Στη Βουλή το νομοσχέδιο για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας
Οι βασικοί στόχοι του νομοσχεδίου είναι η αύξηση της κάλυψης των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις, η διευκόλυνση της επέκτασής τους, η πλήρης προστασία μετά τη λήξη μιας ΣΣΕ, και ο εκσυγχρονισμός των διαδικασιών μεσολάβησης και διαιτησίας.
Κατατέθηκε στη Βουλή το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης με τίτλο «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για την ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας».
Το Σχέδιο Νόμου αποσκοπεί στον εξορθολογισμό και την επικαιροποίηση του πλαισίου ως προς τη σύναψη, την εφαρμογή, την ισχύ και την επέκταση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, καθώς και των διαδικασιών επίλυσης των συλλογικών διαφορών. Με τον τρόπο αυτό, συμβάλλει στη δημιουργία ενός πιο συνεκτικού και αποδοτικού συστήματος συλλογικής διαπραγμάτευσης, το οποίο μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά τόσο για την προστασία των εργαζομένων όσο και για την οικονομική ανάπτυξη και την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς εργασίας.
Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις αφορούν στο σύνολο των εργαζομένων και εργοδοτών της χώρας, τις συνδικαλιστικές ενώσεις εργαζομένων, τις οργανώσεις εργοδοτών, καθώς και τον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (Ο.ΜΕ.Δ.).
Σύμφωνα με τη συνοδευτική έκθεση ανάλυσης συνεπειών προβλέπονται τα εξής:
Άρθρο 3
Με την προτεινόμενη ρύθμιση τροποποιείται το άρθρο 396 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025), προκειμένου να αποδοθεί επικουρική αρμοδιότητα στην τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων «Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (Γ.Σ.Ε.Ε.)», για τη συνυπογραφή κλαδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, την αρμοδιότητα σύναψης κλαδικών συλλογικών συμβάσεων από τη μεριά των εργαζομένων διαθέτουν μόνο οι πρωτοβάθμιες και οι δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις. Με την προτεινόμενη τροποποίηση, παρέχεται πλέον η δυνατότητα και στη Γ.Σ.Ε.Ε. να συνυπογράφει κλαδική συλλογική σύμβαση. Η προσθήκη αυτής της δυνατότητας είναι απαραίτητη προκειμένου να εφαρμοστεί η προτεινόμενη, με το άρθρο 9 των αξιολογούμενων διατάξεων, ρύθμιση, ήτοι το τεκμήριο κάλυψης του απαιτούμενου ποσοστού για την επέκταση κλαδικών συλλογικών συμβάσεων, εφόσον συμβάλλονται η Γ.Σ.Ε.Ε. και οι αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη εργοδοτικές οργανώσεις. Περαιτέρω, η ενίσχυση του ρόλου της Γ.Σ.Ε.Ε. θα συμβάλλει στη διασφάλιση μεγαλύτερης σταθερότητας, συνέπειας και συνοχής στη διαμόρφωση των κλαδικών ρυθμίσεων, καθώς και στη διαπραγματευτική διαδικασία εν γένει, δεδομένου ότι ως τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση διαθέτει μεγαλύτερη οργανωτική υποστήριξη, τεχνογνωσία και διαπραγματευτική εμπειρία, σε σχέση με τις πρωτοβάθμιες ή δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις. Τέλος, προβλέπεται ότι η Γ.Σ.Ε.Ε. θα μπορεί να συμβληθεί μόνο εφόσον οι οργανώσεις αυτές επιλέξουν να την προσκαλέσουν να συνυπογράψει. Η πρόσκληση μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο, όπως τα αναφερόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 397, περί της διαδικασίας διαπραγμάτευσης. Έτσι η ρύθμιση σέβεται απόλυτα τη συλλογική αυτονομία των αρμόδιων πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων, καθώς η πρωτοβουλία παραμένει σε αυτές.
Επομένως, εάν δεν υφίσταται κλαδική συνδικαλιστική οργάνωση, ή η υφιστάμενη οργάνωση δεν επιθυμεί την υπογραφή συλλογικής σύμβασης εργασίας ή δεν επιθυμεί τη συμμετοχή της Γ.Σ.Ε.Ε., ή δεν συμφωνούν επί του περιεχομένου, τότε αυτή στερείται αρμοδιότητας.
Άρθρο 4
Με την αξιολογούμενη ρύθμιση προστίθεται παρ. 5 στο άρθρο 401 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025), με σκοπό τον σαφή προσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Δεδομένου ότι ο ορισμός του «κλάδου», σύμφωνα με το άρθρο 396 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου, ως «ομοειδείς ή συναφείς εκμεταλλεύσεις ή επιχειρήσεις», είναι αρκετά ευρύς, καθίσταται αναγκαίο οι ίδιες οι συμβάσεις να περιλαμβάνουν σαφή, αντικειμενικά και τυποποιημένα κριτήρια, ώστε να διευκολύνεται τόσο ο προσδιορισμός του πεδίου εφαρμογής τους, όσο και η αξιόπιστη αξιολόγηση των προϋποθέσεων τυχόν επέκτασής τους. Με την προτεινόμενη ρύθμιση, προβλέπεται ότι οι ίδιες οι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις θα πρέπει εντός του κειμένου τους να κάνουν ρητή αναφορά στους Κωδικούς Αριθμού Δραστηριότητας (Κ.Α.Δ.) που αντιστοιχούν στον κλάδο τον οποίο καλύπτει η σύμβαση, καθώς και σε τυχόν άλλα στοιχεία εξειδίκευσης (όπως χαρακτηριστικά επιχειρηματικών δραστηριοτήτων). Η αναφορά σε τετραψήφιο Κ.Α.Δ. εμπεριέχει και τους εξαψήφιους ή οκταψήφιους υπό-Κ.Α.Δ. του κωδικού αυτού. Η ρύθμιση επιτρέπει την ακριβή οριοθέτηση των επιχειρήσεων και εργαζομένων που υπάγονται στις ρυθμίσεις της συλλογικής σύμβασης. Τονίζεται ότι το κριτήριο του Κ.Α.Δ. θα συνεκτιμάται μαζί με τα λοιπά χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν έναν κλάδο, ώστε να διασφαλίζεται ότι επιχειρήσεις με τυπικά διαφορετικό Κ.Α.Δ. δεν θα εξαιρούνται από την εφαρμογή της οικείας συλλογικής σύμβασης εφόσον εντάσσονται ουσιαστικά στο πεδίο εφαρμογής της. Συνολικά, η αξιολογούμενη ρύθμιση ενισχύει τη διαφάνεια και την ασφάλεια δικαίου για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη και, παράλληλα, διευκολύνει ουσιαστικά τη διακρίβωση του ποσοστού κάλυψης των εργαζομένων ενός κλάδου για την ενεργοποίηση της διαδικασίας επέκτασης των συλλογικών συμβάσεων.
Άρθρο 5
Με την αξιολογούμενη ρύθμιση τροποποιείται η παρ. 1 του άρθρου 399 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025), προκειμένου η εγγραφή στα Μητρώα Οργανώσεων να μη συνιστά προϋπόθεση για την ικανότητα των συνδικαλιστικών οργανώσεων και των οργανώσεων εργοδοτών να συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Με τον τρόπο αυτό, οι οργανώσεις δεν θα στερούνται το θεμελιώδες δικαίωμα σύναψης συλλογικών συμβάσεων έως την εγγραφή τους στα Μητρώα, εξασφαλίζοντας έτσι την απρόσκοπτη άσκηση της συλλογικής αυτονομίας. Παράλληλα, προκειμένου να διασφαλιστεί η συστηματική συνοχή του σχετικού ρυθμιστικού πλαισίου, προστίθεται ρητή επιφύλαξη ως προς την ικανότητα της Γ.Σ.Ε.Ε. να συνυπογράφει κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, σύμφωνα με την προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 396.
Επιπλέον, τροποποιείται και η παρ. 4 του άρθρου 399 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου, ώστε να απλουστευθούν τα στοιχεία εγγραφής στο Γενικό Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων (ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε.) και στο Γενικό Μητρώο Οργανώσεων Εργοδοτών (ΓΕ.ΜΗ.Ο.Ε.) του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.
Ειδικότερα:
α) Στην περ. α) της παρ. 4 γίνονται νομοτεχνικές παρεμβάσεις ώστε να καθίσταται σαφές ότι πρόκειται για δύο ξεχωριστά Μητρώα Οργανώσεων. β) Αναφορικά με το ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε.:
Στην υποπερ. ββ, περί υποχρέωσης καταχώρισης του αριθμού μελών, διευκρινίζεται ότι ο αριθμός των μελών της συνδικαλιστικής οργάνωσης που ψήφισαν στις εκλογές θα προκύπτει από υπεύθυνη δήλωση του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της οργάνωσης και όχι από άλλα έγγραφα που ενδέχεται να περιέχουν προσωπικά στοιχεία των μελών (όπως εκλογικοί κατάλογοι). Η πρόβλεψη αυτή είναι σε αντιστοιχία και με την ισχύουσα ρύθμιση της περ. γ) της παρ. 4 του άρθρου 369 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου.
Ακόμη, στην υποπερ. βγ), περί υποχρέωσης καταχώρισης της σύνθεσης οργάνων διοίκησης, διευκρινίζεται ότι η σύνθεση των οργάνων της διοίκησης της οργάνωσης θα καταχωρίζεται μόνο για τα μέλη της διοίκησης, τα οποία έχουν δώσει τη ρητή συγκατάθεσή τους για την επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων. Εφόσον δεν υπάρχει η σχετική συγκατάθεση, το συγκεκριμένο στοιχείο θα παραλείπεται για όσα μέλη δεν συναινούν. Τα εν λόγω στοιχεία καταχωρούνται, καθώς είναι απαραίτητα για την εκτέλεση των υποχρεώσεων και την άσκηση συγκεκριμένων δικαιωμάτων στον τομέα του εργατικού δικαίου. Η αναγκαιότητα των εν λόγω στοιχείων έχει κριθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ), καθώς σύμφωνα με την υπ' αρ. 2175/2022 απόφασή του το ΣτΕ, αποφάσισε ότι:
«εκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε, εν προκειμένω, να ενεργοποιηθεί η εξαιρετική νομική βάση επεξεργασίας της περ. β' της παρ. 2 του άρθρου 9 του ΓΚΠΔ. Και τούτο, διότι, η επεξεργασία των ανωτέρω πληροφοριών σχετικά με τη συμμετοχή σε διοίκηση συνδικαλιστικής οργάνωσης (σειρά εκλογής των εκλεγμένων και σύνθεση των οργάνων διοίκησης της συνδικαλιστικής οργάνωσης) διευκολύνει την άσκηση δικαιωμάτων στον τομέα του εργατικού δικαίου (προστασία από απόλυση ή μετάθεση, συνδικαλιστική άδεια απουσίας) του υποκειμένου των δεδομένων (προστατευόμενου ή δικαιούμενου συνδικαλιστικής άδειας μέλους διοικήσεως). (σκέψη 58).
Επειδή, ωστόσο, η καταχώριση των ανωτέρω ειδικών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο ΓΕΜΗΣΟΕ, ως η πρώτη, κατά κύριο λόγο, πράξη επεξεργασίας τους, δεν διενεργείται από τα ίδια τα υποκείμενα των δεδομένων, ώστε να τίθεται σε εφαρμογή η νομική βάση επεξεργασίας της περ. β' της παρ. 2 του άρθρου 9 του ΓΚΠΔ, αλλά από την συνδικαλιστική οργάνωση στην οποία ανήκουν, η οποία με τον τρόπο αυτό εκπληρώνει υποχρέωση προβλεπόμενη απευθείας στον νόμο (άρθρο 2 παρ. 4 περ. γ' και παρ. 6 του ν. 1264/1982, ως ισχύει). Ως εκ τούτου, τίθεται αυτομάτως σε εφαρμογή η νομική βάση επεξεργασίας της περ. δ' της παρ. 2 του άρθρου 9 του ΓΚΠΔ, η οποία ορίζει ότι, κατ' εξαίρεση του απαγορευτικού κανόνα της παρ. 1 του ιδίου άρθρου, επεξεργασία ειδικών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να διενεργείται από συνδικαλιστική οργάνωση όσον αφορά τα μέλη της· σε περίπτωση, όμως, που τέτοια δεδομένα κοινοποιούνται εκτός της οργάνωσης, όπως συμβαίνει εν προκειμένω με την καταχώριση των μελών της διοικήσεως στο ΓΕΜΗΣΟΕ, απαιτείται η συγκατάθεση των υποκειμένων των δεδομένων, εν προκειμένω των μελών της διοικήσεως, των οποίων τα ονόματα καταχωρούνται στο Μητρώο.» (σκέψη 59).
Ακολούθως, δεδομένου ότι η καταχώριση γίνεται από τη συνδικαλιστική οργάνωση, και με βάση το ανωτέρω σκεπτικό, απαιτείται η προσθήκη περί συγκατάθεσης των υποκειμένων των δεδομένων. Η ανωτέρω συγκατάθεση οφείλει να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ [Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων (Γ.Κ.Π.Δ.), L 119], δίνεται ελεύθερα, είναι συγκεκριμένη, ρητή, μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε και είναι εν πλήρει επιγνώσει σύμφωνα με την περ. 11) του άρθρου 4 του Γ.Κ.Π.Δ. και τις αιτιολογικές σκέψεις ιδίως 42, 43 και 51 του Γ.Κ.Π.Δ. Επισημαίνεται, ιδίως, ότι η μη καταχώρηση του σχετικού στοιχείου από την οργάνωση, λόγω μη συγκατάθεσης των υποκειμένων, δεν επιφέρει αρνητικές έννομες συνέπειες στη νομιμότητα και εγκυρότητα της εγγραφής της οργάνωσης στο Μητρώο, ούτε στο ίδιο το υποκείμενο.
Τέλος, η υποπερ. βε), περί υποχρέωσης καταχώρισης οικονομικών καταστάσεων, καταργείται, δεδομένου ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν ούτως ή άλλως, σύμφωνα με το άρθρο 370 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου, υποχρέωση τήρησης Βιβλίου Ταμείου, όπου καταχωρίζονται κατά χρονολογική σειρά όλες οι εισπράξεις και πληρωμές, και Βιβλίου Περιουσίας, όπου καταγράφονται όλα τα κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία της οργάνωσης. γ) Αναφορικά με το ΓΕ.ΜΗ.Ο.Ε, γίνονται οι αντίστοιχες τροποποιήσεις κατ' αναλογία των τροποποιήσεων για την τήρηση στοιχείων στο ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε.. Ακολούθως: Στην υποπερ. γβ), περί υποχρέωσης καταχώρισης αριθμού μελών, διευκρινίζεται ότι ο αριθμός των μελών της οργάνωσης θα προκύπτει συνολικά από υπεύθυνη δήλωση του Προέδρου της.
Επιπλέον, γίνονται οι απαραίτητες προσαρμογές των στοιχείων του Μητρώου στις ιδιαιτερότητες των οργανώσεων εργοδοτών. Ως εκ τούτου, διευκρινίζεται ότι καταχωρίζεται ο αριθμός των μελών κατά την εκάστοτε πιο πρόσφατη γενική συνέλευση για εκλογή οργάνων διοίκησης και όχι ο αριθμός μελών που έλαβαν μέρος στις εκλογές για την ανάδειξη διοίκησης. Η διαφοροποίηση αυτή, σε σχέση με το ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε., προκύπτει καθώς, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 399 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου, η αντιπροσωπευτικότητα των συνδικαλιστικών οργανώσεων εργαζομένων προκύπτει από τον αριθμό των μελών που ψήφισαν στις τελευταίες εκλογές, ενώ για τις οργανώσεις εργοδοτών ο αριθμός εργαζομένων που απασχολούν όλα τα μέλη τους, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τον αριθμό των συμμετεχόντων στις εκλογές. Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η ιδιαιτερότητα της δομής της κάθε οργάνωσης, και διευκρινίζεται ότι ο αριθμός θα περιλαμβάνει το σύνολο των επιχειρήσεων ή των φυσικών προσώπων ή των ενώσεων ή ομοσπονδιών που είναι μέλη της.
Στην υποπερ. γγ), περί υποχρέωσης καταχώρισης της σύνθεσης των οργάνων διοίκησης, διευκρινίζεται ότι η σύνθεση των οργάνων της διοίκησης της οργάνωσης θα καταχωρίζεται μόνο για τα μέλη της διοίκησης τα οποία έχουν δώσει τη ρητή συγκατάθεσή τους για την επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων. Εφόσον δεν υπάρχει η σχετική συγκατάθεση, το συγκεκριμένο στοιχείο θα παραλείπεται για όσα μέλη δεν συναινούν.
Στην υποπερ. γδ) γίνονται νομοτεχνικές παρεμβάσεις, δεδομένου ότι η περ. γ) αναφέρεται σε οργανώσεις εργοδοτών και όχι σε συνδικαλιστικές οργανώσεις.
Η υποπερ. γε), περί υποχρέωσης καταχώρισης αριθμού εργαζομένων των μελών, αντικαθίσταται ώστε να προβλεφθεί ότι και το στοιχείο αυτό θα προκύπτει από υπεύθυνη δήλωση του Προέδρου. Επιπλέον, διευκρινίζεται ότι, η υποχρέωση καταχώρισης του αριθμού εργαζομένων των επιχειρήσεων- μελών της οργάνωσης, δεν αφορά τις οργανώσεις των άρθρων 387 έως 393 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου, δεδομένου ότι οι οργανώσεις αυτές έχουν ως μέλη αποκλειστικά φυσικά πρόσωπα (εμπόρους, βιοτέχνες, επαγγελματίες και αυτοκινητιστές) και όχι επιχειρήσεις, ενώ δεν θέτουν ως προϋπόθεση συμμετοχής στην οργάνωση το ότι ο επαγγελματίας απασχολεί προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας.
Τέλος, η υποπερ. γστ) περί υποχρέωσης καταχώρισης οικονομικών καταστάσεων, καταργείται.
Συνολικά, οι ανωτέρω τροποποιήσεις στοχεύουν στην απλοποίηση των στοιχείων εγγραφής στα Μητρώα, η οποία θα οδηγήσει στην αναβάθμιση των Μητρώων με την εγγραφή ακόμη περισσότερων οργανώσεων, καθώς και στην ελαχιστοποίηση της επεξεργασίας ειδικών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως σε σχέση με τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 9 του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων (Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679). Περαιτέρω, προς ενίσχυση των εγγυήσεων προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από την παρ. 10 της αξιολογούμενης ρύθμισης υπουργικής απόφασης θα διενεργηθεί εκτίμηση αντικτύπου σχετικά με την προστασία δεδομένων (Α.Ε.Π.Δ.), σύμφωνα με τα άρθρα 35 του Γ.Κ.Π.Δ. και 65 του ν. 4624/2019 (Α' 137).
Άρθρο 6
Με την αξιολογούμενη ρύθμιση τροποποιείται το άρθρο 369 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025), προκειμένου, αφενός, να προσαρμοστούν τα στοιχεία εγγραφής στο ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε. σε αντιστοιχία με την προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 399 του ίδιου Κώδικα και, αφετέρου, να επαναπροσδιοριστούν οι προβλεπόμενες έννομες συνέπειες σε περίπτωση μη εγγραφής στο ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε.
Ειδικότερα:
Στην περ. γ) της παρ. 4 προστίθεται πρόβλεψη ότι η σειρά εκλογής των εκλεγμένων και η σύνθεση των οργάνων διοίκησης θα συμπεριλαμβάνονται μόνο για όσα μέλη της διοίκησης υπάρχει ρητή συγκατάθεσή τους, ώστε να μην τίθεται ζήτημα επεξεργασίας ειδικών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 9 του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων (Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679). Για την εν λόγω τροποποίηση, ως προς τη συγκατάθεση στην επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων, ισχύουν τα αναφερόμενα ανωτέρω για την αξιολογούμενη τροποποίηση του άρθρου 399 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου.
Επιπλέον, η περ. δ) περί καταχώρισης οικονομικών καταστάσεων, καταργείται, δεδομένου ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν ούτως ή άλλως υποχρέωση τήρησης Βιβλίου Ταμείου, όπου καταχωρίζονται κατά χρονολογική σειρά όλες οι εισπράξεις και πληρωμές, και Βιβλίου Περιουσίας, όπου καταγράφονται όλα τα κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία της οργάνωσης, σύμφωνα με το άρθρο 370 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου.
Οι ανωτέρω τροποποιήσεις στοχεύουν στην απλοποίηση των στοιχείων εγγραφής στο ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε. και στην ελαχιστοποίηση της επεξεργασίας ειδικών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 9 του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων (Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679). Τέλος, η παρ. 6 αντικαθίσταται ώστε η μη κατάθεση και τήρηση επικαιροποιημένων των στοιχείων της παρ. 4 να μην συνεπάγεται αναστολή των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων. Με την προτεινόμενη ρύθμιση, η μη εγγραφή ή η μη επικαιροποίηση των στοιχείων του ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε. επιφέρει έννομες συνέπειες μόνο σε διαδικασίες που απαιτούν αυστηρό έλεγχο αντιπροσωπευτικότητας, ήτοι, την επέκταση συλλογικής σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 404 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου, και την προσφυγή στη μεσολάβηση και τη διαιτησία, σύμφωνα με τα άρθρα 409 έως 411 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου.
Σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι να μην υπάρχουν προσκόμματα στην άσκηση της συλλογικής αυτονομίας και στην ελευθερία σύναψης συλλογικών συμβάσεων. Δεδομένου ότι οι οργανώσεις εργαζομένων και εργοδοτών έχουν την ελευθερία να επιλέξουν αν θα υπογράψουν συλλογική σύμβαση ή όχι, και εφόσον και τα δύο μέρη επιθυμούν να συμβληθούν, η μη εγγραφή σε Μητρώο δεν θα συνιστά ανασταλτικό παράγοντα. Επομένως, οι οργανώσεις εργαζομένων και εργοδοτών θα είναι ελεύθερες να συνάψουν συλλογικές συμβάσεις εργασίας, στον βαθμό που δεσμεύουν μόνο τα μέλη τους. Εντούτοις, στις περιπτώσεις που μία οργάνωση είτε επιθυμεί να δεσμεύσει και τρίτους (μέσω της επέκτασης) είτε να επιβάλλει μία συλλογική ρύθμιση στο άλλο μέρος (μέσω της προσφυγής στη μεσολάβηση και διαιτησία) η εγγραφή στο Μητρώο συνιστά προαπαιτούμενο. Στις περιπτώσεις αυτές θα πρέπει και η Πολιτεία και το αντισυμβαλλόμενο μέρος να γνωρίζουν τα βασικά στοιχεία της οργάνωσης αυτής, να αποδεικνύεται η νόμιμη σύστασή της, αλλά και να μπορούν να κριθούν η αρμοδιότητα, η ικανότητα και η αντιπροσωπευτικότητά της ως προς τη συγκεκριμένη συλλογική ρύθμιση. Τα ανωτέρω επιτυγχάνονται μέσω της εγγραφής στα Μητρώα οργανώσεων.
Η πρόβλεψη της εγγραφής και της τήρησης επικαιροποιημένων στοιχείων στα Μητρώα οργανώσεων είναι αναγκαία, στο μέτρο που συνδέεται με την επιδίωξη σκοπών γενικότερου δημοσίου ενδιαφέροντος, και ιδίως με τη διασφάλιση της διαφάνειας, της ασφάλειας δικαίου και της αξιοπιστίας των διαδικασιών συλλογικής ρύθμισης που παράγουν έννομα αποτελέσματα πέραν του στενού κύκλου των μελών της οργάνωσης. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Πολιτεία οφείλει να διαθέτει αξιόπιστο μηχανισμό επαλήθευσης των βασικών χαρακτηριστικών των οργανώσεων, προκειμένου να αποτρέπεται η άσκηση κανονιστικής επιρροής από οργανώσεις χωρίς επαρκή νομιμοποίηση ή πραγματική αντιπροσωπευτικότητα. Παράλληλα, το μέτρο διαφοροποιεί τις συνέπειες της μη εγγραφής ανάλογα με την ένταση των έννομων αποτελεσμάτων που επιδιώκει η οργάνωση, δεν επεμβαίνει στο περιεχόμενο της συλλογικής αυτονομίας, και περιορίζεται στη διαπίστωση αντικειμενικών και ελέγξιμων στοιχείων, όπως η νόμιμη σύσταση, το πεδίο δράσης και ο αριθμός μελών. Εναλλακτικά ηπιότερα μέσα, όπως η αποσπασματική προσκόμιση στοιχείων κατά περίπτωση ή η δήλωση αντιπροσωπευτικότητας χωρίς προηγούμενη καταχώριση σε Μητρώο, δεν θα ήταν πρόσφορα για την επίτευξη του ίδιου σκοπού, καθώς δεν διασφαλίζουν την ενιαία, συγκρίσιμη και διαρκώς επικαιροποιημένη πληροφόρηση που απαιτείται για τη λήψη αποφάσεων με ευρύτερες έννομες συνέπειες. Με την ανωτέρω ρύθμιση επέρχεται μία εύλογη στάθμιση, καθώς το Μητρώο εξακολουθεί να επιτελεί τον λειτουργικό του ρόλο ως εργαλείο διαφάνειας και ελέγχου, εκεί όπου αυτό είναι αναγκαίο από το δημόσιο συμφέρον, χωρίς ωστόσο να δυσχεραίνει τη δράση των οργανώσεων και τη συλλογική αυτονομία.
Άρθρο 7
Με την αξιολογούμενη ρύθμιση τροποποιείται η παρ. 2 του άρθρου 380 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025), ώστε τα πρακτικά διαλογής των ψηφοδελτίων και καταμέτρησης των ηλεκτρονικών ψήφων να παραδίδονται από τον δικαστικό αντιπρόσωπο στο αρμόδιο Πρωτοδικείο. Με την προτεινόμενη τροποποίηση τα έγγραφα αυτά θα φυλάσσονται στο Πρωτοδικείο, και δεν θα καταχωρίζονται στο ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε.. Με τον τρόπο αυτό ελαχιστοποιείται η επεξεργασία ειδικών προσωπικών δεδομένων σχετικά με τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 9 του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων (Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679), η οποία απαγορεύει την επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων.
Άρθρο 8
Με την αξιολογούμενη ρύθμιση τροποποιείται η παρ. 4 του άρθρου 402 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025), με σκοπό την επαναφορά της μετενέργειας όλων των κανονιστικών όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Η μετενέργεια είναι ένας θεσμός που συμπληρώνει και ενισχύει τον ρυθμιστικό ρόλο των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
Σκοπός της μετενέργειας είναι να μην παραμένουν οι εργαζόμενοι που δεσμεύονται ήδη από συλλογικές συμβάσεις εργασίας που έληξαν, είτε ως μέλη της οικείας συνδικαλιστικής οργάνωσης, είτε λόγω κήρυξης αυτής ως γενικά υποχρεωτικής χωρίς προστασία μετά τη λήξη της, μέχρις ότου προκύψει μία νέα συλλογική ή ατομική ρύθμιση των όρων εργασίας, ήτοι σκοπός της μετενέργειας είναι η κάλυψη του παραπάνω ελλείμματος προστασίας και η προστασία του εργαζομένου από μονομερείς ενέργειες του εργοδότη κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, μέχρις ότου οι κοινωνικοί εταίροι συνάψουν νέα συλλογική σύμβαση εργασίας ή οι συμβαλλόμενοι στην ατομική σύμβαση εργασίας ρυθμίσουν διαφορετικά από κοινού τους όρους εργασίας (ΑΠ 4/2024).
Με την ισχύουσα ρύθμιση, μετά τη λήξη του τριμήνου (οπότε αρχίζει η φάση της μετενέργειας) ο εργοδότης οφείλει να συνεχίσει να καταβάλλει μόνο τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν. Οι λοιπές παροχές της συλλογικής σύμβασης εργασίας, μισθολογικές ή άλλου είδους, δεν μετενεργούν, με συνέπεια να έχει ο εργοδότης την ευχέρεια να τις περικόπτει μονομερώς, χωρίς η περικοπή αυτή να συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας.
Με την αξιολογούμενη ρύθμιση, κατόπιν της τρίμηνης παράτασης ισχύος των κανονιστικών όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας θα συνεχίζουν να ισχύουν όλοι οι κανονιστικοί όροι τους, μέχρι να τροποποιηθούν με νέα συλλογική ή ατομική σύμβαση εργασίας. Σημειώνεται ότι, ως κανονιστικοί νοούνται οι όροι της συλλογικής σύμβασης που επηρεάζουν τις ατομικές συμβάσεις εργασίας, καθώς και ότι η μετενέργεια έχει αόριστη διάρκεια. Επομένως, εξασφαλίζεται η πλήρης προστασία μετά την πάροδο της χρονικής διάρκειας της συλλογικής σύμβασης, ακόμη και αν δεν συναφθεί εκ νέου συλλογική σύμβαση.
Επιπλέον, προστίθεται ρητή αναφορά ότι οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης εργασίας εφαρμόζονται και στους εργαζόμενους που προσλαμβάνονται κατά την τρίμηνη παράταση ισχύος της συλλογικής σύμβασης. Δεδομένου ότι αντίστοιχη ρητή αναφορά υφίσταται μόνο ως προς την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, στην παρ. 12 του άρθρου, για λόγους ασφάλειας δικαίου καθίσταται αναγκαίο να υπάρξει ρητή ρύθμιση και για τα υπόλοιπα είδη συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Σημειώνεται ότι, για να εφαρμοστούν οι όροι της συλλογικής σύμβασης στους νεοπροσλαμβανόμενους, προϋπόθεση είναι αυτοί να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της (όπως τοπικό πεδίο, επάγγελμα ή ειδικότητα) και να δεσμεύονται από αυτήν· ήτοι οι εργαζόμενοι να είναι μέλη της οικείας συνδικαλιστικής οργάνωσης και ο εργοδότης να είναι μέλος της εργοδοτικής οργάνωσης που έχει υπογράψει τη σύμβαση, ή η συλλογική σύμβαση να έχει κηρυχθεί ως γενικώς υποχρεωτική.
Άρθρο 9
Με την αξιολογούμενη ρύθμιση τροποποιείται το άρθρο 404 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025), με στόχο τη διευκόλυνση και αποτελεσματικότερη λειτουργία του μηχανισμού επέκτασης των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Ειδικότερα, με την τροποποίηση της παρ. 2.1. διευκρινίζεται ότι αίτηση για επέκταση συλλογικής σύμβασης εργασίας δύναται να υποβάλει αποκλειστικά οργάνωση που είναι εγγεγραμμένη στο αντίστοιχο Μητρώο της παρ. 4 του άρθρου 399 (ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε. ή ΓΕ.ΜΗ.Ο.Ε., κατά περίπτωση), κατ' αντιστοιχία της προτεινόμενης ρύθμισης της παρ. 6 του άρθρου 369 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου. Η προϋπόθεση αυτή είναι απαραίτητη, δεδομένης της ιδιαίτερης σημασίας του θεσμού της επέκτασης, ώστε να μπορούν να εξακριβωθούν από το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας η νομιμότητα της οργάνωσης, η αρμοδιότητά της, η ικανότητά της και η αντιπροσωπευτικότητά της ως προς τον κλάδο ή το επάγγελμα, το οποίο αιτείται να δεσμεύσει.
Με την τροποποίηση της περ. β) της παρ. 2.2., για την επέκταση της συλλογικής σύμβασης εργασίας, μειώνεται το απαιτούμενο ποσοστό των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος, που πρέπει να απασχολούνται από τους εργοδότες που ήδη δεσμεύονται από τη συλλογική σύμβαση, από μεγαλύτερο από πενήντα τοις εκατό (50%) σε μεγαλύτερο από σαράντα τοις εκατό (40%), προκειμένου να καταστεί ευχερέστερη η ενεργοποίηση της διαδικασίας επέκτασης. Με τη μείωση του εν λόγω ποσοτικού κριτηρίου αναμένεται να αυξηθούν οι συλλογικές συμβάσεις που πληρούν την εν λόγω προϋπόθεση. Κατ' αποτέλεσμα θα μπορούν να επεκταθούν περισσότερες συλλογικές συμβάσεις και να καλυφθούν περισσότεροι εργαζόμενοι και επιχειρήσεις από αυτές.
Περαιτέρω, με την προσθήκη του δευτέρου εδαφίου στην περ. β) της παρ. 2.2., δημιουργείται μία νέα δυνατότητα ως προς την επέκταση. Συγκεκριμένα, για τις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, προβλέπεται ότι, η προϋπόθεση του ποσοτικού κριτηρίου του σαράντα τοις εκατό (40%) δεν θα εξετάζεται όταν η κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας συνάπτεται ή συνυπογράφεται: (α) από τη μεριά των εργαζομένων, από τη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (Γ.Σ.Ε.Ε.). Η Γ.Σ.Ε.Ε. αποτελεί τη μοναδική τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση της χώρας, με μέλη οργανώσεις από το σύνολο των κλάδων της οικονομίας, γεγονός που της προσδίδει καθολικό και ενιαίο χαρακτήρα εκπροσώπησης των εργαζομένων σε εθνικό επίπεδο. Περαιτέρω, η θεσμική συμμετοχή της Γ.Σ.Ε.Ε. στη διαδικασία καθορισμού του κατώτατου μισθού, όπως αυτή προβλέπεται από το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, καθώς και ως εκπρόσωπου των εργαζομένων στα συλλογικά όργανα της Πολιτείας,επιβεβαιώνει τον ρόλο της ως επίσημου και αναγνωρισμένου κοινωνικού εταίρου και
(β) από τη μεριά των εργοδοτών, από μία εκ των αναγνωρισμένων ως ευρύτερης εκπροσώπησης ή πανελλήνιας έκτασης εργοδοτικών οργανώσεων, από εκείνες που συμμετέχουν στη διαδικασία καθορισμού του κατώτατου μισθού, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 141 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου. Η συμμετοχή τους στη συγκεκριμένη διαδικασία έχει θεσπιστεί λόγω της αναγνώρισής τους ως αντιπροσωπευτικών και θεσμικά αξιόπιστων φορέων, ικανών να συμβάλουν στη διαμόρφωση ρυθμίσεων που αφορούν το σύνολο των εργαζομένων και εργοδοτών της χώρας. Δεδομένου ότι οι εν λόγω οργανώσεις καλούνται να εκφέρουν γνώμη και να συμμετέχουν στη διαμόρφωση του κατώτατου μισθού, ο οποίος εφαρμόζεται οριζόντια σε εθνικό επίπεδο και επηρεάζει το σύνολο της αγοράς εργασίας, τεκμαίρεται ότι διαθέτουν τα αναγκαία εχέγγυα γνώσης, εμπειρίας και θεσμικής επάρκειας. Κατ' επέκταση, εφόσον κρίνονται ικανές να συμβάλλουν στον καθορισμό όρων εργασίας γενικής εφαρμογής, πολύ περισσότερο δύνανται να αποφασίζουν ή να συμμετέχουν στη ρύθμιση των όρων εργασίας σε επίπεδο επιμέρους κλάδου, όπου το αντικείμενο είναι στενότερο και πιο εξειδικευμένο. Τέλος, προκειμένου να αποφευχθούν φαινόμενα αλληλοεπικάλυψης αρμοδιότητας μεταξύ αυτών των εργοδοτικών οργανώσεων, ως προς τη δέσμευση κάποιου κλάδου, τίθεται, ως επιπλέον προϋπόθεση για την εφαρμογή της διευκόλυνσης, ότι θα πρέπει ο κλάδος αυτός να εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιότητας της εν λόγω οργάνωσης, και παράλληλα να είναι η πλέον αντιπροσωπευτική (δηλαδή να απασχολούν τα μέλη της τους περισσότερους εργαζόμενους) στον συγκεκριμένο κλάδο.
Στην περίπτωση που συντρέχουν όλες οι ανωτέρω προϋποθέσεις τεκμαίρεται η επαρκής αντιπροσωπευτικότητα, και η εξέταση του ποσοτικού κριτήριου του σαράντα τοις εκατό (40%) από το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας παρέλκει. Επιπλέον, γίνονται παρεμβάσεις στην υποπερ. β) της περ. 2.1., στην υποπερ. γ) της περ. 2.2. και στην παρ. 4, προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι τα αιτήματα για επέκταση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας λαμβάνουν υπόψη και τις τιμές των προϊόντων και τον πληθωρισμό, στοιχεία κρίσιμα για τη βιώσιμη ανάπτυξη της οικονομίας.
Συνολικά, η προτεινόμενη ρύθμιση αποσκοπεί στη διεύρυνση της εφαρμογής των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, επιτρέποντας την αποτελεσματικότερη κάλυψη των εργαζομένων και των επιχειρήσεων και τη δημιουργία ενιαίων όρων εργασίας ανά κλάδο. Με την επέκταση των συλλογικών ρυθμίσεων προάγεται η ασφάλεια δικαίου, ενισχύεται ο υγιής ανταγωνισμός μεταξύ επιχειρήσεων και διασφαλίζονται ίσοι όροι εργασίας για όλους τους εργαζόμενους του ίδιου κλάδου.
Άρθρο 10
Με την αξιολογούμενη ρύθμιση τροποποιείται το άρθρο 410 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025), ώστε να καθοριστεί η διαδικασία ενώπιον της νεοσυσταθείσας Επιτροπής Ελέγχου Παραδεκτού κατόπιν υποβολής μονομερούς αίτησης για μεσολάβηση.
Συγκεκριμένα, στις παρ. 1 και 2 προστίθεται ρητή πρόβλεψη ότι αίτηση μεσολάβησης δύναται να υποβάλει αποκλειστικά οργάνωση που είναι εγγεγραμμένη στο αντίστοιχο Μητρώο της παρ. 4 του άρθρου 399 (ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε. ή ΓΕ.ΜΗ.Ο.Ε., κατά περίπτωση), κατ' αντιστοιχία της προτεινόμενης ρύθμισης της παρ. 6 του άρθρου 369 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου. Όπως έχει αναλυθεί ανωτέρω, η δυνατότητα υποβολής αίτησης μεσολάβησης αποτελεί δικαίωμα που θα πρέπει να ασκείται αποκλειστικά από νόμιμα υφιστάμενες και αντιπροσωπευτικές οργανώσεις εργαζομένων ή εργοδοτών, δεδομένου ότι η διαδικασία μεσολάβησης εκκινεί σε περιπτώσεις που κάποιο από τα μέρη δεν συμφωνεί στη συλλογική ρύθμιση. Η προσφυγή στη μεσολάβηση δεν συνιστά απλώς έκφραση συλλογικής βούλησης, αλλά ενεργοποιεί διαδικασία, η οποία διενεργείται και ολοκληρώνεται ακόμη και αν δεν συμμετάσχει το αντισυμβαλλόμενο μέρος, ενώ δύναται να οδηγήσει, σε επόμενο στάδιο, σε προσφυγή στη διαιτησία. Ενόψει του μη απολύτως προαιρετικού χαρακτήρα της διαδικασίας αυτής ως απαραίτητου προσταδίου της διαιτησίας, αλλά και του επί της ουσίας συμφέροντος του προσκαλούμενου μέρους να εμφανιστεί, ώστε να μην εκδοθεί πρόταση χωρίς την προηγούμενη ακρόαση των θέσεών του, καθίσταται αναγκαίο η πρωτοβουλία εκκίνησης της διαδικασίας να ανήκει μόνο σε οργανώσεις που διαθέτουν αποδεδειγμένη νομιμοποίηση και αντιπροσωπευτικότητα, προκειμένου να αποτρέπεται η καταχρηστική ή αδικαιολόγητη ενεργοποίηση μηχανισμών συλλογικής επίλυσης διαφορών από οργανώσεις χωρίς πραγματική βάση εκπροσώπησης. Με τον τρόπο αυτό, διασφαλίζεται ότι το μέρος που καλείται να συμμετάσχει στη διαδικασία θα γνωρίζει τα βασικά στοιχεία του αντισυμβαλλόμενου μέρους, καθώς και ότι πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις για τη σύναψη της συγκεκριμένης συλλογικής σύμβασης. Η γνώση των βασικών στοιχείων του αντισυμβαλλόμενου μέρους αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την αποτελεσματική διεξαγωγή της διαδικασίας μεσολάβησης. Το μέρος που καλείται να συμμετάσχει σε διαδικασία μεσολάβησης οφείλει να γνωρίζει με σαφήνεια ποια οργάνωση ενεργοποιεί τη διαδικασία, ποιο είναι το πεδίο δράσης της και ποια συμφέροντα εκπροσωπεί, ώστε να μπορεί να διαμορφώσει τη στάση του κατά τη διαδικασία, με πλήρη επίγνωση του εύρους της συλλογικής διαφοράς που τίθεται προς επίλυση. Προκειμένου να διαπιστωθεί αντικειμενικά ότι μία οργάνωση είναι νόμιμα υφιστάμενη και, ιδίως, ότι διαθέτει την απαιτούμενη αντιπροσωπευτικότητα, είναι απολύτως αναγκαία η εγγραφή στα Μητρώα οργανώσεων, από την οποία αποδεικνύεται τόσο η νόμιμη σύσταση και λειτουργία της όσο και ο αριθμός των μελών της, εξασφαλίζοντας ενιαία εφαρμογή των κανόνων, ίση μεταχείριση των οργανώσεων και ασφάλεια δικαίου ως προς την ενεργοποίηση της διαδικασίας μεσολάβησης.
Η Επιτροπή θα εξετάζει αποκλειστικά τη συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων της αίτησης, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της συλλογικής διαφοράς. Επομένως, στο στάδιο της μεσολάβησης η Επιτροπή θα μπορεί να εξετάσει την ικανότητα (άρθρο 399 Κώδικα Εργατικού Δικαίου) και την αρμοδιότητα (άρθρο 396 Κώδικα Εργατικού Δικαίου) της αιτούσας οργάνωσης για σύναψη της εν λόγω συλλογικής σύμβασης, την εγγραφή της στο αντίστοιχο Μητρώο (παρ. 4 άρθρου 399 Κώδικα Εργατικού Δικαίου σε συνδυασμό με την παρ. 6 του άρθρου 369 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου), την τήρηση της δέουσας διαδικασίας διαπραγμάτευσης (παρ. 2 άρθρου 397 Κώδικα Εργατικού Δικαίου), την αποτυχία των συλλογικών διαπραγματεύσεων (παρ. 1 άρθρου 409 Κώδικα Εργατικού Δικαίου) και την τήρηση τυχόν επιπρόσθετων ρητρών που έχουν τεθεί με συλλογική σύμβαση εργασίας (παρ. 2 άρθρου 409 Κώδικα Εργατικού Δικαίου).
Επιπλέον, προστίθεται παρ. 2Α η οποία καθορίζει τη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής Ελέγχου Παραδεκτού του άρθρου 414Α του Κώδικα Εργατικού Δικαίου, κατόπιν της υποβολής μονομερούς αίτησης μεσολάβησης και τη διαδικασία δικαστικής προσβολής της απόφασης της Επιτροπής. Σημειώνεται ότι, εφόσον η αίτηση υποβάλλεται από κοινού από τα δύο μέρη, η συλλογική διαφορά δεν παραπέμπεται στην Επιτροπή του άρθρου 414Α του Κώδικα Εργατικού Δικαίου. Τέλος, τροποποιείται η παρ. 3 ώστε να επανακαθοριστούν οι προθεσμίες για ορισμό μεσολαβητή στη νέα διαδικασία που προβλέπει την Επιτροπή του άρθρου 414Α του Κώδικα Εργατικού Δικαίου.
Άρθρο 11
Με την αξιολογούμενη ρύθμιση τροποποιείται το άρθρο 411 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025), ώστε να καθοριστεί η διαδικασία ενώπιον της νεοσυσταθείσας Επιτροπής Ελέγχου Παραδεκτού, κατόπιν υποβολής μονομερούς αίτησης για διαιτησία.
Συγκεκριμένα, στην παρ. 2 προστίθεται ρητή πρόβλεψη ότι αίτηση διαιτησίας δύναται να υποβάλει αποκλειστικά οργάνωση που είναι εγγεγραμμένη στο αντίστοιχο Μητρώο της παρ. 4 του άρθρου 399 (ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε. ή ΓΕ.ΜΗ.Ο.Ε., κατά περίπτωση), κατ' αντιστοιχία της προτεινόμενης ρύθμισης της παρ. 6 του άρθρου 369 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου.
Όπως έχει αναλυθεί ανωτέρω, η δυνατότητα υποβολής αίτησης διαιτησίας αποτελεί δικαίωμα που θα πρέπει να ασκείται αποκλειστικά από νόμιμα υφιστάμενες και αντιπροσωπευτικές οργανώσεις εργαζομένων ή εργοδοτών, δεδομένου ότι η διαδικασία διαιτησίας εκκινεί σε περιπτώσεις που κάποιο από τα μέρη δεν συμφωνεί στη συλλογική ρύθμιση. Η προσφυγή στη διαιτησία ενεργοποιεί μηχανισμό αναγκαστικής επίλυσης συλλογικής διαφοράς, η απόφαση του οποίου υποκαθιστά τη συλλογική αυτονομία και παράγει δεσμευτικά αποτελέσματα για τα μέρη. Ενόψει του κανονιστικού και δεσμευτικού χαρακτήρα της διαιτητικής απόφασης, καθίσταται αναγκαίο η πρωτοβουλία εκκίνησης της διαδικασίας να ανήκει μόνο σε οργανώσεις που διαθέτουν αποδεδειγμένη νομιμοποίηση και αντιπροσωπευτικότητα, προκειμένου να αποτρέπεται η καταχρηστική ή αδικαιολόγητη ενεργοποίηση της διαιτησίας από οργανώσεις χωρίς πραγματική βάση εκπροσώπησης. Με τον τρόπο αυτό, διασφαλίζεται ότι το μέρος που καλείται να συμμετάσχει στη διαδικασία θα γνωρίζει τα βασικά στοιχεία του αντισυμβαλλόμενου μέρους, καθώς και ότι πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις για τη σύναψη της συγκεκριμένης συλλογικής σύμβασης. Η γνώση των βασικών στοιχείων του αντισυμβαλλόμενου μέρους αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την αποτελεσματική διεξαγωγή της διαδικασίας διαιτησίας. Το μέρος που καλείται να συμμετάσχει σε μία διαδικασία αναγκαστικής επίλυσης συλλογικής διαφοράς οφείλει να γνωρίζει με σαφήνεια ποια οργάνωση ενεργοποιεί τη διαδικασία, ποιο είναι το πεδίο δράσης της, ποια συμφέροντα εκπροσωπεί και ποια είναι η πραγματική έκταση της αντιπροσωπευτικότητάς της. Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή ελλείψει θεσμοθετημένης και αξιόπιστης πληροφόρησης, θα δημιουργείτο σοβαρός κίνδυνος να υποχρεώνεται ένα μέρος να συμμετάσχει σε διαδικασία με δεσμευτικές συνέπειες απέναντι σε οργάνωση ασαφούς ταυτότητας ή αμφισβητούμενης αντιπροσωπευτικότητας, γεγονός που θα υπονόμευε τόσο την εμπιστοσύνη στη διαδικασία όσο και την αποτελεσματικότητα της διαιτησίας. Περαιτέρω, είναι κρίσιμο για τα αρμόδια όργανα του Ο.ΜΕ.Δ. που καλούνται να κρίνουν κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία, να γνωρίζουν τον αριθμό των εργαζομένων που αφορά η συλλογική ρύθμιση, και άρα τα μέλη της οργάνωσης, διασφαλίζοντας ότι η σχετική κρίση των οργάνων του Ο.ΜΕ.Δ. βασίζεται σε αντικειμενικά, επικαιροποιημένα και συγκρίσιμα δεδομένα. Όλα τα ανωτέρω αποδεικνύονται από την εγγραφή στα Μητρώα οργανώσεων, η οποία παρέχει στα αρμόδια όργανα του Ο.ΜΕ.Δ. ενιαία και αξιόπιστη εικόνα ως προς τη σύνθεση, το εύρος εκπροσώπησης και τη νομιμοποίηση της αιτούσας οργάνωσης, συμβάλλοντας στην ασφάλεια δικαίου και στην ομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων περί διαιτησίας. Στο στάδιο της διαιτησίας η Επιτροπή θα μπορεί να εξετάσει όλες τις νόμιμες προϋποθέσεις, ήτοι την ικανότητα (άρθρο 399 Κώδικα Εργατικού Δικαίου) και την αρμοδιότητα (άρθρο 396 Κώδικα Εργατικού Δικαίου) της αιτούσας οργάνωσης για σύναψη της εν λόγω συλλογικής σύμβασης, την εγγραφή της στο αντίστοιχο Μητρώο (παρ. 4 άρθρου 399 Κώδικα Εργατικού Δικαίου σε συνδυασμό με την παρ. 6 του άρθρου 369 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου) την τήρηση της δέουσας διαδικασίας διαπραγμάτευσης (παρ. 2 άρθρου 397 Κώδικα Εργατικού Δικαίου), την αποτυχία των συλλογικών διαπραγματεύσεων (παρ. 1 άρθρου 409 Κώδικα Εργατικού Δικαίου) και την τήρηση τυχόν επιπρόσθετων ρητρών που έχουν τεθεί με συλλογική σύμβαση εργασίας (παρ. 2 άρθρου 409 Κώδικα Εργατικού Δικαίου), εφόσον δεν τις έκρινε κατά το στάδιο της μεσολάβησης, και, επιπλέον, τη συνδρομή των προϋποθέσεων μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία, όπως αναλύονται στην παρ. 2 του άρθρου.
Επιπλέον, προστίθεται παρ. 2Α η οποία καθορίζει τη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής Ελέγχου Παραδεκτού του άρθρου 414Α του Κώδικα Εργατικού Δικαίου, κατόπιν της υποβολής μονομερούς αίτησης διαιτησίας και τη διαδικασία δικαστικής προσβολής της απόφασης της Επιτροπής. Σημειώνεται ότι, εφόσον η αίτηση υποβάλλεται από κοινού από τα δύο μέρη, η συλλογική διαφορά δεν παραπέμπεται στην Επιτροπή του άρθρου 414Α του Κώδικα Εργατικού Δικαίου.
Τέλος, τροποποιείται η παρ. 4 ώστε να επανακαθοριστούν οι προθεσμίες για ορισμό διαιτητή στη νέα διαδικασία με την Επιτροπή του άρθρου 414Α του Κώδικα Εργατικού Δικαίου.
Άρθρο 12
Με την αξιολογούμενη ρύθμιση τροποποιείται το άρθρο 413 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025), ώστε να προσαρμοστεί η διαδικασία δικαστικού ελέγχου των διαιτητικών αποφάσεων στην κατάργηση του δευτέρου βαθμού διαιτησίας, η οποία συντελείται με το άρθρο 15 των αξιολογούμενων διατάξεων.
Συγκεκριμένα, στην παρ. 1, διαγράφονται οι αναφορές στην περίπτωση άσκησης έφεσης ενώπιον του δευτέρου βαθμού διαιτησίας του άρθρου 412 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου. Επιπλέον, καταργείται η παρ. 2 που προέβλεπε την άσκηση αγωγής ενώπιον του Εφετείου σε περίπτωση που είχε ασκηθεί έφεση στον δεύτερο βαθμό διαιτησίας. Με την προτεινόμενη ρύθμιση του άρθρου 413 όλες οι διαιτητικές αποφάσεις θα προσβάλλονται με αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, σύμφωνα με τη διαδικασία της παρ. 1.
Άρθρο 13
Με την προτεινόμενη ρύθμιση προστίθεται νέο άρθρο 414Α στον Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025), με το οποίο προβλέπεται η σύσταση και λειτουργία Επιτροπής Ελέγχου Παραδεκτού στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (Ο.ΜΕ.Δ.), και ρυθμίζονται ειδικότερα ζητήματα επί της επιλογής των μελών της Επιτροπής, της θητείας τους και της αμοιβής τους. Σκοπός της ρύθμισης είναι η ενίσχυση της ποιότητας και κανονιστικής συνέπειας των διαδικασιών μεσολάβησης και διαιτησίας, μέσω της θέσπισης ενός σαφούς μηχανισμού ελέγχου του παραδεκτού των αιτήσεων, κατά τα άρθρα 410 και 411 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου. Η Επιτροπή συγκροτείται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.ΜΕ.Δ., που λαμβάνεται με την πλειοψηφία των οκτώ (8) από τα έντεκα (11) μέλη, ως τριμελές ανεξάρτητο όργανο, αποτελούμενο από έναν αφυπηρετήσαντα ανώτατο δικαστικό λειτουργό, έναν εν ενεργεία ή ομότιμο καθηγητή Εργατικού Δικαίου Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος και έναν εν ενεργεία ή ομότιμο καθηγητή Οικονομικών Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος με εξειδίκευση στα οικονομικά της εργασίας, καθώς και τους αναπληρωτές τους. Οι εν ενεργεία καθηγητές μπορούν να είναι οποιασδήποτε βαθμίδας. Η σύνθεση της Επιτροπής εξασφαλίζει την επιστημονική επάρκεια και την διεπιστημονική προσέγγιση κατά την αξιολόγηση του παραδεκτού των σχετικών αιτήσεων. Έτσι δεν θα εισάγονται προς επίλυση συλλογικές διαφορές οι οποίες δεν πληρούν τις τυπικές προϋποθέσεις του νόμου. Η συγκρότηση της Επιτροπής ενισχύει τον ρόλο του Ο.ΜΕ.Δ. ως θεσμικού εγγυητή της συλλογικής αυτονομίας και προάγει τη θεσμική αξιοπιστία, την ασφάλεια δικαίου και την ορθή λειτουργία των μηχανισμών επίλυσης συλλογικών διαφορών.
Άρθρο 14
Με την αξιολογούμενη ρύθμιση τίθενται οι απαραίτητες μεταβατικές διατάξεις για το προτεινόμενο σχέδιο νόμου. Ειδικότερα:
Στην παρ. 1 ορίζεται ότι το άρθρο 3, περί της επικουρικής αρμοδιότητας της Γ.Σ.Ε.Ε. προς σύναψη κλαδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας και το άρθρο 4, περί υποχρέωσης προσδιορισμού πεδίου εφαρμογής κλαδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας, εφαρμόζονται σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας που υπογράφονται από την έναρξη ισχύος των αξιολογούμενων ρυθμίσεων, ανεξαρτήτως του χρόνου έναρξης των διαπραγματεύσεων. Επομένως, ισχύουσες κατά την έναρξη ισχύος των αξιολογούμενων διατάξεων κλαδικές συλλογικές συμβάσεις δεν μπορούν να συνυπογραφούν από την τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση, και δεν χρήζουν τροποποίησης ώστε να συμπεριλάβουν Κ.Α.Δ..
Με την παρ. 2 ορίζεται ότι το άρθρο 7 εφαρμόζεται και στις τελευταίες εκλογές των συνδικαλιστικών οργανώσεων, οποτεδήποτε και αν έλαβαν χώρα. Συγκεκριμένα, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την έναρξη ισχύος των αξιολογούμενων διατάξεων, ο δικαστικός αντιπρόσωπος που είχε διεξαγάγει τις εκλογές ή ο πρόεδρος της συνδικαλιστικής οργάνωσης οφείλουν να προσκομίσουν τα πρακτικά διαλογής ψηφοδελτίων και καταμέτρησης των ηλεκτρονικών ψήφων στο Πρωτοδικείο.
Στην παρ. 3 ορίζεται ότι το άρθρο 8, περί μετενέργειας όλων των κανονιστικών όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, εφαρμόζονται σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας που υπογράφονται και σε διαιτητικές αποφάσεις που εκδίδονται κατόπιν της δημοσίευσης των αξιολογούμενων ρυθμίσεων. Έτσι, ισχύουσες κατά την έναρξη ισχύος των αξιολογούμενων διατάξεων συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις κατόπιν της λήξης της τρίμηνης παράτασής τους θα μετενεργούν μόνο ως προς τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις που έληξαν ή καταγγέλθηκαν.
Στις παρ. 4 και 5 προβλέπεται το πως θα ολοκληρωθούν οι διαδικασίες που έχουν ήδη εκκινήσει ενώπιον του Ο.ΜΕ.Δ. κατά την 25η Φεβρουαρίου 2026. Ακολούθως: α) Οι διαδικασίες μεσολάβησης θα ολοκληρωθούν με την ισχύουσα έως τη δημοσίευση των αξιολογούμενων ρυθμίσεων διαδικασία, ήτοι χωρίς την εξέταση από την Επιτροπή του άρθρου 414Α του Κώδικα Εργατικού Δικαίου. β) Οι διαδικασίες ενώπιον του πρώτου βαθμού διαιτησίας θα ολοκληρωθούν με την ισχύουσα έως τη δημοσίευση των αξιολογούμενων ρυθμίσεων διαδικασία, ήτοι με εξέταση από την Πρωτοβάθμια Επιτροπή Διαιτησίας, ενώ θα χωρεί και έφεση ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Πενταμελούς Επιτροπής Διαιτησίας.
γ) Οι διαδικασίες ενώπιον του δεύτερου βαθμού διαιτησίας θα ολοκληρωθούν με την ισχύουσα έως τη δημοσίευση των αξιολογούμενων ρυθμίσεων διαδικασία, ήτοι με εξέταση από τη Δευτεροβάθμια Πενταμελή Επιτροπή Διαιτησίας. δ) Οι αγωγές ενώπιον του Εφετείου περί του κύρους απόφασης δευτεροβάθμιας επιτροπής διαιτησίας, θα ολοκληρωθούν κανονικά, χωρίς να επηρεάζονται από την κατάργηση της παρ. 2 του άρθρου 413 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου.
Το χρονικό διάστημα έως την 25η Φεβρουαρίου 2026 προβλέπεται ώστε να συσταθεί η Επιτροπή του άρθρου 414Α του Κώδικα Εργατικού Δικαίου.
Τέλος, στην παρ. 6 ορίζεται ότι οι εκκρεμείς, κατά την 25η Φεβρουαρίου 2026, αγωγές ενώπιον του Εφετείου κατά αποφάσεων δευτεροβάθμιας επιτροπής διαιτησίας θα ολοκληρωθούν με την ισχύουσα έως τη δημοσίευση των αξιολογούμενων ρυθμίσεων διαδικασία.
Άρθρο 15
Με την αξιολογούμενη ρύθμιση καθορίζονται οι καταργούμενες διατάξεις, οι οποίες αφορούν τον δεύτερο βαθμό διαιτησίας. Ειδικότερα, από την 25η Φεβρουαρίου 2026, καταργούνται το άρθρο 412 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου και το κωδικοποιηθέν άρθρο 16Α του ν. 1876/1990 (Α' 27), περί της έφεσης κατά απόφασης διαιτησίας και του δεύτερου βαθμού. Η κατάργηση του δεύτερου βαθμού διαιτησίας κρίνεται σκόπιμη και λειτουργικά αναγκαία, ιδίως ενόψει της εισαγωγής νέου σταδίου προελέγχου των αιτήσεων προσφυγής στη διαιτησία. Το στάδιο αυτό διασφαλίζει εκ των προτέρων ότι πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την υπαγωγή μιας συλλογικής διαφοράς στη διαιτησία, περιορίζοντας την ανάγκη πολλαπλών βαθμών κρίσης εντός του ίδιου μηχανισμού. Επιπλέον, σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, έως την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης αναστέλλεται η ισχύς της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης. Υπό το πρίσμα αυτό, η διατήρηση του δεύτερου βαθμού διαιτησίας, πριν ακόμη από την ενδεχόμενη προσφυγή στα δικαστήρια, επιτείνει τις χρονικές καθυστερήσεις και μεταθέτει σημαντικά τον χρόνο εφαρμογής της διαιτητικής απόφασης, υπονομεύοντας την ταχεία και αποτελεσματική επίλυση των συλλογικών διαφορών, που αποτελεί βασικό σκοπό του θεσμού της διαιτησίας. Τέλος, επισημαίνεται ότι, η κατάργηση του δεύτερου βαθμού διαιτησίας δεν θίγει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας των ενδιαφερομένων μερών. Ειδικότερα, διατηρείται πλήρως η δυνατότητα δικαστικής προσβολής της διαιτητικής απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 413 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου. Η δικαστική αυτή οδός παρέχει επαρκείς εγγυήσεις νομιμότητας και ελέγχου της διαιτητικής κρίσης από τα αρμόδια δικαστήρια.
Το χρονικό διάστημα έως την 25η Φεβρουαρίου 2026 προβλέπεται ώστε να συσταθεί η Επιτροπή του άρθρου 414Α του Κώδικα Εργατικού Δικαίου.
Διαβάστε επίσης
- Δημοσιεύθηκε ο νόμος 5278/2026 για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας
- Νόμος 5278/2026 - ΦΕΚ 22/Α/16-2-2026
- Σε δημόσια διαβούλευση τέθηκε το Σχέδιο Νόμου «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για την Ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας»
- Κοινωνική Συμφωνία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και των Εθνικών Κοινωνικών Εταίρων: 12 Ερωτήσεις και Απαντήσεις
