Νέο σύστημα Αυτοματοποιημένου Ελέγχου Προσαύξησης Περιουσίας από την ΑΑΔΕ
Θα αξιοποιεί τα δεδομένα του Αρχείου Χρηματοπιστωτικών Προϊόντων και Αναλυτικών Χρηματοπιστωτικών Συναλλαγών με στόχο την ταχεία λήψη και επεξεργασία στοιχείων και πληροφοριών που αφορούν σε ελεγχόμενα πρόσωπα.
Σύμφωνα με τη σχετική Απόφαση της ΑΑΔΕ από την αρχή του 2024, οι ελεγκτικές αρχές, θα έχουν άμεση πρόσβαση στα δεδομένα καταθέσεων, χορηγήσεων, επενδύσεων, θυρίδων ή ακόμα και των ηλεκτρονικών πορτοφολιών, καθώς θα ενεργοποιηθεί το νέο «Σύστημα Αυτοματοποιημένου Ελέγχου Προσαύξησης Περιουσίας» το οποίο θα αξιοποιεί τα δεδομένα του Αρχείου Χρηματοπιστωτικών Προϊόντων και Αναλυτικών Χρηματοπιστωτικών Συναλλαγών και στόχο θα έχει την ταχεία λήψη και επεξεργασία στοιχείων και πληροφοριών που αφορούν σε ελεγχόμενα πρόσωπα, κατά τρόπο τυποποιημένο και ενιαίο, προκειμένου να καταστεί ταχύτερος και αποτελεσματικότερος ο προσδιορισμός της φορολογητέας ύλης και συνεπώς αποτελεσματικότερη και αποδοτικότερη η φορολογική ελεγκτική διαδικασία, με τελικό σκοπό την περιστολή της φοροδιαφυγής.
Με το σύστημα αυτό θα είναι δυνατός ο προσδιορισμός της φορολογητέας ύλης.
Η ίδια απόφαση κάνει λόγο για την άρση απορρήτου, μέσω του συστήματος, προϋπόθεση είναι η γνώση και συμπλήρωση του Αριθμού Φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ) του φυσικού ή νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας για το οποίο πραγματοποιείται η άρση του τραπεζικού απορρήτου ενώ για την υποβολή αιτήματος άρσης πρέπει να έχουν προηγηθεί όλες οι απαραίτητες διαδικασίες έγκρισης της άρσης του τραπεζικού απορρήτου που προβλέπονται για τις ελεγκτικές υπηρεσίες.
Στο νέο σύστημα θα πρέπει να διαβιβάσουν δεδομένα τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένων και των υποκαταστημάτων αλλοδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων, τα ιδρύματα πληρωμών, τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος ,τα οποία δραστηριοποιούνται στην ελληνική επικράτεια, με ή χωρίς φυσική εγκατάσταση, και τηρούνται στο Μητρώο της Τράπεζας της Ελλάδας.
Τα στοιχεία που θα αποστέλλουν τραπεζικά και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα προσδιορίζονται αναλυτικά στην απόφαση και αφορούν:
1. Καταθέσεις πρώτης ζήτησης και προθεσμιακές
2. Χορηγήσεις
3. Επενδυτικούς λογαριασμούς με παντός είδους χαρτοφυλάκια επενδυτικών προϊόντων και αξιογράφων, όπως αμοιβαία κεφάλαια, ομόλογα, μετοχές, τραπεζοασφάλιστρα, παράγωγα, Repos κ.λπ.
4. Πιστωτικές κάρτες
5. Τραπεζικές θυρίδες
6. Λογαριασμούς Πληρωμών
7. Προπληρωμένες Κάρτες
8. Ηλεκτρονικά πορτοφόλια
Σύμφωνα με την απόφαση τα στοιχεία και οι πληροφορίες που διαβιβάζονται, δύναται να ανατρέχουν στην τελευταία δεκαετία από την ημερομηνία υποβολής κάθε αιτήματος παροχής πληροφοριών ενώ κάθε αίτημα πρέπει να απαντηθεί το αργότερο εντός δύο εργάσιμων ημερών, με εξαίρεση στις περιπτώσεις που το αίτημα καταλαμβάνει ελεγχόμενο διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών οπότε και η αποστολή των αιτούμενων αρχείων διενεργείται εντός πέντε εργάσιμων ημερών.
Ως ημερομηνία έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας του Συστήματος και ένταξης των υπόχρεων στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα έχει οριστεί η 1η Ιανουαρίου 2024. Στην απόφαση όμως διευκρινίζεται πως αν κάποια υπόχρεα ιδρύματα δεν έχουν ολοκληρώσει τη διαδικασία ένταξης μέχρι την Πρωτοχρονιά, μπορούν να υποβάλουν αίτημα παράτασης της προθεσμίας ένταξης στην παραγωγική λειτουργία του Σύστημα, το αργότερο εντός του πρώτου εξαμήνου του 2024, αναφέροντας αναλυτικά τους λόγους αδυναμίας διαλειτουργικότητας των Πληροφοριακών τους Συστημάτων.
Τι είναι το BANCAPP
Το Σύστημα Αυτοματοποιημένου Ελέγχου Προσαύξησης Περιουσίας («Bank Account Nexus Crosscheck APPplication» - BANCAPP) θα επιτρέπει την αυτοματοποιημένη διαβίβαση των αιτημάτων άρσης χρηματοπιστωτικού απορρήτου, που αποστέλλονται από την ΑΑΔΕ.
Τα αιτήματα άρσης αφορούν σε κάθε στοιχείο και πληροφορία για φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για άρση του τραπεζικού και επαγγελματικού απορρήτου, καθώς και του απορρήτου των στοιχείων έναντι των αρχών και υπηρεσιών του δημοσίου.
Στο αίτημα θα ορίζεται και το ημερολογιακό διάστημα ελέγχου (από- έως). Τα στοιχεία και οι πληροφορίες που διαβιβάζονται, δύναται να ανατρέχουν στην τελευταία δεκαετία από την ημερομηνία υποβολής κάθε αιτήματος παροχής πληροφοριών.
Υπόχρεα για διαβίβαση δεδομένων ορίζονται όχι μόνο τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα, αλλά και τα υποκαταστήματα αλλοδαπών τραπεζών, τα ιδρύματα πληρωμών και τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, τα οποία δραστηριοποιούνται στην ελληνική επικράτεια, με ή χωρίς φυσική εγκατάσταση, εφόσον τηρούνται στο Μητρώο της Τράπεζας της Ελλάδος.
Κάθε αίτημα πρέπει να απαντηθεί το αργότερο εντός δύο (2) εργάσιμων ημερών, με εξαίρεση στις περιπτώσεις που το αίτημα καταλαμβάνει ελεγχόμενο διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών οπότε και η αποστολή των αιτούμενων αρχείων διενεργείται εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών.
Διαβάστε αναλυτικά
Απόφαση ΑΑΔΕ Αριθμ. A. 1179/2023 ΦΕΚ 6482/Β/14-11-2023
Ρύθμιση οργανωτικών και τεχνικών θεμάτων λειτουργίας του Bank Account Nexus Crosscheck APPplication (συστήματος αυτοματοποιημένου ελέγχου προσαύξησης περιουσίας).
