x

Σύνδεση

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε

Προεδρικό Διάταγμα 187/2004 - ΦΕΚ 164/Α/3-9-2004

Ανακριτικά Συμβούλια προσωπικού Λιμενικού Σώματος.


Έχοντας υπόψη:
1.α)Τις διατάξεις του εδαφίου β της παραγράφου 1 του άρθρου 106 του Κώδικα Προσωπικού Λιμενικού Σώματος, που κυρώθηκε με το Ν. 3079/2002 (ΦΕΚ 311 Α').
β) Τις διατάξεις του άρθρου 29Α του Ν. 1558/1985 «Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα» (ΦΕΚ 137 Α'), που προστέθηκε με το άρθρο 27 του Ν. 2081/1992 (ΦΕΚ 154 Α'), και τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2469/1997 (ΦΕΚ 38 Α').
2.Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.
3.Την αριθ. 199/2004 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετά από πρόταση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, αποφασίζουμε:

Άρθρο 1
Έννοια.

Ανακριτικά Συμβούλια Λιμενικού Σώματος (ΛΣ) είναι τα πολυμελή διοικητικά όργανα στα οποία παραπέμπονται εγκαλούνται στελέχη του ΛΣ, προκειμένου να γνωμοδοτήσουν στο ερώτημα για την επιβολή ή μη καταστατικής ποινής.

Άρθρο 2
Συγκρότηση Ανακριτικών Συμβουλίων

1.Με απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας ή του αρμόδιου κλιμακίου της στρατιωτικής ιεραρχίας, στο οποίο έχει μεταβιβασθεί η σχετική αρμοδιότητα, μη δημοσιευομένης της απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συγκροτούνται, κατά μήνα Μάιο κάθε έτους πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια Ανακριτικά Συμβούλια, με θητεία ενός έτους, αποτελούμενα από τρεις εν ενεργεία Αξιωματικούς του Λ.Σ., με Πρόεδρο τον ανώτερο κατά βαθμό ή αρχαιότερο και μέλη του υπόλοιπους.
2.Εισηγητής και Γραμματέας του Συμβουλίου είναι ο κατά βαθμό κατώτερος ή ο νεότερος Αξιωματικός Λ.Σ.
3.Για την αναπλήρωση του Προέδρου και των τακτικών μελών σε περίπτωση απουσίας ή νόμιμου κωλύματος, ορίζονται με την απόφαση της παραγράφου 1 ισάριθμα ή περισσότερα αναπληρωματικά μέλη, όπου η αναπλήρωση αυτή είναι δυνατή.

Άρθρο 3
Βαθμίδες Ανακριτικών Συμβουλίων

1.α)Το Συμβούλιο το οποίο γνωμοδοτεί σε πρώτο βαθμό ονομάζεται Πρωτοβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο ΛΣ.
β) Το Συμβούλιο που γνωμοδοτεί κατόπιν προσφυγής κατά γνωμοδότησης Πρωτοβάθμιου Ανακριτικού Συμβουλίου ονομάζεται Δευτεροβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο ΛΣ.
2.Αναλόγως του βαθμού του εγκαλούμενου προσωπικού ΛΣ οι βαθμίδες των Ανακριτικών Συμβουλίων ΛΣ είναι οι ακόλουθες:
α) Όταν παραπέμπεται εγκαλείται ο Αρχηγός ΛΣ ή Υποναύαρχος ΛΣ επιλαμβάνεται το Συ μβούλιο Αρχηγών Γενικών Επιτελείων (ΣΑΓΕ), συμπληρούμενο με τον Πρόεδρο του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου ή τον αναπληρωτή αυτού. Η παραπομπή διενεργείται από τον ασκούντα την πειθαρχική δίωξη. Το ΣΑΓΕ τη ρεί την ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Ανακριτικού Συμβουλίου διαδικασία, χωρίς να δεσμεύεται από τις προθεσμίας που τάσσουν τα άρθρα 6 παρ. 1 α, 7 παρ. 3, 11 παρ. 3α,β και 5, 12 παρ. 4, 13 παρ. 3 και γνωμοδοτεί σε πρώτο και τελευταίο βαθμό.
β) Όταν παραπέμπεταιεγκαλείται Ανώτατος Αξιωματικός ΛΣ (πλην Αρχηγού και Υποναυάρχων ΛΣ) και Πλοίαρχος ΛΣ:
(α) Το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο αποτελείται από:
αα. Τον Αρχηγό ΛΣ, ως Πρόεδρο,
ββ. Δύο Υποναυάρχους ΛΣ, ως μέλη.
(β) Ως Δευτεροβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο επιλαμβάνεται το Συμβούλιο Αρχηγών Γενικών Επιτελείων(ΣΑΓΕ), συμπληρούμενο με τον Πρόεδρο του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου ή τον αναπληρωτή του.
Η παραπομπή ανωτάτου Αξιωματικού στο ΣΑΓΕ διενεργείται από τον ασκούντα την πειθαρχική δίωξη. Το ΣΑΓΕ τηρεί την ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Ανακριτικού Συμ
βουλίου διαδικασία, χωρίς να δεσμεύεται από τις προβλεπόμενες στη διαδικασία αυτή προθεσμίες.
γ) Όταν παραπέμπεταιεγκαλείται Αξιωματικός ΛΣ (πλην Πλοιάρχων ΛΣ (α) Το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο αποτελείται από: αα. Έναν Αρχιπλοίαρχο ΛΣ, ως Πρόεδρο, ββ. Δύο Πλοιάρχους ΛΣ, ως μέλη.
(β) Το Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο αποτελείται από: αα. Έναν Υποναύαρχο ΛΣ, ως Πρόεδρο, ββ. Δύο Αρχιπλοιάρχους ΛΣ, ως μέλη αρχαιότερους του Προέδρου του Πρωτοβάθμιου Ανακριτικού Συμβουλίου.
δ) Όταν παραπέμπεταιεγκαλείται λοιπό προσωπικό ΛΣ:
(α) Το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο αποτελείται από: αα. Έναν Αντιπλοίαρχο ΛΣ, ως Πρόεδρο. ββ. Δύο Πλωτάρχες ΛΣ, ως μέλη.
(β) Το Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο αποτελείται από: αα. Έναν Πλοίαρχο ΛΣ, ως Πρόεδρο. ββ. Δύο Αντιπλοιάρχους ΛΣ, ως μέλη, αρχαιότερους του Προέδρου του Πρωτοβάθμιου Ανακριτικού Συμβουλίου.
3.Εάν με την ίδια διαταγή παραπέμπονται στελέχη του ΛΣ διαφορετικού βαθμού και αρμόδια είναι διαφορετικής βαθμίδας Συμβούλια, τότε αρμόδιο Συμβούλιο είναι εκείνο στο οποίο υπάγεται ο ανώτερος των εγκαλουμένων.

Άρθρο 4
Προσόντα Προέδρου και μελών.
Εξαιρέσεις

1.Ο Πρόεδρος και τα μέλη των Ανακριτικών Συμβουλίων ΛΣ πρέπει:
α) Να μην έχουν τιμωρηθεί με καταστατική ποινή. β) Να μην διώκονται ποινικά και να μην έχουν καταδικασθεί πρωτόδικα ή τελεσίδικα για κάποιο από τα εγκλήματα που αναφέρονται στο εδάφιο (γ) της παραγράφου 2 του άρθρου 74 του Κώδικα Προσωπικού ΛΣ (Ν. 3079/2002).
γ) Να μην έχουν κριθεί δυσμενώς κατά την τελευταία τους κρίση.
2.Απαγορεύεται Αξιωματικός ΛΣ να συμμετέχει για την ίδια υπόθεση στην σύνθεση του Πρωτοβάθμιου και του Δευτεροβάθμιου Ανακριτικού Συμβουλίου.
3.Απαγορεύεται Αξιωματικός ΛΣ να συμμετέχει στη σύνθεση των Ανακριτικών Συμβουλίων αν:
α) Είναι συγγενής του εγκαλουμένου σε ανιόντα ή κατιόντα βαθμό ή εκ πλαγίου μέχρι και τον τέταρτο βαθμό ή εξ αγχιστείας μέχρι και το δεύτερο βαθμό.
β) Έχει ιδιαίτερη φιλία, οικειότητα ή έχθρα με τον εγκαλούμενο.
γ) Κατήγγειλε την κρινόμενη πράξη ή υπέβαλε την αρχική αναφορά για την παραπομπή του εγκαλουμένου στο Συμβούλιο.
δ) Επελήφθη με οποιονδήποτε τρόπο της υπό κρίση υποθέσεως.
ε) Ενήργησε ανάκριση ή διοικητική εξέταση της υποθέσεως.
στ) Εξετάστηκε ως μάρτυρας ή προτείνεται ως μάρτυρας στην κρινόμενη υπόθεση.

Άρθρο 5
Διαδικασία παραπομπής σε Ανακριτικό Συμβούλιο

1.Η παραπομπή του εν ενεργεία ή σε πολεμική διαθεσιμότητα προσωπικού ΛΣ ενώπιον των Ανακριτικών Συμβουλίων ΛΣ ασκείται από τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας, ο οποίος μπορεί με απόφασή του να μεταβιβάζει τις αρμοδιότητες αυτές στα κλιμάκια της στρατιωτικής ιεραρχίας, κατόπιν: α) Διενέργειας Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης, σύμφωνα με τον ισχύοντα Κανονισμό.
β) Έκδοσης δικαστικής απόφασης ή βουλεύματος ή υποβολής αιτιολογημένης αναφοράς της προϊσταμένης του προσωπικού Υπηρεσίας, από τις οποίες προκύπτει η διάπραξη παραπτωμάτων που σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις επισύρουν την επιβολή καταστατικών ποινών (πρόσκαιρη παύση, προσωρινή απόλυση, απόταξη ή αποβολή).
2.Ο ασκών την πειθαρχική δίωξη, αφού λάβει τα παραπάνω έγγραφα μαζί με τον ατομικό φάκελο και αντίγραφο φύλλου μητρώου του εγκαλουμένου, εκτιμά τα περιστατικά και εντός δύο μηνών από την παραλαβή τους, το αργότερο:
α) Θέτει την υπόθεση στο αρχείο, όταν κρίνει ότι δεν υπάρχει παράπτωμα.
β) Επιβάλλει συνήθη πειθαρχική ποινή, όταν κρίνει ότι αυτή αρκεί για το συγκεκριμένο παράπτωμα.
γ) Παραπέμπει το στέλεχος ΛΣ ενώπιον του Ανακριτικού Συμβουλίου με το ανάλογο ερώτημα, όταν κρίνει ότι το παράπτωμα είναι βαρύτερο και επισύρει την επιβολή καταστατικής ποινής.
3.Η καταστατική ποινή της αποβολής επιβάλλεται επίσης στο προσωπικό ΛΣ κατόπιν παραπομπής του στο Ανακριτικό Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 100 του Κώδικα Προσωπικού ΛΣ όπως ισχύει.

Άρθρο 6
Πράξη παραπομπής στο Πρωτοβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο

1.Ο ασκών την πειθαρχική δίωξη παραπέμπει τον εγκαλούμενο στο Πρωτοβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο και:
α) Ορίζει τον τόπο και την προθεσμία μέσα στην οποία θα πρέπει να συνεδριάσει το Συμβούλιο για να γνωμοδοτήσει, μνημονεύοντας υποχρεωτικά στην παραπεμπτήριο διαταγή τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη του οικείου Ανακριτικού Συμβουλίου, κατά το χρόνο εκδόσεώς της.
Η προθεσμία αυτή ορίζεται αρχικά σε σαράντα πέντε ημέρες, αρχομένης από την ημερομηνία παραλαβής του φακέλου από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου.
Κατόπιν όμως αιτιολογημένης αναφοράς του Προέδρου δύναται να ορισθεί μεγαλύτερη προθεσμία ή να παραταθεί η αρχικώς χορηγηθείσα με διαταγή του ασκούντος την πειθαρχική δίωξη.
β) Θέτει το ερώτημα ή τα ερωτήματα στα οποία οφείλει να γνωμοδοτήσει το Συμβούλιο.
γ) Παραδίδει με αποδεικτικό επίδοσης στον Πρόεδρο του Συμβουλίου αντίγραφα της διαταγής παραπομπής του εγκαλουμένου, μαζί με το φάκελο της υποθέσεως, τον ατομικό φάκελο, το φύλλο μητρώου και γενικά κάθε διαφωτιστικό έγγραφο ή στοιχείο.
δ) Κοινοποιεί αντίγραφο της διαταγής παραπομπής σε όλα τα μέλη του Συμβουλίου, τακτικά και αναπληρωματικά, τα οποία αναφέρουν αμέσως στον Πρόεδρο εγγράφως, τη λήψη της διαταγής.
2.Η πράξη της παραπομπής σε Ανακριτικό Συμβούλιο ΛΣ, οι γνωμοδοτήσεις τους και η τελική απόφαση του ασκούντος την πειθαρχική δίωξη καταχωρούνται στον ατομικό φάκελο και τη μερίδα του εγκαλουμένου στελέχους.
3.Η διαταγή παραπομπής στελέχους ΛΣ σε Ανακριτικό Συμβούλιο ανακαλείται σε περίπτωση θανάτου αυτού, οπότε παύει οριστικά η ασκηθείσα πειθαρχική δίωξη και σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες από την ισχύουσα νομοθεσία διατάξεις παραπομπής.
4.Σε περίπτωση έκδοσης γνωμοδότησης Ανακριτικού Συμβουλίου ΛΣ υπέρ εγκαλουμένου στελέχους, ο ασκών την πειθαρχική δίωξη δύναται να επιβάλει κατόπιν συνήθη πειθαρχική ποινή.
5.α)Η αποστρατεία δεν κωλύει την πειθαρχική δίωξη αυτού που έχει παραπεμφθεί ενώπιον Ανακριτικού Συμβουλίου ΛΣ.
β) Αν αυτός που αποστρατεύθηκε είχε παραπεμφθεί με το ερώτημα της απόταξης και η γνωμοδότηση του Ανακριτικού Συμβουλίου είναι θετική, επιβάλλεται σε αυτόν η ποινή της αποβολής.
γ) Στις λοιπές περιπτώσεις η γνωμοδότηση του Ανακριτικού Συμβουλίου και η εκδιδόμενη σύμφωνα με αυτή απόφαση καταχωρίζεται απλώς στα τηρούμενα στη Διεύθυνση Προσωπικού ΛΣ μητρώα και ατομικά έγγραφα αυτών που αποστρατεύθηκαν.

Άρθρο 7
Σύγκληση Ανακριτικού Συμβουλίου

1.Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου αμέσως μόλις λάβει την διαταγή παραπομπής στελέχους ΛΣ προβαίνει εγγράφως στις παρακάτω ενέργειες:
α) Παραγγέλλει την επίδοση της σχετικής διαταγής παραπομπής στον εγκαλούμενο.
β) Καλεί τον εγκαλούμενο όπως, εντός πέντε ημερών από την επίδοση της διαταγής παραπομπής, προτείνει με έγγραφη αναφορά απευθείας προς τον Πρόεδρο όσους μάρτυρες υπερασπίσεως θεωρεί αναγκαίους δηλώνοντας τον αριθμό, την διεύθυνση κατοικίας και αριθμό τηλεφώνου τους, καθώς και το θέμα στο οποίο θα εξετασθεί ο καθένας.
γ) Κλητεύει τους προταθέντες από τον εγκαλούμενο μάρτυρες και αυτεπαγγέλτως τους μάρτυρες που θεωρεί αναγκαίους.
δ) Συγκαλεί το Συμβούλιο για να συνεδριάσει σε ορισμένο χρόνο, τόπο και χώρο, αφού λάβει τα αποδεικτικά επιδόσεως ή τις εκθέσεις θυροκολλήσεως.
ε) Κλητεύει επίσης τον εγκαλούμενο προ τριών τουλάχιστον εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία συνεδρίασης του Συμβουλίου, επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, όπως προσέλθει στη συνεδρίαση για να απολογηθεί. Σε αυτό το χρονικό διάστημα δεν υπολογίζεται η ημέρα που έλαβε γνώση της κλήσεως ο εγκαλούμενος, καθώς και η ημέρα συγκλήσεως του Συμβουλίου.
Η εξέταση του εγκαλουμένου κατά το στάδιο της Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης δεν αναπληρώνει την κλήση σε απολογία.
2.Εάν ο εγκαλούμενος κωλύεται να παρουσιασθεί στο Συμβούλιο, εξαιτίας ασθένειας, που βεβαιώνεται με Ιατρική γνωμάτευση από Κρατικό Νοσοκομείο ή Κέντρο Υγείας, ή λόγω ανωτέρας βίας, ενημερώνει έγκαιρα με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο (τηλεγράφημα, τηλεομοιοτύπημαfax κ.λπ.) με ευθύνη του το Συμβούλιο. Ο Πρόεδρος ορίζει νέα ημερομηνία απολογίας, σύμφωνα με τα παραπάνω. Σε περίπτωση που ο εγκαλούμενος εκ νέου δεν παρουσιασθεί για να απολογηθεί η διαδικασία διεξάγεται κανονικά. Αν ο Πρόεδρος κρίνει ότι ο εγκαλούμενος δεν μπορεί να απολογηθεί, για τους παραπάνω λόγους, τότε ζητά εγγράφως να ληφθεί η απολογία του μέσω της αρμόδιας Λιμενικής ή Αστυνομικής Αρχής.
Απολογία από το συνήγορο του εγκαλουμένου, χωρίς την παρουσία του εγκαλουμένου απαγορεύεται.
3.Εάν οι προταθέντες από τον εγκαλούμενο μάρτυρες διαμένουν μακριά από την έδρα του Συμβουλίου και από τη μελέτη της δικογραφίας ή από την αναφορά του εγκαλουμένου ο Πρόεδρος κρίνει ότι οι καταθέσεις τους είναι ουσιώδεις και είναι αδύνατη η μόρφωση γνώμης από άλλα στοιχεία, εφαρμόζει τα καθοριζόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 12 του παρόντος, ζητώντας την κατά παραγγελία ένορκη εξέτασή τους από τις αρμόδιες Λιμενικές ή Αστυνομικές Αρχές.
4.Ο εγκαλούμενος δικαιούται όπως εμφανίσει, με δικά του έξοδα, και άλλους μάρτυρες, πέραν των αρχικά προταθέντων, κατά την διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου, οι οποίοι δεν μπορεί να υπερβαίνουν τους πέντε.
Εφόσον ως μάρτυρες κλητεύονται στελέχη ΛΣ τότε από τη Διεύθυνση Προσωπικού Λιμενικού Σώματος (ΔΠΛΣ) εγκρίνεται σχετική άδεια μετακίνησής των, κατόπιν αναφοράς των Υπηρεσιών τους, και για χρονικό διάστημα που κρίνεται αναγκαίο για να παρεβρεθούν στη διαδικασία του Συμβουλίου.
5.Ο Πρόεδρος δύναται να ζητήσει οποιοδήποτε έγγραφο ή στοιχείο, εφόσον κρίνει ότι αυτό θα συμβάλει στην πληρέστερη μόρφωση γνώμης επί της κρινομένης υποθέσεως.
6.Οι κλήσεις των στελεχών του ΛΣ επιδίδονται μέσω των Υπηρεσιών που υπηρετούν και των λοιπών μαρτύρων μέσω των οικείων Αστυνομικών Αρχών.
7.Οι επιδόσεις των δικογράφων γίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ).

Άρθρο 8
Συνεδρίαση Ανακριτικών Συμβουλίων.

Διαδικασία Εξαιρέσεως
1.Τα Συμβούλια συγκροτούνται σε σώμα από τον Πρόεδρο και τα τακτικά μέλη και συνεδριάζουν στο χρόνο που καθορίζεται από τον Πρόεδρο, στον τόπο και το χώρο που έχει καθορισθεί από την παραπεμπτική διαταγή, στον οποίο συνέρχονται τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη αυτών.
2.Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος τακτικών μελών ο Πρόεδρος καλεί τα αναπληρωματικά κατά τη σειρά αναγραφής τους στη διαταγή συγκροτήσεως των Συμβουλίων.
3.Ο εγκαλούμενος δύναται προ της έναρξης της συνεδριάσεως, επί ποινή απαραδέκτου της διαδικασίας, να υποβάλει εγγράφως στον Πρόεδρο αίτηση εξαίρεσης του ιδίου ή και μελών του Συμβουλίου, εφόσον συντρέχει κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 του παρόντος, αναφέροντας συγχρόνως τους λόγους και τα αποδεικτικά στοιχεία.
4.Ο Πρόεδρος διαβιβάζει την αίτηση εξαιρέσεως στα μέλη που τα αφορά για να αναφέρουν εγγράφως σχετικά με τους λόγους εξαίρεσης που επικαλείται ο εγκαλούμενος, ή αν η αίτηση εξαίρεσης αφορά τον ίδιο τότε ο Πρόεδρος εγγράφως ενημερώνει το Συμβούλιο σχετικά.
5.Αν έχει ζητηθεί η εξαίρεση του Προέδρου, την προεδρία αναλαμβάνει ο αναπληρωτής του ή ο αρχαιότερος από τα μέλη του Συμβουλίου, για να κριθεί μόνο η σχετική αίτηση εξαίρεσης.
6.Τα μέλη για τα οποία έχει ζητηθεί η εξαίρεσή τους απέχουν προσωρινά από τις συνεδριάσεις, με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, προς συμπλήρωση δε των Συμβουλίων και μόνο για την εκδίκαση της αιτήσεως εξαιρέσεως, λαμβάνουν μέρος τα αναπληρωματικά μέλη, κατά την σειρά αναγραφής τους στη διαταγή συγκροτήσεως αυτών.
7.Το Συμβούλιο που συγκροτείται με τη συμμετοχή των αναπληρωματικών μελών, αφού λάβει υπόψη του την αίτηση και τα τυχόν υποβληθέντα έγγραφα, αποφασίζει αμέσως με μυστική ψηφοφορία για την αίτηση εξαιρέσεως, εφαρμοζομένης ανάλογα της διαδικασίας που προβλέπεται στις παραγράφους 10 και 11 του άρθρου 12 του παρόντος. Τα ψηφοδέλτια με τη λέξη «ΝΑΙ» εκφράζουν τη γνώμη υπέρ της εξαίρεσης του συμμετέχοντος, ενώ αυτά με τη λέξη «ΟΧΙ» εκφράζουν τη γνώμη κατά της εξαίρεσης αυτού.
8.Κάθε μέλος του Συμβουλίου που εκτιμά ότι υπάρχει λόγος εξαιρέσεώς του, οφείλει να τον αναφέρει στο Συμβούλιο και αυτό, συμπληρούμενο σύμφωνα με τα παραπάνω, αποφασίζει κατά πλειοψηφία για την εξαίρεση.
9.Γ ια τη διαδικασία εξαιρέσεως συντάσσεται πρακτικό, στο οποίο καταχωρίζεται η απόφαση που εξέδωσε το Συμβούλιο.
10.Αν η αίτηση εξαίρεσης γίνει δεκτή, η διαδικασία συνεχίζεται χωρίς τη συμμετοχή του εξαιρεθέντος μέλους.

Άρθρο 9
Δικαιώματα εγκαλουμένου

1.Στέλεχος ΛΣ που παραπέμπεται ενώπιον Ανακριτικού Συμβουλίου δικαιούται:
α) Να εμφανίζει, με μέριμνα και δαπάνες του, μάρτυρες υπεράσπισης. Αν προτείνει στελέχη ΛΣ ως μάρτυρες υπεράσπισης αυτά δικαιούνται άδεια μετακίνησης, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 7 του παρόντος.
β) Να ζητά την εξαίρεση του Προέδρου ή των μελών, τακτικών ή και αναπληρωματικών, σύμφωνα με το άρθρο 8 του παρόντος.
γ) Να παρίσταται με πληρεξούσιο συνήγορο, εφόσον το επιθυμεί, κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου, τον οποίο διορίζει εγγράφως πριν την έναρξη της διαδικασίας ή προφορικά κατά την έναρξη της διαδικασίας.
δ) Να λαμβάνει γνώση του περιεχομένου του φακέλου της υπόθεσης που το αφορά και να ζητά το ίδιο ή ο πληρεξούσιος συνήγορός του και με δική του δαπάνη τη χορήγηση επικυρωμένων ή μη αντιγράφων των εγγράφων της υπόθεσης, συντασσόμενης σχετικής έκθεσης που υπογράφεται από τον αρμόδιο που τηρεί το φάκελο της υπόθεσης και τον εγκαλούμενο. Αν ο εγκαλούμενος αρνείται να υπογράψει τότε στην έκθεση υπογράφει ένας άλλος μάρτυρας.
ε) Να ζητήσει άδεια μετακίνησης από τη Διεύθυνση Προσωπικού ΛΣ, μέσω της Υπηρεσίας του, για να παραστεί στην διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου.
2.Τα δικαιώματα που αναφέρονται στα εδάφια (β) και (δ) της προηγούμενης παραγράφου ασκούνται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία τριών ημερών από την κοινοποίηση στον εγκαλούμενο της παραπεμπτικής διαταγής. Τα υπόλοιπα δικαιώματα της παραγράφου αυτής ασκούνται με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Το δικαίωμα του εδαφίου (ε) ασκείται έγκαιρα πριν την ημερομηνία της συνεδρίασης του Συμβουλίου, με ευθύνη του εγκαλουμένου.

Άρθρο 10
Τρόπος διεξαγωγής των συνεδριάσεων

1.Οι συνεδριάσεις του Συμβουλίου διεξάγονται κεκλεισμένων των θυρών και τα στελέχη του ΛΣ που συμμετέχουν σε αυτές, με οποιαδήποτε ιδιότητα, φέρουν τη στολή υπ’ αριθμ. 8.
2.Η διαδικασία, που τη διευθύνει ο Πρόεδρος, διεξάγεται προφορικά και λαμβάνονται ένορκες καταθέσεις μαρτύρων και απολογία εγκαλουμένου.
3.Η συνεδρίαση διακόπτεται μόνο για τα αναγκαία διαλείμματα ή για την εμφάνιση ουσιώδους μάρτυρα ή για την εξακρίβωση ουσιώδους γεγονότος.
Γ ια τη διακοπή αποφασίζει κατά πλειοψηφία το Συμβούλιο.
4.Εφόσον ο χρόνος δεν επαρκεί για τη διερεύνηση της υπόθεσης εντός ορισμένης ημέρας, η συνεδρίαση μπορεί να διακοπεί για την επόμενη εργάσιμη ημέρα.
5.Κάθε διακοπή που γίνεται σύμφωνα με τα παραπάνω αναφέρεται στο πρακτικό του Συμβουλίου.

Άρθρο 11
Ακροαματική διαδικασία

1.Με την έναρξη της συνεδρίασης ο Πρόεδρος καλεί τον εγκαλούμενο να παρουσιασθεί ενώπιον του Συμβουλίου, μετά ή άνευ πληρεξουσίου δικηγόρου, ο οποίος υποχρεούται να επιδείξει το δελτίο ταυτότητας δικηγόρου, άλλως δεν επιτρέπεται να παρίσταται.
2.Ο εγκαλούμενος εμφανίζεται ενώπιον του Συμβουλίου άοπλος και παραμένει στην αίθουσα συνεδριάσεως μέχρι το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας.
3.α)Σε περίπτωση μη εμφάνισης του νομίμως κλητευθέντος εγκαλουμένου ενώπιον του Συμβουλίου η διαδικασία διεξάγεται κανονικά, χωρίς την παρουσία του, εφόσον το Συμβούλιο δύναται να μορφώσει γνώμη.
Σε διαφορετική περίπτωση αναβάλλεται η γνωμοδότησή του, σύμφωνα με τη παράγραφο 4 του άρθρου 12 του παρόντος.
β) Αν η μη εμφάνισή του οφείλεται σε ανυπέρβλητο κώλυμα ή σε λόγους ανωτέρας βίας, που με μέριμνα του εγκαλουμένου έχουν γνωστοποιηθεί έγκαιρα στο Συμβούλιο, αυτό αποφασίζει την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης. Η αναβολή δεν μπορεί να υπερβαίνει τις είκοσι ημέρες.
γ) Απαγορεύεται δεύτερη αναβολή για τα ανωτέρω κωλύματα ή λόγους.
4.Ο Πρόεδρος, εφ’ όσον ο εγκαλούμενος είναι παρών, γνωστοποιεί σ’ αυτόν τη σύνθεση του Συμβουλίου και το περιεχόμενο της απόφασης που τυχόν έχει εκδοθεί επί αιτήματός του εξαίρεσης. Στη συνέχεια ο εισηγητής με εντολή του Προέδρου διαβάζει την πράξη παραπομπής και τα έγγραφα εκείνα των οποίων η ανάγνωση κρίνεται αναγκαία από τον Πρόεδρο για την ενημέρωση του Συμβουλίου. Ο Πρόεδρος επίσης μπορεί να παραγγείλει την ανάγνωση και άλλων εγγράφων, μετά από αίτηση του εγκαλουμένου ή του συνηγόρου του ή των μελών του Συμβουλίου.
5.Ο Πρόεδρος, καλεί για εξέταση τους μάρτυρες που τυχόν έχουν κληθεί αυτεπάγγελτα από τον ίδιο ή προταθεί από τον εγκαλούμενο. Οι μάρτυρες που καλούνται αυτεπάγγελτα δικαιούνται άδεια μετακίνησης σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 7 του παρόντος, με καταβολή οδοιπορικών εξόδων. Οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως σύμφωνα με τις διατάξεις του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Σε περίπτωση μη εμφάνισης του μάρτυρα, η εξέταση του οποίου θεωρείται απόλυτα αναγκαία από το Συμβούλιο, τούτο αναβάλλει την εκδίκαση της υπόθεσης για άλλη ημέρα, εντός της προθεσμίας που τάσσεται με την πράξη παραπομπής, προκειμένου καταστεί δυνατή η εξέταση του μάρτυρα αυτού. Στην περίπτωση αυτή οι παριστάμενοι μάρτυρες και ο εγκαλούμενος καλούνται προφορικά να προσέλθουν κατά τη νέα δικάσιμο. Οι διατάξεις του άρθρου 229 του Κ.Π.Δ. περί λιπομαρτυρίας έχουν και στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή.
6.Το Συμβούλιο δύναται και κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας να καλεί και να εξετάζει κάθε πρόσωπο του οποίου την εξέταση θεωρεί αναγκαία.
7.Οι μάρτυρες εξετάζονται ο καθένας χωριστά και κατά σειρά τους εξετάζει πρώτος ο Πρόεδρος και στη συνέχεια τα μέλη του Συμβουλίου. Ο εγκαλούμενος και ο συνήγορος αυτού δύνανται να απευθύνουν ερωτήσεις στο μάρτυρα, κατόπιν αδείας του Προέδρου. Η εξέταση των μαρτύρων μπορεί να γίνει και κατ’ αντιπαράσταση με άλλους μάρτυρες, αν αυτό κρίνει αναγκαίο το Συμβούλιο. Οι μάρτυρες κατά τη διάρκεια της εξέτασής τους δεν διακόπτονται, εφ’ όσον δεν εξέρχονται από το θέμα, και μετά το πέρας της εξέτασής τους αποχωρούν από την αίθουσα συνεδριάσεως. Οι καταθέσεις των μαρτύρων καταχωρούνται περιληπτικά σε ιδιαίτερο πρακτικό (Παράρτημα Α' υπόδειγμα 3) που υπογράφεται αμέσως από αυτούς, τον Πρόεδρο και τον εισηγητή.
8.Μετά την εξέταση των μαρτύρων καλείται να απολογηθεί ο εγκαλούμενος ανωμοτί, ο οποίος δεν διακόπτεται εφόσον δεν εξέρχεται από το θέμα. Η απολογία του καταχωρείται περιληπτικά σε ιδιαίτερο πρακτικό (Παράρτημα Α' υπόδειγμα 2) και στο πρακτικό του Συμβουλίου, μαζί με το τελικό αίτημα του συνηγόρου, που τυχόν διατύπωσε στην αγόρευσή του. Μετά το πέρας της απολογίας του, ο Πρόεδρος, τα μέλη του Συμβουλίου και ο τυχόν παριστάμενος συνήγορός του μπορούν να του απευθύνουν ερωτήσεις.
9.Ο εγκαλούμενος κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δικαιούται να συνεννοείται με το συνήγορό του. Ο συνήγορος δεν δικαιούται να απαντά, αντί του εγκαλούμενου, στα τιθέμενα ερωτήματα.
10.Μετά το πέρας της εξέτασης του εγκαλουμένου, ο συνήγορός του δικαιούται να εκθέτει σύντομα τις απόψεις του επί του κατηγορητηρίου.
11.Μετά από τα παραπάνω ο Πρόεδρος ερωτά τα μέλη του Συμβουλίου εάν έχουν να ζητήσουν κάποια επεξήγηση από τους μάρτυρες ή τον εγκαλούμενο και, εφόσον αυτοί απαντήσουν αρνητικά, κηρύσσει περατωμένη την ακροαματική διαδικασία και αποσύρονται ο εγκαλούμενος και ο τυχόν παρευρισκόμενος συνήγορός του.

Άρθρο 12
Διάσκεψη Ανακριτικού Συμβουλίου

1.Το Συμβούλιο μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας διασκέπτεται μυστικά προκειμένου γνωμοδοτήσει.
2.Ο Πρόεδρος και τα μέλη του Συμβουλίου διαρκούσης της διασκέψεως και προ της εκδόσεως της γνωμοδοτήσεως παραμένουν στον ίδιο χώρο όλοι μαζί και δεν επικοινωνούν με άλλο πρόσωπο με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσον.
3.Το Συμβούλιο αρχικά λαμβάνει γνώση του περιεχομένου του ατομικού φακέλου του εγκαλουμένου και στη συνέχεια ο Πρόεδρος ερωτά τα μέλη εάν μόρφωσαν σαφή γνώμη από τη διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου και σε καταφατική απάντηση η διάσκεψη προχωρεί σύμφωνα με τις παραγράφους 8 έως και 12 του παρόντος άρθρου.
4.Αν το Συμβούλιο δεν μπόρεσε να μορφώσει γνώμη επί ορισμένου ουσιώδους γεγονότος και δεν επαρκεί για αυτό κατά την κρίση του η κατά την παράγραφο 1 α του άρθρου 6 του παρόντος ταχθείσα προθεσμία, μπορεί να αναβάλει την εκδίκαση της υπόθεσης σε άλλη ρητώς οριζόμενη ημέρα και πέρα από την ταχθείσα προθεσμία, αλλά όχι περισσότερο των δέκα ημερών από τη λήξη της αρχικής προθεσμίας.
5.Οι λόγοι της αναβολής της συνεδριάσεως και η ημερομηνία της νέας συνεδριάσεως καταχωρίζονται στο πρακτικό του Συμβουλίου.
6.Ο εγκαλούμενος οφείλει, χωρίς νέα έγγραφη πρόσκληση, να εμφανισθεί κατά τη νέα ορισθείσα ημέρα συνεδριάσεως του Συμβουλίου που του ανακοινώνεται προφορικά από τον Πρόεδρο.
7.Γ ια τη διευκρίνιση γεγονότος το Συμβούλιο μπορεί να ζητήσει δια του Προέδρου απευθείας, έγγραφες πληροφορίες ή την λήψη κατά παραγγελία καταθέσεων από τις οικείες Αρχές προσώπων που διαμένουν εκτός της έδρας του Συμβουλίου.
8.Ο Πρόεδρος θέτει στο Συμβούλιο το ερώτημα ή τα ερωτήματα χωριστά με τη σειρά που είναι διατυπωμένα στην παραπεμπτική διαταγή και ειδικότερα εάν υπάρχει λόγος να επιβληθεί:
α) Αργία με πρόσκαιρη παύση, β) αργία με προσωρινή απόλυση, γ) απόταξη ή δ) αποβολή (ανάλογα με την προβλεπόμενη ποινή), στο στέλεχος του ΛΣ
(παρατίθεται ο βαθμός και το ονοματεπώνυμο του εγκαλουμένου) για(παρατίθεται η νόμιμη
αιτία για την οποία παραπέμφθηκε ο εγκαλούμενος στο Συμβούλιο μαζί με σύντομη αναφορά των περιστατικών που αποτελούν τα στοιχεία του παραπτώματος). Άλλο ερώτημα δεν μπορεί να τεθεί στο Συμβούλιο. Αν όμως στο Συμβούλιο είχε τεθεί από τον ασκούντα την πειθαρχική δίωξη μόνο το ερώτημα της αποτάξεως και το Συμβούλιο γνωμοδότησε αρνητικά, ο ασκών την πειθαρχική δίωξη δύναται να παραπέμψει εκ νέου στο ίδιο Συμβούλιο τον εγκαλούμενο με το ερώτημα της αργίας με πρόσκαιρη παύση ή με προσωρινή απόλυση.
9.Αν στην παραπεμπτική διαταγή διατυπώνονται δύο ερωτήματα και το Συμβούλιο γνωμοδοτήσει αρνητικά για το πρώτο, τότε ο Πρόεδρος θέτει αμέσως και το επόμενο ερώτημα.
10.Για την κατάρτιση της γνωμοδοτήσεως για κάθε ερώτημα διεξάγεται μυστική ψηφοφορία ως ακολούθως:
α) Ο εισηγητής, κατόπιν εντολής του Προέδρου, προετοιμάζει ενώπιον του Συμβουλίου, έξι όμοια ψηφοδέλτια, από τα οποία στα τρία αναγράφεται η λέξη «ΝΑΙ» και στα άλλα τρία αναγράφεται η λέξη «ΟΧΙ» και στη συνέχεια διανέμει στο Πρόεδρο και στα μέλη ένα ψηφοδέλτιο με τη λέξη «ΝΑΙ» και ένα ψηφοδέλτιο με τη λέξη «ΟΧΙ».
Τα ψηφοδέλτια με τη λέξη «ΝΑΙ» εκφράζουν τη γνώμη επιβολής της καταστατικής ποινής στον εγκαλούμενο, ενώ αυτά με τη λέξη «ΟΧΙ» εκφράζουν τη γνώμη της μη επιβολής της καταστατικής ποινής.
β) Κάθε μέλος του Συμβουλίου, αρχής γενομένης από το νεότερο κατά βαθμό, εγχειρίζει στον Πρόεδρο το ένα από τα δύο ψηφοδέλτια που του διανεμήθηκαν, ως έκφραση της γνώμης του για το συγκεκριμένο ερώτημα που έθεσε ο Πρόεδρος του Συμβουλίου.
γ) Ο Πρόεδρος αναμιγνύει τα ψηφοδέλτια που του εγχειρίσθηκαν μαζί με το δικό του και στη συνέχεια, αφού τα αποκαλύψει, ενεργεί, παρουσία όλων των συμμετεχόντων μελών, τη διαλογή των ψήφων.
11.Η γνώμη της πλειοψηφίας αποτελεί την απόφαση του Συμβουλίου. Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας αναγράφεται, επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, στο πρακτικό του Συμβουλίου.
12.Η κατά τα ανωτέρω γνωμοδότηση του Συμβουλίου πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς στο πρακτικό αυτού.

Άρθρο 13
Πρακτικό γνωμοδοτήσεως Ανακριτικού Συμβουλίου

1.Για όλη τη διαδικασία που έλαβε χώρα ενώπιον του Συμβουλίου, συντάσσεται πρακτικό (Παράρτημα Α' υπόδειγμα 1), που υπογράφεται από τον Πρόεδρο και όλα τα μέλη.
2.Το πρακτικό αυτό, επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, πρέπει να περιλαμβάνει:
α) Την απόφαση συγκροτήσεως του Συμβουλίου (στοιχεία του εγγράφου και ημερομηνία).
β) Την πράξη παραπομπής στο Συμβούλιο (στοιχεία εγγράφου και ημερομηνία) και το σχετικό αιτιολογικό της παραπομπής του εγκαλουμένου. γ) Το χρόνο, τον τόπο και το χώρο της συνεδριάσεως. δ) Το ονοματεπώνυμο και το βαθμό του Προέδρου και των μελών του Συμβουλίου και σε περίπτωση αναπλήρωσης τακτικού μέλους, το λόγο της αναπλήρωσης.
ε) Το ονοματεπώνυμο, το βαθμό του εγκαλουμένου, το ονοματεπώνυμο του τυχόν παριστάμενου συνηγόρου και τον αριθμό του δελτίου ταυτότητας δικηγόρου, καθώς και το υποβαλλόμενο τελικό αίτημά του. στ) Το ονοματεπώνυμο των εξετασθέντων μαρτύρων. ζ) Την απολογία του εγκαλουμένου, περιληπτικά, εφόσον ήταν παρών στη διαδικασία.
η) Τα ερωτήματα που τέθηκαν, τον αριθμό των ψήφων υπέρ και κατά της επιβολής της καταστατικής ποινής και τέλος τη γνωμοδότηση του Συμβουλίου.
θ) Το δικαίωμα προσφυγής του εγκαλουμένου στο Δευτεροβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο ΛΣ, για επανεξέταση της υπόθεσής του, ασκείται εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της γνωμοδότησης του Πρωτοβάθμιου Συμβουλίου, εφόσον σύμφωνα με αυτή προτείνεται η επιβολή σε αυτόν καταστατικής ποινής.
3.Το πρακτικό αυτό υποβάλλεται από τον Πρόεδρο στον ασκούντα την πειθαρχική δίωξη, εντός πέντε ημερών από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της ακροαματικής διαδικασίας, σε τέσσερα πρωτότυπα αντίτυπα, μαζί με το φάκελο της υπόθεσης.
4.Η γνωμοδότηση Ανακριτικού Συμβουλίου για επιβολή καταστατικής ποινής είναι υποχρεωτική για τον αποφασίζοντα την επιβολή της.

Άρθρο 14
Προσφυγή κατά της γνωμοδοτήσεως

1.Οι γνωμοδοτήσεις του Ανακριτικού Συμβουλίου για επιβολή ή μη καταστατικής ποινής επιδίδονται εγγράφως, σύμφωνα με τον ΚΠΔ με μέριμνα του ασκούντος την πειθαρχική δίωξη στον εγκαλούμενο.
2.Προσφυγή κατά γνωμοδότησης Πρωτοβαθμίου Ανακριτικού Συμβουλίου ενώπιον Δευτεροβάθμιου επιτρέπεται μόνο:
α) Από τον εγκαλούμενο ή το συνήγορό του, αν το Συμβούλιο γνωμοδότησε την επιβολή καταστατικής ποινής σε αυτόν.
β) Από τον ασκούντα την πειθαρχική δίωξη, αν το Συμβούλιο γνωμοδότη σε να μην επιβληθεί στον εγκαλούμενο καταστατική ποινή.
3.Η προσφυγή ασκείται:
α) Από τον εγκαλούμενο ή το συνήγορό του, εντός τριάντα ημερών από την επίδοση της γνωμοδότησης του Ανακριτικού Συμβουλίου, με έγγραφη αναφορά προς εκείνον που άσκησε την πειθαρχική δίωξη, μέσω της Υπηρεσίας που υπηρετεί, ή της Διεύθυνσης Προσωπικού ΛΣ.
β) Από τον ασκούντα την πειθαρχική δίωξη εντός τριάντα ημερών, αφότου περιήλθε σε αυτόν η γνωμοδότηση του Ανακριτικού Συμβουλίου.
4.Αν παρέλθει άπρακτη η ανωτέρω κατά περίπτωση προθεσμία η γνωμοδότηση του Πρωτοβάθμιου Ανακριτικού Συμβουλίου καθίσταται ανέκκλητος ενώπιον της Διοικήσεως.
5.Αν ασκηθεί προσφυγή σύμφωνα με τα παραπάνω ο ασκών τη πειθαρχική δίωξη παραπέμπει την υπόθεση στο Δευτεροβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο, για επανεξέταση της υπόθεσης.
6.Η εμπρόθεσμη άσκηση προσφυγής έχει ανασταλτική ισχύ για τις πράξεις της Διοικήσεως, που ανάγονται στην γνωμοδότηση του Πρωτοβαθμίου Ανακριτικού Συμβουλίου.

Άρθρο 15
Δευτεροβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο

1.Το Δευτεροβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο επιλαμβάνεται των υποθέσεων που παραπέμπονται σε αυτό για επανεξέταση, κατόπιν προσφυγής του εγκαλουμένου ή του ασκούντος την πειθαρχική δίωξη, ενεργεί δε όπως προβλέπεται για τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Ανακριτικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τα παραπάνω άρθρα.
2.Σε περίπτωση προσφυγής του εγκαλουμένου ή του ασκούντος την πειθαρχική δίωξη στο Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο τίθεται υποχρεωτικά το ίδιο ερώτημα για το οποίο γνωμοδότησε το Πρωτοβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο.

Άρθρο 16
Ακυρότητες. Προσφυγές.

1.Αν ακυρωθεί από τα Διοικητικά Δικαστήρια η γνωμοδότηση του Δευτεροβάθμιου Ανακριτικού Συμβουλίου, προκειμένου επανεξετασθεί η υπόθεση, η Διοίκηση υποχρεούται να παραπέμψει την υπόθεση με το ίδιο ερώτημα ή ερωτήματα στο ίδιο Ανακριτικό Συμβούλιο με την παρακάτω συγκρότηση:
α) Αν δεν έχει λήξει η θητεία του Συμβουλίου, αυτό συγκροτείται κατά τα 2/3 από Πρόεδρο και μέλη που δεν συμμετείχαν στη διαδικασία του Δευτεροβάθμιου Συμβουλίου.
β) Αν η θητεία του Συμβουλίου έχει λήξει, τότε η υπόθεση παραπέμπεται σε Δευτεροβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο, το οποίο συγκροτείται κατά τα 2/3 από Πρόεδρο και μέλη που δεν συμμετείχαν στην έκδοση της ακυρωθείσας γνωμοδοτήσεως.
Το Συμβούλιο αυτό συνέρχεται με διαταγή του ασκούντος την πειθαρχική δίωξη μέσα σε δύο μήνες από τότε που του επιδόθηκε η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου.
2.Ο χρόνος που διέρρευσε από την έκδοση της ακυρωθείσας γνωμοδότησης μέχρι τη νέα γνωμοδότηση του Ανακριτικού Συμβουλίου, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για τη σύνταξη, για δε τις προαγωγές ισχύουν οι σχετικές διατάξεις, εφόσον η νέα γνωμοδότηση ήταν να μην επιβληθεί καταστατική ποινή στον εγκαλούμενο.

Άρθρο 17
Παράρτημα

Προσαρτάται και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του παρόντος διατάγματος το ακόλουθο παράρτημα.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Υπόδειγμα 1
ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗΣ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
Στον  σήμερα την  του μήνα  του έτους
 ημέρα  και ώρα  εντός του YEN, Γρ.
Λαμπράκη 150 γραφείοσυνεδρίασε τοβάθμιο Ανακριτικό
Συμβούλιο
που συγκροτήθηκε με την αριθμ
απόφαση ΥΕΝ/ΔΠΛΣ Α αποτελούμενο από τους:
α)ως Πρόεδρο.
β)ως μέλος.
γ)ως μέλος και εισηγητή του Συμβουλίου,
προκειμένου γνωμοδοτήσει αν πρέπει να επιβληθεί η καταστατική ποινή
(σύμφωνα με το ερώτημα που έχει τεθεί) στ
του κατόπιν της υπ'
αριθμπαραπεμπτικής
πράξης ΥΕΝ/ΔΠΛΣΑ', παρισταμένου του συνηγόρου ,
με αριθμό δελτίου ταυτότητος δικηγόρου
(Ακολουθεί περιληπτικό ιστορικό του παραπτώματος του εγκαλουμένου όπως προκύπτει από την πράξη παραπομπής)
(Αναγράφονται οι παραστάντες μάρτυρες με πλήρη στοιχεία ταυτότητας και διεύθυνσης κατοικίας)
(Αναγράφονται οι τυχόν κληθέντες απόντες μάρτυρες με πλήρη στοιχεία ταυτότητας και διεύθυνσης κατοικίας)
( Αναγράφεται περιληπτικά η απολογία του εγκαλουμένου)
(Αναγράφονται τα τεθέντα ερωτήματα, οι ψήφοι υπέρ και κατά, καθώς και η γνωμοδότηση του Συμβουλίου )
Η διαδικασία της συνεδρίασης άρχισε την και περατώθηκε με
την σύνταξη του παρόντος την
Ο εγκαλούμενος έχει το δικαίωμα προσφυγής στο Δευτεροβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο ΛΣ, για επανεξέταση της υπόθεσής του, εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της γνωμοδότησης του Πρωτοβάθμιου Συμβουλίου, εφόσον σύμφωνα με αυτή προτείνεται η επιβολή σε αυτόν καταστατικής ποινής.
Προς πίστωση των ανωτέρω συντάχθηκε και υπογράφεται το παρόν ως ακολούθως:
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣΤΑ ΜΕΛΗ

Υπόδειγμα 2
ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΑΠΟΛΟΓΙΑΣ ΕΓΚΑΛΟΥΜΕΝΟΥ
Στον  σήμερα τηντου μήνα
του έτους ημέρα  και ώρα  εντός
του YEN, Γρ. Λαμπράκη 150, γραφείοκαι ενώπιον του
βάθμιου Ανακριτικού Συμβουλίου ΛΣ, που συγκροτήθηκε με την
αριθμαπόφαση ΥΕΝ/ΔΠΛΣΑ',
εμφανίσθηκε ο εγκαλούμενος σύμφωνα με την αριθμ
 απόφαση ΥΕΝ/ΔΠΛΣΑ' και τα περιλαμβανόμενα σε
αυτή ερωτήματα, που νόμιμα κλητεύθηκε, ο οποίος αφού ερωτήθηκε για
την ταυτότητά του απάντησε ότι ονομάζεται
 του , γεννήθηκε
στκαι κατοικεί στ
, επάγγελμα  , ετών, γάμος
και είναι Χριστιανός Ορθόδοξος, παρίσταται δε με συνήγορο
τ και με αριθμό δελτίου ταυτότητας δικηγόρου
απολογήθηκε ως ακολούθως:
Ερώτηση:
Προς πίστωση των ανωτέρω συντάσσεται και υπογράφεται το παρόν ως ακολούθως, του οποίου η σύνταξη άρχισε τηνκαι περατώθηκε την
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣΟΑΠΟΛΟΓΗΘΕΙΣΟ ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ

Υπόδειγμα 3
ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΕΞΕΤΑΣΕΩΣ ΜΑΡΤΥΡΑ
Στοσήμερα τηντου μήνα του έτους
 ημέρα  και ώρα  εντός του YEN, Γρ.
Λαμπράκη 150, γραφείο  και ενώπιον του  βάθμιου
Ανακριτικού Συμβουλίου ΛΣ, που συγκροτήθηκε με την αριθμ
 απόφαση ΥΕΝ/ΔΠΛΣΑ,
εμφανίσθηκε ο μάρτυρας που νόμιμα κλητεύθηκε, ο οποίος αφού
ερωτήθηκε για την ταυτότητά του απάντησε ότι ονομάζεται
τουγεννήθηκε
στκαι κατοικεί στ
, επάγγελμαετών, γάμος
και είναι Χριστιανός Ορθόδοξος.
Έπειτα αφού ορκίσθηκε στο Ιερό Ευαγγέλιο, σύμφωνα με το άρθρο 295 ΣΠΚ και 218 ΚΠΔ εξετάζεται ως ακολούθως:
Ερώτηση:
Προς πίστωση των ανωτέρω συντάσσεται και υπογράφεται το παρόν ως ακολούθως, του οποίου η σύνταξη άρχισε τηνκαι περατώθηκε την
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣΟ ΜΑΡΤΥΡΑΣΟ ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ

Άρθρο 18
Μεταβατικές Διατάξεις Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος τα προβλεπόμενα σε αυτό Ανακριτικά Συμβούλια θα συγκροτηθούν εντός διμήνου από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Πειθαρχικές υποθέσεις που έχουν παραπεμφθεί στα Ανακριτικά Συμβούλια πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και δεν έχουν κριθεί τελεσίδικα, κρίνονται από τα Ανακριτικά Συμβούλια που συγκροτούνται και λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, στην αρμοδιότητα των οποίων περιέρχονται αυτοδίκαια, χωρίς να απαιτείται νέα παραπεμπτική διαταγή.

Άρθρο 19
Η ισχύς του παρόντος διατάγματος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Στον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος Διατάγματος.

Αθήνα. 31 Αυγούστου 2004
 

 

Τελευταία ενημέρωση
Έχει διαβαστεί 1640 φορές

Τελευταία Νέα