x

Σύνδεση

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε

Κοινή Υπουργική Απόφαση Φ1-503/1996 - ΦΕΚ 98/Β/19-2-1996

Γενική ασφάλεια των Προϊόντων - Εναρμόνηση με την οδηγία του Συμβουλίου 92/59/ΕΟΚ της 29 Ιουνίου 1992

ΑΠΟΦΑΣΗ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ, ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Έχοντας υπόψη:
1.Τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 2, 3 και 4 του Ν. 1338/1983 «Εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου» (ΦΕΚ 34/ Α/17.3.83) όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 του Ν. 1440/84 «Συμμετοχή της Ελλάδος στο κεφάλαιο, στα αποθεματικά και στις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, στο κεφάλαιο της Ευρωπαϊκής Κοινοτητος Ανθρακος και Χάλυβος και του Οργανισμού Εφοδιασμού EURATOM», (ΦΕΚ 70/T.AV21.5.84) και το άρθρο 65 του Ν. 1892/90 «Για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 101/Α).
2.Τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν. 2251/1994 «Προστασία των καταναλωτών» (ΦΕΚ 191/Α/94).
3.Το άρθρο 29 Α του Ν. 1558/85 (ΦΕΚ 137/Α) όπως αυτό προσετέθη με το άρθρο 27 του Ν. 2081/92 (ΦΕΚ 154/Α).
4.Την οδηγία 92/59/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 1992 για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων, που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Αριθμ. L 228 της 11.8.1992, προς εναρμόνιση με την οποία εκδίδεται η παρούσα απόφαση.
5.Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, αποφασίζουμε:

Άρθρο 1
Οι διατάξεις της παρούσης σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 7 του Ν. 2251/1994 «Προστασία των καταναλωτών» (ΦΕΚ 191/Α/16.11.94) αποβλέπουν στο να εξασφαλισθεί η ασφάλεια των προϊόντων που διατίθενται στην αγορά.
Άρθρο 2
Γ ια τους σκοπούς της παρούσης, νοείται ως:
α) «Προϊόν»: κάθε προϊόν που προορίζεται για τους καταναλωτές ή ενδέχεται να χρησιμοποιηθεί από τους καταναλωτές, το οποίο χορηγείται στα πλαίσια μιας εμπορικής δραστηριότητας, επ’ αμοιβή ή δωρεάν, είτε είναι κανούργιο, είτε, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 3 εδάφιο β, είτε μεταχειρισμένο, είτε ανακαινισμένο.
β) «Ασφαλές προϊόν»: είναι το οριζόμενο από τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 7 του Ν. 2251/1994.
γ) «Επικίνδυνο προϊόν»: κάθε προϊόν που δεν ανταποκρίνεται στον ορισμό του ασφαλούς προϊόντος κατά την έννοια του εδαφίου β του παρόντος άρθρου.
δ) «Παραγωγός»:
ο κατασκευαστής του προϊόντος, όταν είναι εγκατεστημένος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εμφανίζεται ως κατασκευαστής, αναγράφοντας στο προϊόν το όνομά του, το σήμα του ή οποιοδήποτε άλλο διακριτικό σήμα, ή το πρόσωπο που ανακαινίζει το προϊόν,
-ο αντιπρόσωπος του κατασκευαστή, εφόσον ο κατασκευαστής δεν είναι εγκατεστημένος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ή, ελλείψει αντιπροσώπου εγκατεστημένου στην
Ευρωπαϊκή Ένωση, ο εισαγωγέας του προϊόντος,
-οι άλλοι επαγγελματίες του εμπορικού κυκλώματος, στο μέτρο που οι δραστηριότητες τους μπορούν να επηρεάσουν τα χαρακτηριστικά ασφαλείας ενός προϊόντος που διατίθεται στην αγορά.
ε) «Διανομέας»; κάθε επαγγελματίας του εμπορικού κυκλώματος, του οποίου η δραστηριότητα δεν επηρεάζει τα χαρακτηριστικά ασφαλείας του προϊόντος.

Άρθρο 3
Οι διατάξεις της παρούσης δεν εφαρμόζονται: α) Εφόσον για συγκεκριμένα προϊόντα υπάρχουν ειδικές κοινοτικές ή εναρμονισμένες προς αυτές εθνικές διατάξεις, που διέπουν την ασφάλεια τους.
Ιδιαιτέρως, όταν μία ειδική κοινοτική ή εναρμονισμένη προς αυτήν εθνική ρύθμιση περιέχει διατάξεις που καθορίζουν υποχρεώσεις ασφαλείας για τα προϊόντα τα οποία ρυθμίζουν, σε κάθε περίπτωση τα άρθρα 4 και 5 της παρούσης δεν εφαρμόζονται για τα προϊόντα αυτά.
Όταν μία ειδική Κοινοτική ή εναρμονισμένη προς αυτήν εθνική ρύθμιση περιέχει διατάξεις που ρυθμίζουν μερικές μόνο πτυχές ασφαλείας ή μερικές μόνον κατηγορίες κινδύνου των συγκεκριμένων προϊόντων, για αυτές τις πτυχές ασφαλείας ή τις κατηγορίες κινδύνου εφαρμόζονται αυτές οι διατάξεις. Γ ια τις υπόλοιπες πτυχές ασφαλείας και κατηγορίες κινδύνου εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρούσης.
β) Για τα μεταχειρισμένα προϊόντα που χορηγούνται ως αντίκες ή ως προϊόντα που πρέπει να επισκευαστούν ή να ανακαινιστούν πριν τη χρήση τους, εφόσον ο προμηθευτής ενημερώνει σχετικά σαφώς το πρόσωπο στο οποίο προμηθεύει το προϊόν.
γ) Για τις εγκαταστάσεις παραγωγής, τα επενδυτικά αγαθά και τα άλλα προϊόντα που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά στα πλαίσια επαγγελματικής δραστηριότητας.

Άρθρο 4
1.Οι παραγωγοί, προκειμένου να εκπληρώσουν τη γενική υποχρέωση διάθεσης στην αγορά ασφαλών προϊόντων που έχουν δυνάμει της παραγράφου 1, του άρθρου 7 του Ν. 2251/94, οφείλουν στα πλαίσια των αντιστοίχων δραστηριοτήτων τους: α) Να παρέχουν στον καταναλωτή τις κατάλληλες πληροφορίες που του επιτρέπουν να αξιολογεί τους εγγενείς κινδύνους που παρουσιάζει το προϊόν κατά τη διάρκεια της συνήθους ή ευλόγως προβλεπτής χρήσης του, εφόσον οι κίνδυνοι αυτοί δεν είναι αμέσως αντιληπτοί χωρίς κατάλληλη προειδοποίηση, και να προστατεύεται από αυτούς.
Παρ' όλα αυτά, η παρουσία της προειδοποίησης αυτής δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση τήρησης των άλλων υποχρεώσεων που προβλέπονται από τις διατάξεις της παρούσης.
β) Να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά των προϊόντων που προμηθεύουν, που τους επιτρέπουν να είναι ενήμεροι για τους κινδύνους που ενδέχεται να παρουσιάζουν τα προϊόντα αυτά και να προβαίνουν στις κατάλληλες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένης, εν ανάγκη, της απόσυρσης τους συγκεκριμένου προϊόντος από την αγορά προκειμένου να αποφευχθούν οι κίνδυνοι αυτοί.
Τα προαναφερθέντα μέτρα περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, όπου απαιτείται, τη σήμανση των προϊόντων ή της παρτίδας των προϊόντων κατά τρόπο που να επιτρέπει την αναγνώρισή τους, τη διενέργεια δειγματοληπτικών ελέγχων στα προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο, την εξέταση των καταγγελιών που διατυπώνονται και την ενημέρωση των διανομέων για μια τέτοιου είδους παρακολούθηση.
2.Οι διανομείς υποχρεούνται να ενεργούν επιμελώς ώστε να συμβάλουν στην τήρηση της γενικής υποχρέωσης ασφάλειας, ιδιαιτέρως με το να μην προμηθεύουν προϊόντα, για τα οποία γνωρίζουν ή θα έπρεπε να είχαν εκτιμήσει, βάσει των στοιχείων που διαθέτουν και λόγω της επαγγελματικής τους πείρας, ότι δεν ανταποκρίνονται στην υποχρέωση αυτή. Οι διανομείς πρέπει, ιδίως στα πλαίσια των αντιστοίχων δραστηριοτήτων τους, να συμμετέχουν στην παρακολούθηση της ασφάλειας των προϊόντων που διατίθενται στην αγορά, ιδιαιτέρως με τη διαβίβαση στις αρμόδιες αρχές των πληροφοριών που αφορούν τους κινδύνους των προϊόντων και με τη συνεργασία τους στις ενέργειες που αναλαμβάνονται για την αποφυγή των κινδύνων αυτών.

Άρθρο 5
1.Ένα προϊόν θεωρείται ασφαλές εφόσον ανταποκρίνεται στις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 7 του Ν. 2251/1994.
2.Ειδικότερα, όταν δεν υπάρχουν ειδικές κοινοτικές ή εναρμονισμένες προς αυτές εθνικές διατάξεις που να διέπουν την ασφάλεια των συγκεκριμένων προϊόντων, ένα προϊόν θεωρείται ως ασφαλές όταν είναι σύμφωνο προς τις ειδικές εθνικές ρυθμίσεις, που καθορίζουν τις απαιτήσεις στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνεται το προϊόν από άποψη υγείας και ασφάλειας προκειμένου να διατίθεται στο εμπόριο.
3.Εάν δεν υπάρχουν οι ειδικές εθνικές ρυθμίσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2, η συμφωνία ενός προϊόντος προς τη γενική επιταγή ασφαλείας κρίνεται βάσει των μη υποχρεωτικών, εναρμονισμένων προς ευρωπαϊκά, εθνικών προτύπων ή, εφόσον υπάρχουν, των κοινοτικών τεχνικών προδιαγραφών ή, ελλείψει αυτών, των υφισταμένων ελληνικών προτύπων, των κανόνων ορθής συμπεριφοράς όσον αφορά την υγεία και την ασφάλεια οι οποίοι ισχύουν στο συγκεκριμένο τομέα, ή ακόμη των τεχνικών και τεχνολογικών γνώσεων καθώς και της ασφάλειας την οποία μπορούν ευλόγως να αναμένουν οι καταναλωτές.
4.Οι διατάξεις της παραγράφου 5, του άρθρου 7 του Ν. 2251 /94 εφαρμόζονται και για προϊόντα τα οποία, παρ’ όλο ότι ανταποκρίνονται προς τα προβλεπόμενα από τις παραγράφους 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου, αποδεικνύεται ότι είναι επικίνδυνα για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών.

Άρθρο 6
1.Ο έλεγχος της ασφάλειας των καταναλωτικών προϊόντων που υπάγονται στις διατάξεις της παρούσης διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 της παρούσας και ανατίθεται στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Ανάπτυξης, πλην των ειδικών προϊόντων, για τα οποία βάσει διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας ορίζεται άλλη αρμόδια αρχή.
2.Για την εφαρμογή του συστήματος της ταχείας ανταλλαγής πληροφοριών ορίζονται ως σημεία επαφής με την Επιτροπή Ευρωπαϊκής Ένωσης η αρμόδια υπηρεσία του Υπ. Ανάπτυξης για τα μη εδώδιμα προϊόντα, το δε Γ ενικό Χημείο του Κράτους για τα τρόφιμα.
3.Οι αρμόδιες αρχές της παρ. 2, όταν λαμβάνουν ή αποφασίζουν να λάβουν επείγοντα μέτρα για να εμποδίσουν ή να περιορίσουν ή να υποβάλουν σε ιδιαίτερους όρους την εμπορία ή την μετέπειτα χρήση ενός προϊόντος ή μιας παρτίδας προϊόντος στην ελληνική επικράτεια λόγω του σοβαρού και άμεσου κινδύνου που παρουσιάζουν για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών ενημερώνουν επειγόντως την Επιτροπή, εφόσον η υποχρέωση αυτή δεν προβλέπεται στα πλαίσια άλλων κοινοτικών πράξεων σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στα άρθρα 8,9,10 και 11 της οδηγίας 92/59/ΕΟΚ (ΕΕ Ι_ 228/24 της 11.8.92) και στο άρθρο 9 της παρούσας.
4.Προσαρτάται και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας το κατωτέρω παράρτημα που έχει ως ακολούθως:

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΤΑΧΕΙΑΣ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΠΟΥ ΠΡΟΒΛΕΠΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΆΡΘΡΟ 8 ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 92/59/ΕΟΚ
1.Το σύστημα καλύπτει τα προϊόντα στην αγορά όπως ορίζονται στο άρθρο 2 στοιχείο α) της οδηγίας.
Δεν αφορά τα φαρμακευτικά προϊόντα, τα οποία διέπονται από τις οδηγίες 75/319/ΕΟΚ και 81/851/ΕΟΚ καθώς και τα ζώα, για τα οποία ισχύει η οδηγία 82/894/ΕΟΚ, και τα προϊόντα ζωικής προέλευσης, στο μέτρο που καλύπτονται από την οδηγία 89/662/ΕΟΚ και το σύστημα για τις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης λόγω ακτινοβολιών που καλύπτει την εκτεταμένη μόλυνση των προϊόντων (απόφαση 87/600/Ευρατόμ), διότι υπόκεινται σε ισοδύναμες διαδικασίες κοινοποίησης.
2.Το σύστημα αποσκοπεί κυρίως στην ταχεία ανταλλαγή πληροφοριών σε περίπτωση σοβαρού και άμεσου κινδύνου για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών. Δεν είναι δυνατόν να καθιερωθούν ακριβή κριτήρια σχετικά με το τι ακριβώς αποτελεί άμεσο και σοβαρό κίνδυνο. Για το λόνο αυτό οι εθνικές αρχές θα πρέπει να κρίνουν κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ανάλογα με τα εγγενή χαρακτηριστικά της. Πρέπει να σημειωθεί ότι, επειδή το άρθρο 8 της οδηγίας αφορά τους άμεσους κινδύνους που διατρέχουν οι καταναλωτές από ένα προϊόν, δεν λαμβάνονται υπόψη τα προϊόντα που παρουσιάζουν πιθανούς μακροπρόθεσμους κινδύνους, για τους οποίους απαιτείται μελέτη ενδεχόμενων τεχνολογικών μεταβολών μέσω οδηγιών και προτύπων.
3.Από τη στιγμή που εντοπίζεται ένας σοβαρός και άμεσος κίνδυνος, η εθνική αρχή ζητεί, στο μέτρο του εφικτού και του σκόπιμου, τη γνώμη του παραγωγού ή του διανομέα του συγκεκριμένου προϊόντος. Οι απόψεις τους, καθώς και οι πληροφορίες που γνωστοποιούν μπορούν να αποβαίνουν χρήσιμες τόσο στις διοικήσεις των κρατών μελών όσο και στην Επιτροπή για τον καθορισμό των μέτρων που πρέπει να ληφθούν και για να διασφαλισθεί ότι ο καταναλωτής θα προστατευθεί με την ελάχιστη δυνατή αναστάτωση στο εμπόριο. Γ ια το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη πρέπει να επιδιώκουν την απόκτηση όσο το δυνατόν περισσότερων πληροφοριών για τα προϊόντα και για τη φύση του κινδύνου, φροντίζοντας να συνδυάζουν αυτόν το στόχο με την ταχύτητα της απόκτησης των πληροφοριών αυτών.
4.Από τη στιγμή που ένα κράτος μέλος εντοπίζει ένα σοβαρό και άμεσο κίνδυνο, τα αποτελέσματα του οποίου εκτείνονται ή θα μπορούσαν να επεκταθούν πέραν του εδάφους του, και έχουν ληφθεί ή έχουν αποφασιστεί μέτρα, ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή. Στην περίπτωση αυτή, το κράτος μέλος αναφέρει ότι οι πληροφορίες αυτές κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 8 της οδηγίας. Η σχετική κοινοποίηση περιέχει τις διαθέσιμες διευκρινίσεις, ιδιαιτέρως δε, όσον αφορά:
α) Τις πληροφορίες για την αναγνώριση του προϊόντος-
β) ποιος είναι ο κίνδυνος που παρουσιάζει, συμπεριλαμβανομένων των αποτελεσμάτων οιωνδήποτε δοκιμών ή αναλύσεων, που συμβάλλουν στην εκτίμηση του μεγέθους του κινδύνουγ) ποια είναι η φύση των μέτρων που έχουν ληφθεί ή έχουν αποφασιστεί δ) πληροφορίες για την αλυσίδα διανομής, όταν υπάρχει δυνατότητα να συγκεντρωθούν.
Οι πληροφορίες αυτές πρέπει να διαβιβάζονται γραπτώς, κατά προτίμηση με τέλεξ ή τέλεφαξ, μπορεί όμως να προηγείται τηλεφωνική επικοινωνία με την Επιτροπή. Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η ταχύτητα με την οποία διαβιβάζεται η πληροφορία είναι κρίσιμης σημασίας για το σύστημα.
5.Με την επιφύλαξη του σημείου 4, τα κράτη μέλη μπορούν κατά περίπτωση να διαβιβάσουν πληροφορίες στην Επιτροπή κατά το στάδιο που προηγείται της απόφασης για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Πράγματι η άμεση επαφή με αυτήν, μόλις διαπιστωθεί ένας κίνδυνος ή υπάρχουν υπόνοιες για έναν κίνδυνο, μπορεί να διευκολύνει τη λήψη προληπτικών μέτρων.
6.Εάν ένα κράτος μέλος θεωρεί ορισμένες πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα, πρέπει να το διευκρινήσει και να αιτιολογήσει το αίτημά του να παραμείνουν οι πληροφορίες αυτές εμπιστευτικές, λαμβάνοντας υπόψη όμως ότι η ανάγκη να ληφθούν αποτελεσματικά μέτρα για την προστασία των καταναλωτών, υπερισχύει συνήθως της τήρησης του εμπιστευτικού χαρακτήρα. Πάντως, υπενθυμίζεται ότι λαμβάνεται πρόνοια σε όλες τις περιπτώσεις, τόσο από την Επιτροπή όσο και από τα μέλη του αρμόδιου δικτύου στα κράτη μέλη, για να αποφεύγεται η άσκοπη κοινολόγηση πληροφοριών που μπορεί να βλάψει το σήμα ενός προϊόντος ή μιας σειράς προϊόντων.
7.Η Επιτροπή ελέγχει αν οι ληφθείσες πληροφορίες είναι σύμφωνες με το άρθρο 8 της οδηγίας, έρχεται σε επαφή με το κοινοποιούν κράτος μέλος, εάν χρειάζεται και τις διαβιβάζει επειγόντως με τέλεξ ή τέλεφαξ στις αρμόδιες αρχές των υπόλοιπων κρατών μελών, με αντίγραφο σε κάθε μόνιμη αντιπροσωπεία παράλληλα με την αποστολή του τέλεξ, μπορεί να υπάρξει και τηλεφωνική επαφή με τις εν λόγω αρχές. Η Επιτροπή μπορεί επίσης να έλθει σε επαφή με το κράτος το φερόμενο ως κράτος καταγωγής του προϊόντος, για να προβεί στους αναγκαίους ελέγχους.
8.Ταυτόχρονα η Επιτροπή, εφόσον το κρίνει αναγκαίο και για να συμπληρώσει τις πληροφορίες που έλαβε, μπορεί, υπό εξαιρετικές περιστάσεις, να προβεί σε έρευνα με δική της πρωτοβουλία, ή/και να ουγκαλέσει την επιτροπή έκτακτης ανάγκης που προβλέπεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 της οδηγίας.
Σε περίπτωση παρόμοιας έρευνας, τα κράτη μέλη πρέπει να παρέχουν στην Επιτροπή τα ζητούμενα στοιχεία κατά το μέτρο του δυνατού.
9.Τα λοιπά κράτη μέλη καλούνται, εφόσον είναι δυνατόν, να ενημερώνουν την Επιτροπή, το συντομότερο δυνατόν, για τα ακόλουθα:
α) ότι το προϊόν έχει διατεθεί στην αγορά τους β) συμπληρωματικές πληροφορίες που έχουν για το συγκεκριμένο κίνδυνο, συμπεριλαμβανομένων των αποτελεσμάτων οιωνδήποτε δοκιμών ή αναλύσεων για την αξιολόγηση του μεγέθους του κινδύνου, και ούτως ή άλλως πρέπει να ενημερώνουν την Επιτροπή, όσο το δυνατόν συντομότερα, για τα ακόλουθα γ) τα μέτρα που έχουν ληφθεί ή αποφασιστεί, όπως αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 της οδηγίας
δ) πότε ανευρέθη το προϊόν που αναφέρουν οι πληροφορίες στο έδαφός τους χωρίς όμως να ληφθούν ή να αποφασιστούν μέτρα καθώς και το λόγο για τον οποίο δεν ελήφθησαν μέτρα.
10.Η Επιτροπή μπορεί, με βάση την εξέλιξη της συγκεκριμένης περίπτωσης και τις πληροφορίες που έχει από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το προηγούμενο σημείο 9, να συγκαλέσει την προαναφερόμενη επιτροπή έκτακτης ανάγκης ούτως ώστε να ανταλλαγούν απόψεις για τα αποτελέσματα και για την αξιολόγηση των μέτρων που έχουν ληφθεί. Η επιτροπή έκτακτης ανάγκης μπορεί επίσης να συγκληθεί εφόσον το ζητήσει αντιπρόσωπος ενός κράτους μέλους.
11.Η Επιτροπή, μέσω των δικών της εσωτερικών διαδικασιών συντονισμού, πρέπει να προσπαθεί:
α) να αποφεύγει την άνευ λόγου επανάληψη των κοινοποιήσεων
β) να χρησιμοποιεί σε όλη της την έκταση τις γνώσεις και την πείρα που διαθέτει γ) να κρατεί τις άλλες ενδιαφερόμενες υπηρεσίες πλήρως ενήμερες δ) να διασφαλίζει ότι οι συζητήσεις που πραγματοποιούνται στις διάφορες επιτροπές διεξάγονται σύμφωνα με το άρθρο 10 της οδηγίας.
12.Όταν ένα κράτος μέλος προτίθεται, εκτός από τα άμεσα μέτρα που έλαβε ή αποφάσισε λόγω σοβαρών και άμεσων κινδύνων, να τροποποιήσει τις γενικές ρυθμίσεις του με την έκδοση τεχνικών προδιαγραφών, πρέπει να τις κοινοποιήσει στην Επιτροπή ενόσω αυτές βρίσκονται στο στάδιο του σχεδίου, σύμφωνα με τις οδηγία 83/189/ΕΟΚ, αναφέροντας, εάν κρίνει σκόπιμο, τους έκτακτους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 9 παράγραφος 3 της εν λόγω οδηγίας.
13.Η επιτροπή έκτακτης ανάγκης, για να έχει πλήρη άποψη της κατάστασης, πρέπει να ενημερώνεται περιοδικά σχετικά με όλες τις κοινοποιήσεις που παραλαμβάνονται και για τη συνέχεια που τους δίδεται. Σχετικά με τα σημεία 8 και 10 παραπάνω, στις περιπτώσεις εκείνες οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διαδικασιών ή/ και των επιτροπών που προβλέπονται από την κοινοτική νομοθεσία η οποία διέπει ειδικά προϊόντα ή τομείς προϊόντων, τα εν λόγω σημεία αφορούν και τις επιτροπές αυτές. Στις περιπτώσεις εκείνες που δεν συμμετέχει η επιτροπή έκτακτης ανάγκης και δεν προβλέπονται βάσει της παραγράφου 11 στοιχείο δ), ενημερώνονται τα κέντρα επαφής για κάθε ανταλλαγή απόψεως σε άλλες επιτροπές.
14.Προς το παρόν υπάρχουν δύο δίκτυα κέντρων επαφής: το δίκτυο που αφορά τα προϊόντα διατροφής και το δίκτυο που αφορά τα προϊόντα εκτός των ειδών διατροφής. Ο κατάλογος των κέντρων επαφής και των αρμοδίων υπαλλήλων για τα δύο δίκτυα, με τους αριθμούς τηλεφώνου, τέλεξ και τέλεφαξ και τις διευθύνσεις, είναι εμπιστευτικός και διανέμεται μόνον στα μέλη του δικτύου. Ο κατάλογος αυτός επιτρέπει την πραγματοποίηση επαφών με την Επιτροπή και μεταξύ των κρατών μελών έτσι ώστε να διευκολύνεται η διασαφήνιση λεπτομερειών. Όταν από επαφές του είδους αυτού μεταξύ κρατών μελών, προκύπτουν νέες πληροφορίες γενικού ενδιαφέροντος, το κράτος μέλος που είχε την πρωτοβουλία της διμερούς επαφής ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή. Μόνον οι πληροφορίες που παραλαμβάνονται ή επιβεβαιώνονται μέσω των κέντρων επαφής των κρατών μελών, μπορούν να θεωρούνται ότι λαμβάνονται με τη διαδικασία της ταχείας ανταλλαγής πληροφοριών.
Κάθε χρόνο, η Επιτροπή συντάσσει απολογισμό περί της αποτελεσματικότητας του δικτύου, των αναγκαίων βελτιώσεων και της προόδου που έχει σημειωθεί στην τεχνολογία των επικοινωνιών μεταξύ των αρχών που είναι επιφορτισμένες με την εκτέλεση.

Άρθρο 7
1.Για τους σκοπούς του άρθρου 6 παρ. 2, οι αρμόδιες υπηρεσίες μπορούν να λαμβάνουν, ανάλογα με τη σοβαρότητα του κινδύνου, τα ενδεδειγμένα μέτρα που αποσκοπούν ιδίως: α) στη διενέργεια, έστω και μετά τη διάθεση ενός προϊόντος στην αγορά ως ασφαλούς, καταλλήλων ελέγχων των χαρακτηριστικών ασφαλείας του προϊόντος, σε επαρκή κλίμακα, μέχρι το τελευταίο στάδιο της χρήσης ή της κατανάλωσής του, β) στη συγκέντρωση όλων των αναγκαίων πληροφοριών από τα ενδιαφερόμενο μέρη, γ) στη λήψη δειγμάτων ενός προϊόντος ή μιας σειράς προϊόντων για να υποβληθούν σε έλεγχο σχετικά με την ασφάλειά τους, δ) στην επιβολή προϋποθέσεων για τη διάθεση ενός προϊόντος στην αγορά, ούτως ώστε να το καταστήσουν ασφαλές και την απαίτηση αναγραφής στο προϊόν κατάλληλων προειδοποιήσεων για τους τυχόν κινδύνους που παρουσιάζει,
ε) στην υποχρέωση έγκαιρης και κατάλληλης ενημέρωσης, ακόμα και με τη δημοσίευση ειδικών προειδοποιήσεων, των προσώπων που ενδέχεται να εκτεθούν στον κίνδυνο που απορρέει από ένα προϊόν, για τον κίνδυνο αυτό,
στ) στην προσωρινή απαγόρευση, κατά το διάστημα που απαιτείται για τη διενέργεια των διαφόρων ελέγχων, της προμήθειας, της πρότασης προμήθειας ή της έκθεσης ενός προϊόντος ή μιας παρτίδας προϊόντων, όταν υπάρχουν σαφείς και συγκλίνουσες ενδείξεις για τον επικίνδυνο χαρακτήρα τους, ζ) στην απαγόρευση διάθεσης στην αγορά ενός προϊόντος ή μιας παρτίδας προϊόντων που αποδεικνύονται επικίνδυνα, και στη θέσπιση των απαιτουμένων συνοδευτικών μέτρων προκειμένου να εξασφαλιστεί η τήρηση της απαγόρευσης αυτής,
η) στην αποτελεσματική και άμεση διοργάνωση της απόσυρσης ενός επικινδύνου προϊόντος ή μιας επικίνδυνης παρτίδας προϊόντων που έχουν ήδη διατεθεί στην αγορά και, εν ανάγκη, της καταστροφής τους υπό κατάλληλες συνθήκες.
Τα προαναφερθέντα μέτρα εφαρμόζονται σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παραγράφου 5, του άρθρου 7 του Ν. 2251/94 και τις διατάξεις περί αρμοδιοτήτων του Ανωτάτου Χημικού Συμβουλίου.
2.Τα αναφερόμενα στην προηγούμενη παράγραφο μέτρα απευθύνονται, ανάλογα με την περίπτωση: α) στο παραγωγό,
β) στους διανομείς, στα πλαίσια των αντιστοίχων δραστηριοτήτων τους, και ιδίως σοτ πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την πρώτη διανομή στην ελληνική αγορά, γ) σε κάθε άλλο πρόσωπο, όταν κρίνεται αναγκαία η συνεργασία του στο πλαίσιο των ενεργειών που αναλαμβάνονται για να αποφευχθούν οι κίνδυνοι που απορρέουν από ένα προϊόν.

Άρθρο 8
Οι υπάλληλοι και το προσωπικό των υπηρεσιών του άρθρου 6 απαγορεύεται να κοινολογούν πληροφορίες που συλλέγονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσης και οι οποίες, λόγω της φύσεώς τους, καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο, εκτός από τις πληροφορίες που αφορούν τα χαρακτηριστικά ασφαλείας ενός συγκεκριμένου προϊόντος, των οποίων επιβάλλεται η κοινολόγηση, εάν το απαιτούν οι περιστάσεις, προκειμένου να προστατευθεί η υγεία και η ασφάλεια των προσώπων.

Άρθρο 9
1.Οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι υπηρεσίες δυνάμει της παρούσης και οι οποίες περιορίζουν τη διάθεση στην αγορά ενός συγκεκριμένου προϊόντος, ή επιβάλλουν την απόσυρσή του από την αγορά, πρέπει να είναι επαρκώς αιτιολογημένες. Οι αποφάσεις αυτές κοινοποιούνται, το συντομότερο δυνατόν, στο ενδιαφερόμενο μέρος, και αναφέρουν τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία ένδικα μέσα, καθώς και τις προθεσμίες εντός των οποίων είναι δυνατόν να ασκηθούν αυτά, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας.
2.Στο μέτρο του δυνατού, ζητείται από τα ενδιαφερόμενο μέρη να παρουσιάσουν τις απόψεις τους πριν τη λήξη των μέτρων. Εάν, λόγω του επείγοντα χαρακτήρα των ληπτέων μέτρων, δεν πραγματοποιηθεί προκαταβολικά διαβούλευση, αυτή πρέπει να πραγματοποιείται, εν ευθέτω χρόνω, μετά τη λήψη των μέτρων.
3.Η λήψη των μέτρων συνοδεύεται από κατάλληλη ενημέρωση του κοινού ώστε να παροτρύνονται οι διανομείς και οι καταναλωτές να συμβάλλουν στην εφαρμογή τους.

'Άρθρο 10
1.Με την επιφύλαξη των διατάξεων που ποινικού ή Αγορανομικού Κώδικα ή άλλων ειδικών διατάξεων, επιβάλλονται οι διοικητικές κυρώσεις που προβλέπει το άρθρο 14 παράγραφος 3 του Ν. 2251/1994, σε οποιονδήποτε: α) παραβιάζει τις διατάξεις του άρθρου 4 της παρούσης, β) δε συμμορφώνεται προς τα μέτρα που ορίζει το άρθρο 7 της παρούσης και ιδίως: ί) κατασκευάζει, εισάγει, εξάγει, διαθέτει στην αγορά ένα προϊόν για το οποίο έχει επιβληθεί απαγόρευση,
ii) παραλείπει να προειδοποιεί και να ενημερώνει έγκαιρα και κατάλληλα τους καταναλωτές για τις επιβαλλόμενες προφυλάξεις κατά τη χρήση ενός προϊόντος,
Iii) δεν προχωρεί στην υποδεικνυόμενη από τις κρατικές αρχές και εντός των προβλεπομένων προθεσμιών αντικατάσταση ή τροποποίηση ενός προϊόντος, iv) δεν προχωρεί στην απόσυρση ή την καταστροφή ενός προϊόντος, ν) δε συμμορφώνεται προς τα μέτρα έκτακτης ανάγκης που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση ενός άμεσου και σοβαρού κινδύνου που παρουσιάζει ένα προϊόν, νί) δε συμμορφώνεται προς τα μέτρα περιοριστικού χαρακτήρα σχετικά με τη διάθεση προϊόντος που ενδέχεται να παρουσιάσει άμεσο και σοβαρό κίνδυνο.

Άρθρο 11
1.Οι διατάξεις της παρούσας εφαρμόζονται ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ν, 2251/94 για την ευθύνη του παραγωγού για ελαττωματικά προϊόντα.
2.Από την έναρξη ισχύος της παρούσης καταργείται κάθε αντίθετη διάταξη.

Άρθρο 12
Η ισχύς της παρούσης αρχίζει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Η παρούσα να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως

Αθήνα, 15 Φεβρουάριου 1995
 

 

 

{tab action=end}{/tab}

 

 

 

Τελευταία ενημέρωση
Έχει διαβαστεί 929 φορές

Τελευταία Νέα