών όπου βρίσκονται οι ανιχνευτές, ένα μέσο για τη σιωπή των τοπικών ηχητικών συναγερμών από τον πίνακα ελέγχου δεν επιτρέπεται.
2.5.1.9 Γενικά, τα επίπεδα ηχητικής πίεσης του συναγερμού στις θέσεις ύπνου στις καμπίνες και 1m από την πηγή πρέπει να είναι τουλάχιστον 75 dB(A) και τουλάχιστον 10 dB(A) πάνω από τα επίπεδα θορύβου περιβάλλοντος που υπάρχουν κατά την κανονική λειτουργία του εξοπλισμού με το πλοίο εν πλώ σε μέτριο καιρό. Η στάθμη της ηχητικής πίεσης πρέπει να βρίσκεται στο 1/3 της ζώνης οκτάβας σε σχέση με τη θεμελιώδη συχνότητα. Τα ηχητικά σήματα συναγερμού δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα 120 dB(A).
2.5.2 Δοκιμές
Κατάλληλες οδηγίες και εξαρτήματα ανταλλακτικών για δοκιμές και συντήρηση πρέπει να παρέχονται.
Οι ανιχνευτές πρέπει να δοκιμάζονται περιοδικά χρησιμοποιώντας εξοπλισμό κατάλληλο για τους τύπους πυρκαγιών στις οποίες ο ανιχνευτής είναι σχεδιασμένος να ανταποκρίνεται. Πλοία με αυτοδιαγνωστικά συστήματα που εφαρμόζουν καθεστώς καθαρισμού για περιοχές όπου υπάρχουν κεφαλές μπορεί να είναι επιρρεπείς σε μόλυνση μπορεί να διεξάγουν δοκιμές σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Διοίκησης.».
Άρθρο 2
Έναρξη ισχύος
Η ισχύς της παρούσης αρχίζει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Πειραιάς, 18 Ιουνίου 2019
Κατεβάσετε το αρχείο με το πρωτότυπο κείμενο, όπως είναι δημοσιευμένο στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ.) του Εθνικού Τυπογραφείου.
Υπουργική Απόφαση 2222.1-1.2/45047/2019 - ΦΕΚ 2504/Β/25-6-2019
Κύρωση τροποποίησης του Διεθνούς Κώδικα Συστημάτων Πυρασφάλειας (FSS Code for Fire Safety Systems), ο οποίος έγινε αποδεκτός με την 4113.171/01/2002 υπουργική απόφαση (Β 1399), όπως αυτή υιοθετήθηκε την 3η Δεκεμβρίου 2010 με την MSC.311(88) απόφαση της Επ
