x

Σύνδεση

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε

Νόμος 2768/1999 - ΦΕΚ 273/Α/8-12-1999 (Κωδικοποιημένος)

Νόμος 2768/1999 : Ρύθμιση συνταξιοδοτικών θεμάτων, σύσταση νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία ’Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου (Ο.Π.Α.Δ), σύσταση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης

Ειδικού Κεφαλαίου Τ.Α.Π. Ο.Τ.Ε. (ΕΔΕΚΤΟ.Τ.Ε. Α Ε.)" και άλλες διατάξεις

Τρέχουσα ενοποιημένη έκδοση: 30.04.2023. Το Κωδικοποιημένο αρχείο, εκδόθηκε σε ενοποιημένο κείμενο με ενσωματωμένες τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις με τις διατάξεις του Ν.5043/2023 - ΦΕΚ 91/Α/13-4-2023.

Συνδρομητικές Υπηρεσίες
- Το Νομοθέτημα έχει κωδικοποιηθεί σε αρχείο ενιαίο κειμένου, με ενσωματωμένες τις διατάξεις με τις οποίες έχει συμπληρωθεί - τροποποιηθεί μεταγενέστερα.
- Η υπηρεσία προβολής και μεταφόρτωσης κωδικοποιημένων κειμένων είναι διαθέσιμη ΔΩΡΕΑΝ, μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη, με πρόσβαση στις Συνδρομητικές Υπηρεσίες.

- Απαιτείται μεγαλύτερο επίπεδο πρόσβασης για την προβολή των Συνδρομητικών Υπηρεσιών.
Εάν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές Υπηρεσίες, πατήστε ΕΔΩ για Σύνδεση. -Θέματα Βοήθειας και Υποστήριξης για τις συνδρομητικές υπηρεσίες.

 

ΑΡΧΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΦΕΚ

Το παρακάτω κείμενο διατάξεων αποτελεί το αρχικό κείμενο των διατάξεων, όπως ήταν δημοσιευμένες στο Φ.Ε.Κ., οι οποίες έχουν τροποποιηθεί με μεταγενέστερες διατάξεις.

ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 2768/1999
ΦΕΚ 273/Α/8-12-1999

Ρύθμιση συνταξιοδοτικών θεμάτων, σύσταση νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία ’Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου (Ο.ΠΑ.Δ', σύσταση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Ειδικού Κεφαλαίου Τ.Α.Π. Ο.Τ.Ε. (ΕΔΕΚΤΟ.Τ.Ε. Α Ε.)" και άλλες διατάξεις

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

Άρθρο 1
Αύξηση Ε.Κ.ΑΧ

1 Οι περιπτώσεις β’, γ’, δ’ της παραγράφου 2 και η παράγραφος 4 του άρθρου 1 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "Μέτρα ενίσχυσης των χαμηλοσυνταξιούχων", που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 211 Α’) και κυρώθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του ν. 2453/1997 (ΦΕΚ 4 Α’), όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 25 του ν. 2592/1998 (ΦΕΚ 57 Α’), αντικαθίστανται, αντίστοιχα, από την 1η Ιανουαρίου 1999, ως εξής.
β. Το συνολικό ετήσιο καθαρό εισόδημά τους από συντάξεις, κύριες και επικουρικές, συμπεριλαμβανομένων και των μερισμάτων ή βοηθημάτων, καθώς και από μισθούς, από ημερομίσθια και από επιδόματα που προκύπτουν από σχέση εξαρτημένης εργασίας, δεν υπερβαίνει το ποσό του ενός εκατομμυρίου οκτακοσίων έξι χιλιάδων (1.806.000)δραχμών.,
γ. Το συνολικό ετήσιο ατομικό καθαρό εισόδημα τους δεν υπερβαίνει το ποσό των δύο εκατομμυρίων εκατόν επτά χιλιάδων (2.107.000) δραχμών.,, δ. Το συνολικό ετήσιο οικογενειακό καθαρό εισόδημα τους δεν υπερβαίνει το ποσό των τριών εκατομμυρίων διακοσίων εβδομήντα οκτώ χιλιάδων επτακοσίων πενήντα (3.278.750) δραχμών.
Τα πιο πάνω ποσά αφορούν εισοδήματα που δηλώθηκαν με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του προηγούμενου οικονομικού έτους, εκείνου για το οποίο χορηγείται το Ε.Κ.Α.Σ., χωρίς τυχόν αναδρομικά άλλων ετών." και "4. Το ποσό του επιδόματος της παραγράφου 1 ανέρχεται:, ,, α. Για συνολικά ετήσια καθαρά ποσά εισοδήματος από κύριες και επικουρικές συντάξεις, μισθούς, ημερομίσθια και επιδόματα, μέχρι του ποσού του ενός εκατομμυρίου εξακοσίων σαράντα τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων πενήντα (1.644.750) δραχμών, σε δεκαεπτά χιλιάδες οκτακόσιες πενήντα (17.850) δραχμές μηνιαίως.
β. Για συνολικά ετήσια καθαρά ποσά εισοδήματος απο ένα εκατομμύριο εξακόσιες σαράντα τέσσερις χιλιάδες επτακόσιες πενήντα μία (1.644.751) δραχμές, μέχρι του ποσού του ενός εκατομμυρίου επτακοσίων εννέα χιλιάδων διακοσίων πενήντα (1.709.250) δραχμών, σε δεκατρείς χιλιάδες τριακόσιες ενενήντα πέντε (13.395) δραχμές·.
γ. Για συνολικά ετήσια καθαρα ποσα εισοδήματος απο ένα εκατομμύριο επτακόσιες εννεα χιλιάδες διακόσιες πενήντα μία (1.709.251) δραχμές, μέχρι του ποσού του ενός εκατομμυρίου επτακοσίων πενήντα δύο χιλιάδων διακοσίων πενήντα (1.752.250) δραχμών, σε οκτώ χιλιάδες εννιακόσιες σαράντα (8.940) δραχμές και
δ. Για συνολικά ετήσια καθαρά ποσά εισοδήματος απο ένα εκατομμύριο επτακόσιες πενήντα δύο χιλιάδες διακόσιες πενήντα μία (1.752.251) δραχμές, μέχρι του ποσού του ενός εκατομμυρίου οκτακοσίων έξι χιλιάδων (1.806.000)δραχμών, σε τέσσερις χιλιάδες τετρακόσιες εβδομήντα (4.470) δραχμές.”
2.Τα ποσά που αναφέρονται στην προηγούμενη παραγραφο δύνανται να αναπροσαρμόζονται από την 1η Ιανουαρίου 2000, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

Άρθρο 2
Αναπροσαρμογή συντάξεων συνταξιούχων ειδικών κατηγοριών

1.α. Οι διατάξεις των πρώτων εδαφίων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 18 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων έχουν εφαρμογή για τις χήρες συζύγους και τα ορφανά παιδιά των προσώπων της παραγράφου 2 του άρθρου 21 του ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α’).
β. Η διαφορά μεταξύ της σύνταξης που κανονίζεται με βάση τις διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης και της σύνταξης που δικαιούνται τα πρόσωπα αυτά με βάση τις ισχύουσες μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού διατάξεις καταβάλλεται σταδιακά ως εξής:
ί) το 30% από 1.7.1999,
ii)το άλλο 30% από 1.1.2000 και
iii)το υπόλοιπο 40% από 1.1.2001.
γ. Συντάξεις που έχουν κανονισθεί μέχρι την 30ή Ιουνίου 1999, αντίθετα από τις διατάξεις της περίπτωσης α’ της παραγράφου αυτής, ανακαθορίζονται οίκοθεν από τις αρμόδιες διευθύνσεις συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, από 1ης Ιουλίου 1999 και καταβάλλονται σύμφωνα με τα όσα ορίζονται σπς διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης. Τυχόν προσωπική και αμεταβίβαστη διαφορά, που προκύπτει από την εφαρμογή της παραγράφου 10 του άρθρου 4 του ν. 2592/1998 (ΦΕΚ 57 Α’), συμψηφίζεται.
δ. Τα οικονομικά αποτελέσματα από την εφαρμογή της παραγράφου αυτής δεν δύνανται να ανατρέξουν σε χρόνο προγενέστερο της ημερομηνίας έναρξης πληρωμής της σύνταξης.
2.Οι συντάξεις των δικηγόρων με έμμισθη εντολή, που έχουν εξέλθειτης υπηρεσίας μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 1998, αναπροσαρμόζονται οίκοθεν από τις αρμόδιες διευθύνσεις συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, από 1ης Ιανουαρίου 1999, με βάση τα μισθολογικά κλιμάκια και το επίδομα χρόνου υπηρεσίας που ανπστοιχεί στα έτη της συνολικής δικηγορικής υπηρεσίας τους του ν. 2470/1997 (ΦΕΚ 40 Α’), όπως αυτά διαμορφώνονται κάθε φορά, κατά την παρακάτω ανπστοιχία:
α. Δικηγόροι στο Πρωτοδικείο το 15ο Μ.Κ..
β. Δικηγόροι στο Εφετείο το 8ο Μ.Κ..
γ. Δικηγόροι στον ’Αρειο Πάγο το 1 ο Μ.Κ..
3.Οι συντάξεις των αδιαβάθμιστων κοινοτικών υπαλλήλων αναπροσαρμόζονται οίκοθεν από 1ης Ιανουαρίου 1999, από τις αρμόδιες διευθύνσεις συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με βάση το βασικό μισθό του μισϊθολογικού κλιμακίου 36 του ν. 2470/1997, όπως αυτός διαμορφώνεται κάθε φορά και τα έτη της συνολικής συντάξιμης υπηρεσίας τους, χωρίς επίδομα χρόνου υπηρεσίας.
4.α Οι διατάξεις της παραγράφου 14 του άρθρου 8του ν. 2592/1998 (ΦΕΚ 57 Α’) και της παραγράφου 8 του άρθρου 1 του ν. 2703/1999 (ΦΕΚ 72 Α’) έχουν εφαρμογή και για τις συντάξεις των προσώπων που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου αυτού.
β. Το ποσό της Α.Τ.Α. και των αυξήσεων που έχουν χορηγηθεί μετά την κατάργησή της, συμπεριλαμβανομένων και των διορθωτικών ποσών μέχρι και του έτους 1996, καταργείται για τις συντάξεις που αναπροσαρμόζονται με βάση τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου αυτού από 1ης Ιανουαρίου 1999.
5.Τα επιδόματα ανικανότητας που προβλέπονται στις παραγράφους 2 των άρθρων 9 και 10 του Κώδικα Συντάξεων Προσωπικού Σιδηροδρόμων (π.δ. 850/1980 ΦΕΚ 211 Α’) αυξάνονται από 1ης Ιανουαρίου 1999, σύμφωνα με την ακολουθούμενη κάθε φορά επί των πολιτικών συντάξεων του Δημοσίου μισθολογική πολιτική.

Άρθρο 3
Γενικά θέματα

1.Συνταξιούχοι του Δημοσίου που λαμβάνουν προσωπική σύνταξη ή από μεταβίβαση σύνταξη πολεμική ή παθόντος στην υπηρεσία και εξαιτίας της υπηρεσίας ή εξομοιούμενη με πολεμική, εφόσον υπηρετούν ή προσλαμβάνονται σε θέσεις του δημόσιου τομέα, όπως αυτός έχει οριοθετηθεί με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (ΦΕΚ 65 Α'), δύνανται να ζητήσουν με αίτησή τους, από την αρμόδια Διεύθυνση Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, την αναστολή καταβολής του μεριδίου της σύνταξής τους, στην περίπτωση δε αυτή η σύνταξη των λοιπών συνδικαιούχων προσώπων ανακαθορίζεται, σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά κατηγορία συνταξιούχων διατάξεις, ως να μη συντρέχουν στη σύνταξη τα πρόσωπα που αναστέλλουν το μερίδιό τους.
2.Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 53 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων αντικαθίσταται ως εξής:
“Σε όλες τις περιπτώσεις εφαρμογής των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου και της παραγράφου αυτής, τα οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την πρώτη του μήνα που εκδίδεται η σχετική πράξη ή απόφαση."
3.Όπου στην ισχύουσα νομοθεσία προβλέπεται αύξηση των συντάξεων, των χορηγιών, των βοηθημάτων και των επιδομάτων ανικανότητας, που καταβάλλονται από το Δημόσιο, σύμφωνα με την ακολουθούμενη κάθε φορά επί των πολιτικών συντάξεων του Δημοσίου μισθολογική πολιτική, από 1ης Ιανουαρίου 1998 και μετά, νοείται η ποσοστιαία κατ’ έτος αύξηση του βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου 36 του ν. 2470/1997 (ΦΕΚ 40 Α’), όπως αυτό διαμορφώνεται κάθε φορά.
4.Οι πρόεδροι των κοινοτήτων οι οποίες συνενώθηκαν εκουσίως με δήμους ή σε δήμους μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1998, θεωρείται ότι εξαντλούν όλη τη θητεία για την οποία εκλέχθηκαν στο αξίωμα αυτό και ο χρόνος μέχρι τη λήξη της θητείας τους λογίζεται πραγματική υπηρεσία προέδρου κοινότητας και συνυπολογίζεται για τη θεμελίωση, τον υπολογισμό και την αύξηση της χορηγίας.
5.Στο τέλος του άρθρου 12 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων προστίθεται παράγραφος 16 ως εξής:
"16. Λογίζεται συντάξιμος και προσμετρείται στη λοιπή συντάξιμη υπηρεσία του υπαλλήλου, ο χρόνος της εργασίας που παρασχέθηκε ύστερα από διαταγή επίταξης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4442/1929 (ΦΕΚ339Α’)."
6.Οι συντάξεις των τέως αναπληρωτών γενικών διευθυντών αναπροσαρμόζονται από την 1 η Ιανουαρίου 2000 μετά από αίτηση των ενδιαφερομένων από τις αρμόδιες διευθύνσεις συντάξεων με βάση μηνιαίο βασικό μισθό, ο οποίος προσδιορίζεται με πολλαπλασιασμό του βασικού μισθού του Μ.Κ. 1 του ν. 2470/1997, όπως αυτός διαμορφώνεται κάθε φορά, με συντελεστή ένα και σαράντα εκατοστά (1,40), καθώς και το επίδομα του χρόνου υπηρεσίας που αντιστοιχεί στα έτη της υπηρεσίας τους.
7.α. Η εισφορά που αναφέρεται στην περίπτωση β’ του άρθρου 2του ν. 1518/1985 (ΦΕΚ 30 Α’) εξακολουθεί να καταβάλλεται στο Δημόσιο από τους δήμους για τους υπαλλήλους που υπηρετούν σε αυτούς και προέρχονται από κοινότητες που συνενώθηκαν σε δήμους ή με δήμους μέχρι την με οποιονδήποτε τρόπο έξοδο των υπαλλήλων αυτών από την υπηρεσία.
β. Η εισφορά που αναφέρεται στην προηγούμενη περίπτωση για το χρονικό διάστημα από 1 ης Ιανουαρίου 1999 μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταβάλλεται στο Δημόσιο σε τόσες μηνιαίες δόσεις, όσοι οι μήνες που έχουν μεσολαβήσει.
8.α. Στο τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης ιζ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 12 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων μετά τη φράση “των υπαλλήλων που διορίστηκαν στην Υπηρεσία" προστίθεται η λέξη "Πλοίων".
β. Το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 12 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων καταργείται από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 2703/1999 (ΦΕΚ 72 Α’).
9.Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 60 του Κώδικα Πολιτικών και Στραπωτικών Συντάξεων προστίθεται εδάφιο ως εξής:
“Τα ποσά που καταβάλλει το Δημόσιο για συντάξεις ή βοηθήματα γενικά δεν επιβαρύνονται με τόκους σε καμία ανεξαιρέτως περίπτωση."
10.α.Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του ν.δ. 99/1974 (ΦΕΚ 295 Α’) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
"Δικαίωμα σύνταξης αποκτούν και οι οικογένειες των βουλευτών που δεν έχουν θεμελιώσει δικαίωμα βουλευτικής σύνταξης και πεθαίνουν κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας."
β. Το δικαίωμα της προηγούμενης περίπτωσης αποκτούν και οι οικογένειες των μελών της Κυβέρνησης, τα οποία δεν έχουν τη βουλευτική ιδιότητα και πεθαίνουν κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας.
γ. Η σύνταξη που απονέμεται σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων περιπτώσεων είναι ίση κατά ποσό με τη σύνταξη που δικαιούται οικογένεια βουλευτή με τετραετή βουλευτική θητεία.
δ. Για τα θέματα που δεν ρυθμίζονται με τις διατάξεις τωνπροηγούμενωνπεριπτώσεων έχουν εφαρμογή οι διατάξεις για τη συνταξιοδότηση των οικογενειών των βουλευτών, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά.
ε. Οι συντάξεις των προσώπων της παραγράφου αυτής δεν εμπίπτουν στους περιορισμούς των διατάξεων του άρθρου 58 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 1041/1979) και της παραγράφου 14του άρθρου 8 του ν. 2592/1998 (ΦΕΚ 57 Α’).
στ. Η ισχύς των διατάξεων της παραγράφου αυτής αρχίζει από 1ης Σεπτεμβρίου 1999.
11.Στις οικογένειες όσων πέθαναν εξαιτίας του αεροπορικού δυστυχήματος, το οποίο συνέβη κατά την πτήση του κρατικού αεροσκάφους τύπου "FALCON" προς το Βουκουρέστι της Ρουμανίας στις 14 Σεπτεμβρίου 1999, χορηγείται εφάπαξ αποζημίωση από το Δημόσιο δέκα (10) εκατομμυρίων δραχμών. Το μισό της αποζημίωσης αυτής δικαιούνται και οι επιβάτες του ίδιου αεροσκάφους που τραυματίστηκαν στο ανωτέρω αεροπορικό δυστύχημα και νοσηλεύτηκαν για τουλάχιστοντρεις (3) ημέρες. Οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής θα καθοριστούν με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

Άρθρο 4
Συνταξιοδότηση υπαλλήλων ειδικών κατηγοριών

1.Οι μετακλητοί νομάρχες που διορίστηκαν πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1994 και μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου εκλέχθηκαν σε θέση αιρετού νομάρχη, θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης μετακλητού νομάρχη, εφόσον έχουν συμπληρώσει αθροιστικά οκταετή πλήρη πραγματική υπηρεσία στις θέσεις αυτές.
2.Οι επί θητεία νομάρχες που έχουν υπηρετήσει και ως Διοικητές ή Αναπληρωτές Διοικητές του Αγίου Όρους, θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης επί θητεία νομάρχη, εφόσον έχουν συμπληρώσει αθροιστικά πλήρη οκταετή πραγματική υπηρεσία στις θέσεις αυτές.
3.Η σύνταξη των προσώπων που αναφέρονται σπς προηγούμενες παραγράφους υπολογίζεται με βάση τις συντάξιμες αποδοχές του 1 ου βαθμού της κατηγορίας ειδικών θέσεων, όπως αυτές διαμορφώνονται κάθε φορά.
4.Ως προς τους υπαλλήλους ειδικών κατηγοριών που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους, εφαρμόζονται κατά τα λοιπά οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 1041/1979).

Άρθρο 5
Έκταση εφαρμογής Οικονομικά αποτελέσματα Ειδικά θέματα

1.Όπου συντρέχει περίπτωση και δεν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις, οι διατάξεις των προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται αναλόγως και για τους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α. και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ. που διέπονται από το ίδιο με τους δημοσίους υπαλλήλους συνταξιοδοτικό καθεστώς, είτε οι συντάξεις τους βαρύνουν το Δημόσιο είτε τους οικείους φορείς, καθώς και για το προσωπικό του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος, που διέπεται από το καθεστώς του ν.δ. 3395/1955 (ΦΕΚ 276 Α’). Επίσης, όπου δεν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις εφαρμόζονται και για τα πρόσωπα στα οποία έχουν συντρέξει οι προϋποθέσεις των διατάξεων αυτών κατά το παρελθόν, καθώς και για τις οικογένειες όσων από αυτούς έχουν πεθάνει.
2.Τα οικονομικά αποτελέσματα από την εφαρμογή των διατάξεων των προηγούμενων άρθρων, όπου απαιτείται υποβολή αίτησης από τους ενδιαφερομένους και δεν ορίζεται διαφορετικά σπς επί μέρους διατάξεις, αρχίζουν από την πρώτη του επόμενου μήνα εκείνου που υποβλήθηκε η σχετική αίτηση στις αρμόδιες υπηρεσίες.
3.Η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 12 του ν. 2458/1997 (ΦΕΚ 15 Α’) αύξηση των ποσών των μηνιαίων βασικών συντάξεων που καταβάλλονται από τον Ο.Γ.Α. (ν. 4169/1961) ορίζεται για το έτος 2000 σε δραχμές δέκα χιλιάδες (10.000), που θα αρχίσει να καταβάλλεται από 1ης Ιανουαρίου του ίδιου έτους.
4.α.Από 1.1.2000 άνεργοι ηλικίας άνω των 29 έως 55 ετών καλύπτονται για παροχές ασθένειας σε είδος από τον ασφαλιστικό φορέα στον οποίο ασφαλίζονται πριντη διακοπή της εργασίας τους, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
ϊ) έχουν πραγματοποιήσει στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού εξακόσιες (600) ημέρες εργασίας.
Το κατώτατο όριο των εξακοσίων (600) ημερών εργασίας αυξάνεται ανά εκατό ημέρες κάθε χρόνο μετά τη συμπλήρωση του τριακοστού (30ού) έτους της ηλικίας και μέχρι το πεντηκοστό τέταρτο (54ο) έτος της ηλικίας
ii) έχουν εγγράφει ως άνεργοι στον Ο .Α.Ε.Δ. για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) τουλάχιστον συνεχών μηνών, πριν από την ημερομηνία υπαγωγής τους στην ασφάλιση του οικείου ασφαλισηκού φορέα και κατέχουν κάρτα ανεργίας ανανεούμενη ανά μήνα και
iii) να μην ασφαλίζονται για οποιονδήποτε λόγο στο Δημόσιο ή σε ασφαλιστικό οργανισμό.
β. Σε περίπτωση που ο άνεργος έχει ασφαλιστεί σε περισσότερους του ενός ασφαλιστικούς οργανισμούς θα καλυφθεί για παροχές ασθένειας από τον ασφαλιστικό οργανισμό στον οποίο έχει ασφαλιστεί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα Η προβλεπόμενη από την περίπτωση α’ της παραγράφου αυτής κάλυψη για παροχές ασθένειας σε είδος ισχύει για δύο (2) χρόνια από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στην ασφάλιση και εφόσον ο ασφαλισμένος εξακολουθεί να είναι άνεργος.
γ. Για την ασφάλιση των παραπάνω προσώπων ο Ο.Α.Ε.Δ, καταβάλλει μηνιαία εισφορά στους ασφαλιστικούς οργανισμούς ίση με ποσοστό 6,45% επί του εκάστοτε ισχύοντος ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη.
Επί του ανωτέρω ποσού υπολογίζεται και η εισφορά που καταβάλλει ο Ο.Α.Ε.Δ. στο Ι.Κ.Α. για την κάλυψη των μακροχρόνια ανέργων του άρθρου 10 του ν. 2434/ 1996 (ΦΕΚ 188 Α').
δ. Το δικαίωμα για παροχές ασθένειας σε είδος αρχίζει από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και διακόπτεται ευθύς ως ο άνεργος ασφαλιστεί σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 8 του ν. 4202/1961 (ΦΕΚ 175 Α’).
ε. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζονται τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την κάλυψη των ανέργων, ο τρόπος απόδοσης της σχετικής εισφοράς από τον Ο.Α.Ε.Δ. στους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των ρυθμίσεων της περίπτωσης α’ της παραγράφου αυτής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ (Ο.Π.Α.Δ.)

’Άρθρο 6
Σύσταση Επωνυμία Σκοπός Διάρθρωση

1.Συνιστάται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου (Ο.Π.Α.Δ.)" και σκοπό την οργάνωση, παρακολούθηση και έλεγχο του συστήματος παροχής της υγειονομικής περίθαλψης στους ασφαλισμένους του Δημοσίου, τη βελτίωση της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας αυτής, τη διαχείριση και τον έλεγχο της χρηματοδότησης, καθώς και την ορθολογική αξιοποίηση των διατιθέμενων πόρων.
2.Οργανισμός εποπτεύεται από τα Υπουργεία Υγείας και Πρόνοιας και Οικονομικών. Το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας ασκεί εποπτεία στα θέματα που έχουν σχέση με την παροχή και τον έλεγχο των υπηρεσιών υγείας προς τους ασφαλισμένους. Το Υπουργείο Οικονομικών ασκεί εποπτεία στα θέματα που αφορούν το κόστος των υπηρεσιών υγείας, την οικονομική διαχείριση, τον έλεγχο και τη χρηματοδότηση του Οργανισμού. Οι κανονιστικές πράξεις που αφορούν τον Οργανισμό εκδίδονται με κοινές υπουργικές αποφάσεις του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας και του Υπουργού Οικονομικών.
3.Ο Ο.Π.Α.Δ. αποτελείται από την κεντρική υπηρεσία του με έδρα την Αθήνα και από περιφερειακές υπηρεσίες με έδρα την πρωτεύουσα κάθε νομού ή την έδρα των νομαρχιών και των νομαρχιακών τομέων.

Άρθρο 7
Αρμοδιότητες

1.Στον Ο.Π ΑΔ. περιέρχονται και ασκούνται από αυτόν οι αρμοδιότητες που κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού ασκούνται από τις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις (Ν. Α.) σε θέματα υγειονομικής περίθαλψης των ασφαλισμένων του Δημοσίου, και ειδικότερα οι αρμοδιότητες νοσοκομειακής, εξωνοσοκομειακής, φαρμακευτικής και οδοντιατρικής περίθαλψης, καθώς και κάθε άλλη σχετική αρμοδιότητα.
Ομοίως, στον Οργανισμό περιέρχονται οι αρμοδιότητες των δαπανών υγειονομικής περίθαλψης στο εξωτερικό, επιδομάτων τοκετού και εξόδων κηδείας των ασφαλισμένων του Δημοσίου, τήρησης μητρώου ασφαλισμένων και παρακολούθησης αυτού, καθώς και εκτύπωσης και διάθεσης των βιβλιαρίων νοσηλείας και λοιπών εντύπων. Ο Οργανισμός επεξεργάζεται και εισηγείται Κανονισμό Παροχών προς τους ασφαλισμένους του Δημοσίου, ο οποίος εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας και Οικονομικών.
2.Ο Οργανισμός παρακολουθεί τη διαμόρφωση των δαπανών και την κατανομή του κόστους ανά μονάδα προσφοράς και ζήτησης υπηρεσιών υγείας, τηρεί μητρώο δαπανών και εισηγείται τη λήψη μέτρων για τον εξορθολογισμό του συστήματος, τα οποία εγκρίνονται και τίθενται σε εφαρμογή με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας και Οικονομικών.
3.Με απόφαση των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας και Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού δύναται να ανατίθενται, ύστερα από πρόταση του Οργανισμού, καθήκοντα ελεγκτή των παροχών περίθαλψης στους ασφαλισμένους του Δημοσίου και σε ελεγκτικά όργανα άλλων ασφαλιστικών φορέων ή σε ιατρούς με βαθμό Επιμελητή Α’ ή Β’ του Ε.Σ.Υ.. Στους ελεγκτές αυτούς καταβάλλεται ειδική αποζημίωση, το ύψος της οποίας καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας.

Άρθρο 8
Διοικητικό Συμβούλιο

1.Ο Οργανισμός διοικείται από επταμελές Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.), το οποίο αποτελείται από:
α. Έναν (1) πτυχιούχο Α.Ε.Ι. με ιδιαίτερες γνώσεις και αποδεδειγμένη εμπειρία στη διαχείριση και διοίκηση της υγειονομικής ασφάλισης ως Πρόεδρο, ο οποίος ορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας και Οικονομικών.
β. Έναν (1) Προϊστάμενο Διεύθυνσης ή Τμήματος του Υπουργείου Οικονομικών (Γενικό Λογιστήριο του Κράτους), που ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον Υπουργό Οικονομικών.
γ. Έναν (1) Προϊστάμενο Διεύθυνσης ή Τμήματος του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, που ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον Υπουργό Υγείας και Πρόνοιας.
δ. Δύο (2) ειδικούς σε θέματα υγειονομικής ασφάλισης και διαχείρισης οικονομικών υγείας.
ε. Έναν (1) εκπρόσωπο της Α.Δ.Ε.Δ.Υ., που υποδεικνύεται με τον αναπληρωτή του από αυτήν.
στ. Έναν (1) εκπρόσωπο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πολιτικών Συνταξιούχων (Π.Ο.Π.Σ.), που υποδεικνύεται με τον αναπληρωτή του από αυτήν.
2.Το Διοικητικό Συμβούλιο διορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Υγείας και Πρόνοιας και Οικονομικών. Με την ίδια απόφαση ορίζεται ένα από τα μέλη ως αναπληρωτής του Προέδρου και καθορίζεται η αποζημίωση του Προέδρου, των μελών, των εισηγητών και του γραμματέα του Διοικητικού Συμβουλίου.
3.Η θητεία των μελών του Δ.Σ. είναι τριετής. Τα μέλη του Δ.Σ. ασκούν τα καθήκοντα τους και μετά τη λήξη της θητείας τους και μέχρι τρεις (3) το πολύ μήνες, έως ότου αναλάβουν καθήκοντα τα νέα μέλη που τα αντικαθιστούν.
4.Το Δ.Σ. ορίζει το γραμματέα του και τον αναπληρωτή του, από υπαλλήλους του Οργανισμού ή των εποπτευόντων Υπουργείων.

Άρθρο 9
Γενικός Διευθυντής

1.Των Υπηρεσιών του Οργανισμού προΐσταται Γενικός Διευθυντής.
2.Για την κατάληψη της θέσης του Γ ενικού Διευθυντή απαιτείται πτυχίο Α.Ε.Ι., αποδεδειγμένη ικανότητα και αξιόλογη εμπειρία στην άσκηση διοικητικών διευθυντικών καθηκόντων σε υπηρεσίες ή οργανισμούς ή επιχειρήσεις του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα ημεδαπής ή αλλοδαπής, συνεκτιμωμένων και των μεταπτυχιακών τίτλων και της επιστημονικής εξειδίκευσης ή εμπειρίας σε θέματα οργάνωσης και διοίκησης υπηρεσιών υγείας και ασφάλισης. Η προκήρυξη της θέσης γίνεται με απόφαση των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας και Οικονομικών, με την οποία ορίζονται τα δικαιολογητικά, η προθεσμία και κάθε σχετική λεπτομέρεια για την υποβολή της αίτησης. Η προκήρυξη δημοσιεύεται σε τρεις (3) τουλάχιστον ημερήσιες εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας της ημεδαπής και στην επίσημη εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3.Η επιλογή του Γενικού Διευθυντή γίνεται από το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο του άρθρου 159 του ν. 2683/1999 (ΦΕΚ 19 Α’).
4.Υποψήφιος για την προκηρυσσόμενη θέση Γενικού Διευθυντή μπορεί να είναι και δημόσιος λειτουργός ή υπάλληλος ή στέλεχος οργανισμών ή τραπεζών του δημόσιου τομέα, ο οποίος, εφόσον επιλεγεί και διοριστεί, μετά τη λήξη της θητείας του επανέρχεται στην προτέρα θέση του. Στην περίπτωση αυτή η θητεία του ως Γενικού Διευθυντή θεωρείται ως πραγματική υπηρεσία. Σε περίπτωση επιλογής και διορισμού του, έχει δικαίωμα επιλογής των αποδοχών της οργανικής του θέσης ή των αποδοχών που προβλέπονται για το Γενικό Διευθυντή του Οργανισμού. Απαραίτητη προϋπόθεση για να κριθεί ο εν λόγω υποψήφιος είναι η συναίνεση της δημόσιας υπηρεσίας, του Α.Ε.Ι. ή Τ.Ε.Ι., του οργανισμού ή επιχείρησης του δημόσιου τομέα, όπου υπηρετεί ή κατέχει οργανική ή άλλη θέση.
5.Γ ενικός Διευθυντής είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης και διορίζεται για τριετή θητεία, που μπορεί να ανανεώνεται με απόφαση των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας και Οικονομικών. Η ανανέωση της θητείας γίνεται με όμοια απόφαση, ύστερα από γνώμη του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Πρόωρη λήξη θητείας του, αζημίως για τον Οργανισμό, επιτρέπεται μόνο για σπουδαίο λόγο και με όμοια απόφαση ύστερα από γνώμη του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου.
6.Μέχρι το διορισμό του Γενικού Διευθυντή, καθώς και σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος του, οι αρμοδιότητές του ασκούνται από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του Οργανισμού.

Άρθρο 10
Οργανωτική διάρθρωση

1.Οι αρμοδιότητες και η λειτουργία του Δ.Σ., οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του Προέδρου του Δ.Σ. και του Γ ενικού Διευθυντή, η οργανωτική διάρθρωση της κεντρικής υπηρεσίας και των περιφερειακών υπηρεσιών του Οργανισμού, καθώς και οι αρμοδιότητες αυτών, η σύσταση θέσεων για τη στελέχωση του Οργανισμού, τα προσόντα διορισμού του προσωπικού που καταλαμβάνει τις θέσεις αυτές, ο χρόνος έναρξης της λειτουργίας του Οργανισμού και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την οργάνωση και λειτουργία του καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Υγείας και Πρόνοιας και Οικονομικών.
2.Το προσωπικό, ανεξάρτητα από το φορέα στον οποίο οργανικά ανήκει, που ασκεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος τις αρμοδιότητες που μεταφέρονται στον Ο.Π.Α.Δ., αποσπάται αυτοδίκαια στον Οργανισμό. Με αίτησή του μπορεί να μετατάσσεται, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων, με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας και Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, και να καταλαμβάνει αντίστοιχες κενές οργανικές θέσεις του Οργανισμού. Μέχρι τη μετάταξή του στον Οργανισμό, η δαπάνη μισθοδοσίας του βαρύνει τον προϋπολογισμό των φορέων στους οποίους ανήκει οργανικά.
3.Ο προσδιορισμός του προσωπικού της προηγούμενης παραγράφου που αποσπάται αυτοδίκαια γίνεται με διαπιστωτική πράξη του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ύστερα από γνώμη του οικείου νομάρχη για το προσωπικό που απασχολείται στις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, η οποία υποβάλλεται στον Υπουργό Υγείας και Πρόνοιας μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού.
4.Σε περίπτωση μετάταξης στον Οργανισμό, οι αντίστοιχες οργανικές θέσεις των φορέων από τους οποίους προέρχεται το προσωπικό που μετατάσσεται, καταργούνται.
5.Μέχρι την έναρξη λειτουργίας του Οργανισμού, οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις (Ν.Α.) εξακολουθούν να ασκούν τις αρμοδιότητες που περιέρχονται στον Ο.Π.Α.Δ. με τον παρόντα νόμο.

Άρθρο 11
Πόροι Διαχείριση

1. Ο Ο.Π.Α.Δ., για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του και για την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών του, διαχειρίζεται τους πόρους που διατίθενται από τον Τακτικό Προϋπολογισμό του Κράτους υπό τη μορφή επιχορήγησης. Η επιχορήγηση βασίζεται στις εισφορές των ασφαλισμένων και τη διπλάσια συνεισφορά του Δημοσίου και από αυτήν αφαιρούνται οι δαπάνες διοίκησης του συστήματος που βαρύνουν άμεσα τον Κρατικό Προϋπολογισμό. Πέραν των πόρων αυτών, ο Οργανισμός έχει και άλλα έσοδα ιδίως από:
α. επιχορήγηση από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων,
β. δωρεές, κληρονομιές, κληροδοσίες και επιχορηγήσεις ή εισφορές νομικών ή φυσικών προσώπων και
γ. τόκους από τα κεφάλαιά του.
2. Ο προϋπολογισμός του Ο.Π.Α.Δ. εγκρίνεται από τους Υπουργούς Υγείας και Πρόνοιας και Οικονομικών. Τα θέματα οικονομικής διαχείρισης διέπονται από τις διατάξεις του Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ., όπως κάθε φορά ισχύουν.
3.Η ταμειακή εξυπηρέτηση του Οργανισμού δύναταινα ασκείται και από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.). Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο τρόπος, οι διαδικασίες και κάθε σχετική λεπτομέρεια.
4.έλεγχος, η εκκαθάριση και η εντολή πληρωμής των δαπανών των περιφερειακών υπηρεσιών του Ο.Π.Α.Δ. ενεργείται από τις Υπηρεσίες Δημοσιονομικού Ελέγχου (Υ.Δ.Ε.) στους νομούς, τις νομαρχίες και τους νομαρχιακούς τομείς, καθώς και από τις Υ.Δ.Ε. νοσηλειών, ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης. Ο έλεγχος, η εκκαθάριση και η εντολή πληρωμής των δαπανών της Κεντρικής Υπηρεσίας και των νοσηλειών εξωτερικού ενεργείται από την Υ.Δ.Ε. στο Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας.
5.Ο Οργανισμός μπορεί να συνιστά, κατά τις κείμενες διατάξεις, Ειδικό Λογαριασμό για τη διαχείριση των πλεονασμάτων, η αξιοποίηση των οποίων θα συμβάλλει στη βελτίωση των παροχών περίθαλψης. Το πλαίσιο διαχείρισης των πλεονασμάτων καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΙΔΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Τ.Α.Π. Ο.Τ.Ε.

Άρθρο 12
Σύσταση Καταστατικό Εταιρίας

1.Συνιστάται ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Ειδικού Κεφαλαίου Τ.Α.Π. Ο.Τ.Ε. (ΕΔΕΚΤ Ο.Τ.Ε. Α.Ε.)". Η Εταιρία αυτή λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, διέπεται από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, του ν. 2396/1996 και του Καταστατικού της, που έχει ως εξής:

"ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΙΔΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Τ.Α.Π. Ο.Τ.Ε. Α.Ε. (ΕΔΕΚΤ Ο.Τ.Ε. Α.Ε.)

Άρθρο πρώτο
Επωνυμία Έδρα Διάρκεια Σκοπός
1.Συνιστάται Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΙΔΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Τ.Α.Π. Ο.Τ.Ε. Α.Α.", και με το διακριτικό τίτλο "ΕΔΕΚΤ Ο.Τ.Ε. Α.Ε.". Για τις διεθνείς συναλλαγές της Εταιρείας η επωνυμία θα αποδίδεται σε πιστή μετάφραση στην οικεία ξένη γλώσσα και ο διακριτικός τίτλος της θα είναι "EDEKT OTE S.A.".
2.Έδρα της Εταιρείας ορίζεται η Αθήνα. Υποκαταστήματα της Εταιρείας μπορεί να ιδρύονται οπουδήποτε στην Ελλάδα και στο εξωτερικό με αποφάσεις του Δ.Σ. αυτής που προσδιορίζουν τις αρμοδιότητες και τους όρους λειτουργίας αυτών.
3.Η διάρκεια της Εταιρείας ορίζεται σε δέκα (10) χρόνια και μπορεί να παρατείνεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων. Η λειτουργία της Εταιρείας αρχίζει από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
4.Σκοπός της Εταιρείας είναι: (α) η διαχείριση και η αξιοποίηση του Ειδικού Κεφαλαίου του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Ο.Τ.Ε. (Τ.Α.Π. Ο.Τ.Ε.), που δημιουργείται κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού και ιδίως η αγορά και πώληση κινητών αξιών συμπεριλαμβανομένων και τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου. Το Ειδικό Κεφάλαιο θα επενδύεται ως ακολούθως: σε μετοχές μέχρι ποσοστού 25%, σε αμοιβαία αναπτυξιακά κεφάλαια μέχρι ποσοστού 35% και σε χρεόγραφα ή σε αμοιβαία κεφάλαια, πλην αναπτυξιακών και μικτών, ή σε επενδυτικά μη μετοχικά προϊόντα, μέχρι ποσοστού 40%. Δεν επιτρέπεται η επένδυση οποιουδήποτε ποσού του Ειδικού Κεφαλαίου σε παράγωγα, (β) η παροχή υπηρεσιών και συμβουλών, η σύνταξη μελετών χρηματοοικονομικής φύσης για τη διαχείριση και τις επενδύσεις κεφαλαίων του Τ.Α.Π. Ο.Τ.Ε. και του Ταμείου Αρωγής Προσωπικού Ο.Τ.Ε..
5.α. Γ ια την πραγματοποίηση του σκοπού της, η Εταιρεία μπορεί να διαμεσολαβεί ή να συνάπτει συμβάσεις οποιοσδήποτε φύσης και οποιουδήποτε περιεχομένου, καθώς και να παρέχει τις υπηρεσίες που προβλέπονται από το άρθρο 2 παρ. 1 και 2 περ. δ’, ε’, στ’ και ζ’ του ν. 2396/1996 και του ν. 2533/1997 με την εξαίρεση της εκτέλεσης χρηματιστηριακών πράξεων.
β. Η Εταιρεία μπορεί να ιδρύει, να συμμετέχει σε υφιστάμενες εταιρείες ή στην ίδρυση εταιριών που έχουν συναφείς με αυτήν σκοπούς, καθώς και σε Ανώνυμες Εταιρείες Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων (Α.Ε.Δ.Α.Κ.), σε Εταιρείες Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου, σε Εταιρείες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και σε Ανώνυμες Χρηματιστηριακές Εταιρείες.

Άρθρο δεύτερο
Μετοχικό κεφάλαιο Μετοχές
1.Το μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας ορίζεται στο ποσό του ενός δισεκατομμυρίου (1.000.000.000) δραχμών, διαιρούμενο σε εκατό χιλιάδες (100.000) μετοχές, ονομαστικής αξίας δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών η καθεμία. Το μετοχικό κεφάλαιο αναλαμβάνεται ως εξής: ο Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος Α.Ε. (Ο.Τ.Ε. Α.Ε.) θα αναλάβει το 40% του μετοχικού κεφαλαίου ήτοι 40.000 μετοχές, το Ταμείο Αρωγής Προσωπικού Ο.Τ.Ε. θα αναλάβει το 35%του μετοχικού κεφαλαίου, ήτοι 35.000 μετοχές, το Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Ο.Τ.Ε. (Τ.Α.Π. Ο.Τ.Ε.) θα αναλάβει το 15% του μετοχικού κεφαλαίου, ήτοι
15.0μετοχές, η Ομοσπονδία Εργαζομένων Ο.Τ.Ε. (ΟΜ.Ε. Ο.Τ.Ε.) θα αναλάβει το 5% του μετοχικού κεφαλαίου, ήτοι 5.000 μετοχές και το Ελληνικό Δημόσιο θα αναλάβει το 5% του μετοχικού κεφαλαίου ήτοι 5.000 μετοχές. Η καταβολή του μετοχικού κεφαλαίου γίνεται σε μετρητά εντός δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Οι μετοχές της Εταιρείας είναι ονομαστικές και αμεταβίβαστες.
2.Με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, η οποία λαμβάνεται με την απαρτία και την πλειοψηφία που προβλέπεται από το άρθρο 29 του κ.ν. 2190/1920, αυξάνεται το μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας με την έκδοση ονομαστικών και αμεταβίβαστων μετοχών. Σε περίπτωση παραίτησης μετόχου ή μετόχων από το δικαίωμα προτίμησης, ισχύουν οι οικείες διατάξεις του κ.ν. 2190/1920.

Άρθρο τρίτο
Γενική Συνέλευση
1.Η Γ ενική Συνέλευση της Εταιρείας είναι το ανώτατο
όργανό της και μπορεί να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά την Εταιρεία. Είναι η μόνη αρμόδια να αποφασίζει για τα εξής θέματα: α. Παράταση της διάρκειας ή διάλυση της Εταιρείας, β. Τροποποίηση του Καταστατικού, γ. Αύξηση (ή μείωση) του Μετοχικού Κεφαλαίου, δ. Εκλογή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου μετά από πρόταση των μετόχων, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 4 του παρόντος Καταστατικού, ε. Έγκριση ετήσιων οικονομικών καταστάσεων, στ. Διάθεση ετήσιων κερδών, ζ. Εκλογή των Ελεγκτών, η. Έκδοση δανείου δ. ομολογιών, θ. Συγχώνευση, διάσπαση, μετατροπή, παράταση διάρκειας ή διάλυση της Εταιρείας ι. Απαλλαγή του Διοικητικού Συμβουλίου και των Ελεγκτών από κάθε ευθύνη και ια. Διορισμό Εκκαθαριστών.
2.Η Γ ενική Συνέλευση των μετόχων συγκαλείται από το Διοικητικό Συμβούλιο και συνέρχεται τακτικά στην έδρα της Εταιρείας τουλάχιστον μία φορά το χρόνο, πάντοτε μέσα στο πρώτο εξάμηνο από τη λήξη κάθε εταιρικής χρήσης. Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να συγκαλεί σε έκτακτη συνεδρίαση τη Γ ενική Συνέλευση των μετόχων, όταν το κρίνει σκόπιμο.
3.Η Γενική Συνέλευση συνέρχεται και εκτάκτως οποτεδήποτε το Διοικητικό Συμβούλιο κρίνει αυτό αναγκαίο, όταν το ζητήσουν μέτοχοι που εκπροσωπούν το 1/20 του καταβεβλημένου κεφαλαίου ή οι ελεγκτές, καθώς και στις προβλεπόμενες από το νόμο ή το Καταστατικό περιπτώσεις.
4.Όταν οι μέτοχοι που εκπροσωπούν το 1/20 του κεφαλαίου ή οι ελεγκτές ζητήσουν τη σύγκληση έκτακτης Γ ενικής Συνέλευσης, το Διοικητικό Συμβούλιο υποχρεούται εντός δέκα (10) ημερών από την επίδοση της αίτησης στον Πρόεδρο αυτού, να συγκαλέσει αυτήν με θέμα ημερήσιας διάταξης το θέμα που περιέχεται στην αίτηση.
5.Κατ’ εξαίρεση, η Γ ενική Συνέλευση επιτρέπεται να συνέρχεται και σε άλλον τόπο, εκτός της έδρας της Εταιρείας, ύστερα από άδεια του Υπουργού Ανάπτυξης. Η άδεια αυτή δεν απαιτείται όταν στη Συνέλευση παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται μέτοχοι που εκπροσωπούντο σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου και κανείς μέτοχος δεν αντιλέγει στην πραγματοποίηση της συνεδρίασης και στη λήψη αποφάσεων.
6.Στη Γενική Συνέλευση συζητούνται και αποφασίζονται μόνο θέματα που αναγράφονται στην ημερήσια διάταξη.
7.Η Γ ενική Συνέλευση, με εξαίρεση τις επαναληπτικές συνελεύσεις και εκείνες που εξομοιώνονται με αυτές, πρέπει να καλείται είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από την οριζομένη για τη συνεδρίασή της, στις οποίες συνυπολογίζονται και οι μη εργάσιμες ημέρες. Η ημέρα δημοσίευσης της πρόσκλησης της Γ ενικής Συνέλευσης και η ημέρα της συνεδρίασής της δεν υπολογίζονται.
8.·Η πρόσκληση της Γενικής Συνέλευσης, η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον το οίκημα, τη χρονολογία και την ώρα της συνεδρίασης, καθώς και τα θέματα της ημερήσιας διάταξης με σαφήνεια, τοιχοκολλάται σε εμφανή θέση του καταστήματος της Εταιρείας και δημοσιεύεται ως εξής:
α. Στο τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 3 του από 16 Ιανουαρίου 1930 προεδρικού διατάγματος "Περί Δελτίου Ανωνύμων Εταιρειών".
β. Σε μία ημερήσια πολιτική εφημερίδα που εκδίδεται στην Αθήνα και, κατά την κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου, έχει ευρύτερη κυκλοφορία σε ολόκληρη τη χώρα, που επιλέγεται από τις εφημερίδες του άρθρου 3 του ν.δ. 3757/1957, όπως ισχύει και
γ. Σε μία ημερήσια οικονομική εφημερίδα από εκείνες που:
αα. εκδίδονται έξι (6) ημέρες την εβδομάδα και επί τρία (3) χρόνια συνεχώς ως καθαρά οικονομικές εφημερίδες,
ββ. έχουν κυκλοφορία τουλάχιστον πέντε χιλιάδων (5.000)φύλλων την ημέρα καθ’ όλη την τριετία και
γγ. πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, προκειμένου για το χαρακτηρισμό εφημερίδας ως οικονομικής. Γ ια τις οικονομικές εφημερίδες, οι οποίες θα έχουν τη δυνατότητα να δημοσιεύουν προσκλήσεις, θα αποφασίζει ανά εξάμηνο ο Υπουργός Ανάπτυξης, με βάση έγγραφο του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, που θα βεβαιώνει τη συνδρομή των κατά τα πιο πάνω εδάφια (αα), (ββ) και (γγ) προϋποθέσεων.
9.Πρόσκληση για σύγκληση Γενικής Συνέλευσης δεν απαιτείται στην περίπτωση κατά την οποία στη συνέλευση παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται μέτοχοι που εκπροσωπούν το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου και κανείς από αυτούς δεν αντιλέγει στην πραγματοποίησή της και στη λήψη αποφάσεων.
10.Κάθε μέτοχος, δέκα (10) ημέρες πριν από την τακτική Γενική Συνέλευση, μπορεί να πάρει από την Εταιρεία τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, καθώς και τις σχετικές εκθέσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και των Ελεγκτών.
11.Οι μέτοχοι που επιθυμούν να πάρουν μέρος στη Γενική Συνέλευση οφείλουν να καταθέσουν τους τίτλους των μετοχών τους στο Ταμείο της Εταιρείας ή στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ή σε οποιοδήποτε τράπεζα στην Ελλάδα, τουλάχιστον πέντε (5) ολόκληρες ημέρες πριν από εκείνη για την οποία ορίστηκε η συνεδρίαση της συνέλευσης.
12.Οι μέτοχοι που έχουν δικαίωμα συμμετοχής στη Γενική Συνέλευση μπορούν να αντιπροσωπευτούν σε αυτήν από πρόσωπα που έχουν εξουσιοδοτήσει νόμιμα. Τα έγγραφα αντιπροσωπεύσεως δύνανται να είναι ιδιωτικά.
13.Οι αποδείξεις κατάθεσης μετοχών, καθώς και τα έγγραφα νομιμοποίησης αντιπροσώπων των μετόχων, πρέπει να κατατίθενται στην Εταιρεία τουλάχιστον πέντε (5) ολόκληρες ημέρες πριν από τη συνεδρίαση της Γ ενικής Συνέλευσης.
14.Μέτοχοι που δεν έχουν συμμορφωθεί με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου αυτού μπορούν να πάρουν μέρος στη Γενική Συνέλευση μόνο μετά από άδειά της.
15.Σαράντα οκτώ (48) ώρες πριν από κάθε Γ ενική Συνέλευση, τοιχοκολλάται σε εμφανή θέση του καταστήματος της Εταιρείας νόμιμα συνταγμένος πίνακας των μετόχων που έχουν δικαίωμα ψήφου στη Γενική αυτή Συνέλευση. Ο πίνακας αυτός πρέπει να περιέχει όλα τα στοιχεία που αξιώνει ο νόμος, όπως τις ενδείξεις των τυχόν αντιπροσώπων των μετόχων, τον αριθμό των μετοχών και ψή φωντου καθενός και τις διευθύνσεις των μετόχων και των αντιπροσώπων τους.
16.Η Γενική Συνέλευση βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει εγκύρως επί των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης όταν παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται σε αυτήν μέτοχοι εκπροσωπούντες το 1/5 τουλάχιστον του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου.
17.Εάν δεν συντελεσθεί τέτοια απαρτία, η Γενική Συνέλευση συνέρχεται εκ νέου μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τη χρονολογία της συνεδρίασης που ματαιώθηκε, προσκαλούμενη για το σκοπό αυτόν πριν από τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες, βρίσκεται δε κατά την επαναληπτική αυτή συνεδρίαση σε απαρτία και συνεδριάζει εγκύρως επί των θεμάτων της αρχικής ημερήσιας διάταξης, οποιοδήποτε και αν είναι το τμήμα του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου που εκπροσωπείται σε αυτήν.
18.Εξαιρετικά, προκειμένου για αποφάσεις που αφορούν σε μεταβολή του αντικειμένου της επιχείρησης αυτής, σε επαύξηση των υποχρεώσεων των μετόχων, σε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου ή επιβαλλόμενη από διατάξεις νόμων, σε μείωση του μετοχικού κεφαλαίου, σε έκδοση δανείου δι’ ομολογιών, σε μεταβολή του τρόπου διάθεσης των κερδών, σε συγχώνευση, διάσπαση, μετατροπή, αναβίωση, παράταση της διάρκειας ή διάλυση της Εταιρείας, παροχή ή ανανέωση εξουσίας προς το Διοικητικό Συμβούλιο για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου ή έκδοση ομολογιακού δανείου, η συνέλευση βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει εγκύρως επί των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης, όταν παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται σε αυτήν μέτοχοι εκπροσωπούντες τα δύο τρίτα (2/3) του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου.
19.Εάν δεν συντελεσθεί τέτοια απαρτία, η Γ ενική Συνέλευση προσκαλείται και συνέρχεται εκ νέου κατά τις διατάξεις της παραγράφου 17 του παρόντος άρθρου, βρίσκεται δε σε απαρτία και συνεδριάζει εγκύρως επί των θεμάτων της αρχικής ημερήσιας διάταξης, όταν εκπροσωπείται σε αυτήν το 1/2 τουλάχιστον του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου. Εάν δεν συντελεσθεί και αυτή η απαρτία, η συνέλευση προσκαλούμενη και συνερχόμενη κατά τα παραπάνω βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει εγκύρως επί των θεμάτων της αρχικής ημερήσιας διάταξης, όταν εκπροσωπείται σε αυτήν το 1/3 τουλάχιστον του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου.
20.Οι αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης λαμβάνονται κατ’ απόλυτη πλειοψηφία των εκπροσωπούμενων ψήφων σε αυτήν.
21.Κατ’ εξαίρεση, οι αποφάσεις που προβλέπονται από την παράγραφο 18 του παρόντος, λαμβάνονται με πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) των ψήφων που εκπροσωπούνται στη συνέλευση.
22.Στη Γενική Συνέλευση προεδρεύει προσωρινά ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, ή, όταν κωλύεται αυτός, ο νόμιμος αναπληρωτής του. Χρέη Γραμματέα εκτελεί προσωρινά αυτός που ορίζεται από τον Πρόεδρο.
23.Αφού εγκριθεί ο κατάλογος των μετόχων που έχουν δικαίωμα ψήφου, η συνέλευση προχωρεί στην εκλογή του Προέδρου της και ενός Γραμματέα, που εκτελεί και χρέη ψηφολέκτη.
24.Για τα θέματα που συζητούνται και αποφασίζονται στη συνέλευση τηρούνται πρακτικά, που υπογράφονται από τον Πρόεδρο και το Γραμματέα της. Με αίτηση παντός μετόχου, ο Πρόεδρος της Γενικής Συνέλευσης υποχρεούται να καταχωρίσει στα πρακτικά ακριβή περίληψη της γνώμης του μετόχου.
25.Τα αντίγραφα και τα αποσπάσματα των πρακτικών επικυρώνονται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου ή το νόμιμο αναπληρωτή του ή άλλο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου που ορίζεται από αυτό.
26.Μετά την έγκριση των ετήσιων λογαριασμών (ετήσιων οικονομικών καταστάσεων), η Γενική Συνέλευση με ειδική ψηφοφορία, που ενεργείται με ονομαστική κλήση, αποφαίνεται για την απαλλαγή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και των Ελεγκτών από κάθε ευθύνη για αποζημίωση. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και οι υπάλληλοι της Εταιρείας ψηφίζουν μόνο με τις μετοχές τους. Η απαλλαγή του Διοικητικού Συμβουλίου είναι ανίσχυρη στις περιπτώσεις του άρθρου 22α του κ.ν. 2190/1920.

Άρθρο τέταρτο
Διοικητικό Συμβούλιο
1.Η Εταιρεία διοικείται από Διοικητικό Συμβούλιο, που αποτελείται από επτά (7) μέλη. Έκαστος μέτοχος εκπροσωπείται στο Διοικητικό Συμβούλιο ως ακολούθως: ο Ο.Τ.Ε. με ένα (1) μέλος, το Τ.Α.Π. Ο.Τ.Ε. με δύο (2) μέλη, το Ταμείο Αρωγής Προσωπικού Ο.Τ.Ε. με ένα (1) μέλος, η ΟΜ.Ε. Ο.Τ.Ε. με ένα (1) μέλος και το Ελληνικό Δημόσιο με δύο (2) μέλη εκ των οποίων το ένα θα προέρχεται από το Υπουργείο Οικονομικών (Γ.Λ.Κ.) και το άλλο από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Γ.Γ.Κ.Α.). Έκαστος μέτοχος προτείνει στη Γενική Συνέλευση αριθμό υποψηφίων διπλάσιο από τον αριθμό των εκπροσώπων του στο Διοικητικό Συμβούλιο προκειμένου η Γ ενική Συνέλευση να προβεί στην εκλογή τους.
Χρέη Γραμματέα του Δ.Σ. ασκεί υπάλληλος της Εταιρείας που ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον Πρόεδρο.
Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου πρέπει να είναι άτομα εγνωσμένου κύρους, εμπειρίας ή επιστημονικής διακρίσεως στο χρηματοοικονομικό χώρο.
2.Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου εκλέγονται για τριετή θητεία. Η θητεία των συμβούλων δύναται να ανανεωθεί χωρίς περιορισμό. Δύνανται να ανακληθούν ανά πάσα στιγμή χωρίς να απαιτείται ειδική προς τούτο αιτιολογία μόνον από τον μέτοχο τον οποίον εκπροσωπούν και με ειδική αιτιολογία από τη Γενική Συνέλευση. Στην περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο κενωθεί θέση συμβούλου λόγω παραιτήσεως, ανακλήσεως, θανάτου ή εκπτώσεως, αυτή πληρώνεται για το υπόλοιπο της θητείας με υπόδειξη του μετόχου στον οποίο αναλογεί η κενωθείσα θέση.
Η αποζημίωση του Προέδρου και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου καθορίζεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης.
3.Το Διοικητικό Συμβούλιο, αμέσως μετά την εκλογή του, συνέρχεται και συγκροτείται σε σώμα, εκλέγοντας τον Πρόεδρο, έναν Αντιπρόεδρο, το Διευθύνοντα Σύμβουλο και ενδεχομένως έναν Εντεταλμένο Σύμβουλο, καθορίζοντας συγχρόνως και τις αρμοδιότητες αυτών.
4.Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι το ανώτατο όργανο της διοίκησης της Εταιρείας και διαμορφώνει τη στρατηγική και την πολιτική ανάπτυξης αυτής, ενώ εποπτεύει, ελέγχει και διαχειρίζεται την περιουσία της. Αποφασίζει για όλα τα θέματα που αφορούν την Εταιρεία μέσα στα πλαίσια του εταιρικού σκοπού, με εξαίρεση εκείνα που, σύμφωνα με το νόμο ή το Καταστατικό, ανήκουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα άλλων οργάνων.
5.Το Διοικητικό Συμβούλιο συνεπικουρείται στο έργο του από την Επενδυτική Επιτροπή. Μετά από πρόταση της Επενδυτικής Επιτροπής αποφασίζει για την επενδυτική πολιτική της Εταιρείας, το πλαίσιο των διαφόρων μορφών επενδύσεων, την κατανομή των ποσών, τους διαχειριστές και το μέρος του Ειδικού Κεφαλαίου που θα ανατίθεται προς διαχείριση σε κάθε Διαχειριστή.
6.Το Διοικητικό Συμβούλιο έχει ιδίως τις παρακάτω αρμοδιότητες:
α. Αναλαμβάνει κάθε επιχειρηματική ή άλλη δραστηριότητα, διενεργεί κάθε υλική πράξη και καταρτίζει κάθε δικαιοπραξία.
β. Καταρτίζει και υποβάλλει στην τακτική Γ ενική Συνέλευση τον ετήσιο προϋπολογισμό της Εταιρείας.
γ. Καταρτίζει, μετά το πέρας κάθε εταιρικής χρήσης και υποβάλλει στην Τακτική Γ ενική Συνέλευση, τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της Εταιρείας, οι οποίες περιλαμβάνουν τον απολογισμό εσόδων-εξόδων, τον ισολογισμό, το λογαριασμό των αποτελεσμάτων χρήσεως, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο που προβλέπεται από γενικές ή ειδικές διατάξεις.
δ. Συγκαλεί τακτική ή έκτακτη Γενική Συνέλευση, όποτε αυτό προβλέπεται από το νόμο ή το Καταστατικό ή όταν κρίνεται αναγκαίο.
ε. Εισηγείται στη Γ ενική Συνέλευση όλα τα προς συζήτηση θέματα.
στ. Αποφασίζει για την ίδρυση θυγατρικών εταιρειών και τη συμμετοχή της Εταιρείας σε άλλες εταιρείες στο εσωτερικό και το εξωτερικό.
ζ. Αποφασίζει για την εκποίηση περιουσιακών στοιχείων, για την άσκηση αγωγών, για την παραίτηση από ασκηθείσες αγωγές, για άσκηση ενδίκων μέσων ή για παραίτηση από αυτά, για δικαστικούς ή εξώδικους συμβιβασμούς, καθώς και για σύνοψη δανείων κάθε μορφής, δυναμένης της Εταιρείας να εκχωρεί για την ασφάλειά της, ενόλω ή εν μέρει, προσόδους της Εταιρείας και να παρέχει δικαιώματα υποθήκης επί ακινήτων της.
η. Συντάσσει τον Κανονισμό Εσωτερικής Οργάνωσης και Λειτουργίας της Εταιρείας, το Γ ενικό Κανονισμό Προσωπικού και εγκρίνει τον Κανονισμό Λειτουργίας της Επενδυτικής Επιτροπής, θ. Εκπροσωπεί την Εταιρία δικαστικώς και εξωδίκως. ι. Αποφασίζει επί των θεμάτων που αφορούν στην οργάνωση και λειτουργία της Εταιρείας, καθώς και στον εσωτερικό Κανονισμό και στον έλεγχο αυτής.
7.Το Διοικητικό Συμβούλιο, με απόφασή του, μπορεί να αναθέτει την άσκηση μέρους ή ορισμένων εξουσιών και αρμοδιοτήτων του, καθώς και τη διαχείριση, διοίκηση ή διεύθυνση υποθέσεων και της περιουσίας του στον Πρόεδρο, στο Διευθύνοντα Σύμβουλο, ή στον Εντεταλμένο Σύμβουλο, εκτός εάν ο νόμος για τις πράξεις αυτές απαιτεί συλλογική ενέργεια.
8.Το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο διορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Μεταφορών και Επικοινωνιών που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μετά από πρόταση των Διοικητικών Συμβουλίων καθενός από τους μετόχους, τηρώντας την αναλογία εκπροσώπησης αυτών της παρ. 1 του άρθρου αυτού. Το Διοικητικό Συμβούλιο συγκροτείται σε σώμα εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της ως άνω κοινής υπουργικής απόφασης.

Άρθρο πέμπτο
Επενδυτική Επιτροπή
1.Η Επενδυτική Επιτροπή της Εταιρείας αποτελείται από πέντε (5) μέλη, εκ των οποίων ο ένας θα είναι διαχειριστής, και ορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου που λαμβάνεται με πλειοψηφία του συνόλου των μελών του. Τα μέλη της Επενδυτικής Επιτροπής, υπάλληλοι ή μη της Εταιρείας, θα είναι πτυχιούχοι ανώτατων οικονομικών σχολών ή πτυχιούχοι ανώτατων σχολών με τίτλο μεταπτυχιακών σπουδών στα οικονομικά και με τριετή τουλάχιστον προϋπηρεσία σε αντίστοιχες θέσεις ή σε διευθυντικές θέσεις εταιρειών με συναφές αντικείμενο. Οι κανόνες που διέπουν τη λειτουργία της Επενδυτικής Επιτροπής, οι αρμοδιότητές της και οι λεπτομέρειες εφαρμογής τους αποφασίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο.
2.Η Επενδυτική Επιτροπή προτείνει στο Διοικητικό Συμβούλιο:
α. Την επενδυτική πολιτική της Εταιρείας, το πλαίσιο και την κατανομή των διαφόρων μορφών επενδύσεων με σκοπό την αποδοτική διαχείριση και ελαχιστοποίηση των επενδυτικών κινδύνων.
β. Τους Διαχειριστές, τους οποίους η Επιτροπή αξιολογεί με βάση τη φερεγγυότητά τους και τις προηγούμενες επιδόσεις τους στη διαχείριση.
γ. Το μέρος του Ειδικού Κεφαλαίου που θα ανατεθεί προς διαχείριση σε καθέναν από τους Διαχειριστές.
3.Η Επιτροπή παρακολουθεί και ελέγχει τους Διαχειριστές και υποβάλλει σε τακτική ή έκτακτη βάση στο Διοικητικό Συμβούλιο τα πορίσματα του ελέγχου.
4.Επιτρέπεται στην Εταιρεία να διαχειρίζεται η ίδια ποσό ανερχόμενο μέχρι το 20% του συνόλου του Ειδικού Κεφαλαίου. Η διαχείριση του εναπομένοντος ποσού θα ανατίθεται υποχρεωτικώς σε εξωτερικό Διαχειριστή ή Διαχειριστές.

Άρθρο έκτο
Εταιρική Χρήση
Η εταιρική χρήση είναι δωδεκάμηνης διάρκειας και αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Εξαιρετικά, η πρώτη εταιρική χρήση αρχίζει με τη δημοσίευση του παρόντος στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του επόμενου έτους.
Για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται με το παρόν Καταστατικό εφαρμόζονται οι διατάξεις του κ. ν. 2190/1920 και του ν. 2396/1996."
2.α. Στο Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Ο.Τ.Ε. (Τ.Α.Π.Ο.Τ.Ε.) δημιουργείται Ειδικό Κεφάλαιο από εφάπαξ εισφορά του Δημοσίου, από προκαταβολή της οικονομικής υποχρέωσης του Ο.Τ.Ε. προς αυτό, σύμφωνα με την παρ. 21 του άρθρου Δεύτερου του ν. 2257/1994 και από δάνειο του Ταμείου Αρωγής Προσωπικού Ο.Τ.Ε. που χορηγείται κατά τα οριζόμενα κατωτέρω.
β. Η εισφορά του Ελληνικού Δημοσίου καταβάλλεται από τη Δημόσια Επιχείρηση Κινητών Αξιών Ανώνυμη Εταιρεία (Δ.Ε.Κ.Α. Α.Ε.) έναντι τμήματος του προϊόντος μετοχοποίησης του Ο.Τ.Ε. υπό μορφή τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου ή μετοχών.
Η εν λόγω εισφορά καθορίζεται στο ποσό των 90 δισ. δρχ. και διατίθεται στην "Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Ειδικού Κεφαλαίου Τ.Α.Π.Ο.Τ.Ε. (ΕΔΕΚΤ Ο.Τ.Ε. Α.Ε.)" ευθύς μετά την ίδρυσή της.
γ. Ο Ο.Τ.Ε. προκαταβάλλει εφάπαξ στο Τ.Α.Π.Ο.Τ.Ε., μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, ποσά που αντιστοιχούν στις οικονομικές ενισχύσεις περισσότερων οικονομικών ετών, μέχρι του ορίου που καθορίζεται στην παρ. 21 του άρθρου Δεύτερου του ν. 2257/1994. Στην απόφαση του Δ.Σ. του Ο.Τ.Ε. αναφέρονται ρητά τα έτη για τα οποία προκαταβάλλονται τα σχετικά ποσά.
δ. Το Ταμείο Αρωγής Προσωπικού Ο.Τ.Ε., μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του, που εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αναλαμβάνει από την Τράπεζα της Ελλάδος μέρος των διαθέσιμων κεφαλαίων του, που τελούν υπό καθεστώς αποκλειστικής διαχείρισης, προκειμένου να προβεί στην παροχή δανείου προς το Ταμείο Ασφάλισης Προσωπικού Ο.Τ.Ε. (Τ.Α.Π.Ο.Τ.Ε.).
Για τον υπολογισμό του ποσοστού των διαθεσίμων του Ταμείου Αρωγής Προσωπικού Ο.Τ.Ε. που επενδύεται ελεύθερα, το ποσό του δανείου που αυτό θα χορηγήσει κατά τα ανωτέρω στο Τ.Α.Π. Ο.Τ.Ε. θα συνυπολογίζεται στα στοιχεία του Ενεργητικού του ως να ήταν κατατεθειμένο στην Τράπεζα της Ελλάδος.
Το επιτόκιο του χορηγούμενου δανείου είναι τουλάχιστον ίσο με την ποσοστιαία μέση ετήσια απόδοση των κατατεθειμένων στην Τράπεζα της Ελλάδος των ασφαλιστικών ταμείων. Η καταβολή των τόκων θα γίνεται εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του επόμενου έτους.
ε. Η εφάπαξ εισφορά του Ελληνικού Δημοσίου, η προκαταβολή του Ο.Τ.Ε. και το δάνειο του Ταμείου Αρωγής Προσωπικού Ο.Τ.Ε. θα καταβληθούν για λογαριασμό του Τ.Α.Π.Ο.Τ.Ε. στην "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΙΔΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Τ.Α.Π.Ο.Τ.Ε. Α.Ε. (ΕΔΕΚΤ Ο.Τ.Ε. Α.Ε.)" ευθύς μετά την ίδρυσή της.
στ. Το Ειδικό Κεφάλαιο εξαιρείται από τις διατάξεις του α.ν. 1611/1950 και του ν. 2676/1999, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά.
ζ. Οι αποδόσεις του Ειδικού Κεφαλαίου, μετά την αφαίρεση των προς το Ταμείο Αρωγής Προσωπικού Ο.Τ.Ε. ετησίως καταβαλλόμενων τόκων, διατίθενται για την κάλυψη των ετήσιων ελλειμμάτων του Τ.Α.Π. Ο.Τ.Ε.. Το εναπομένον ποσό προστίθεται στο κεφάλαιο του Ειδικού Κεφαλαίου. Δεν επιτρέπεται στο Τ.Α.Π.Ο.Τ.Ε. να αναλαμβάνει οποιοδήποτε ποσό του Ειδικού Κεφαλαίου.
η. Έσοδα της Εταιρείας είναι οι αμοιβές από τη διαχείριση του Ειδικού Κεφαλαίου και οι πρόσοδοι από την εν γένει επιχειρηματική της δραστηριότητα, οι δωρεές, κληρονομιές και κληροδοσίες, ως και οι πρόσοδοι από κάθε άλλη νόμιμη αιτία.
θ. Η Δ.Ε.Κ.Α. Α.Ε. αναλαμβάνει την υποχρέωση κάλυψης των ελλειμμάτων του Τ.Α.Π.Ο.Τ.Ε. της περιόδου 1.11.1998 έως έξι (6) μήνες μετά την έναρξη λειτουργίας της Ανωνύμου Εταιρείας της παρ. 1 του άρθρου αυτού, που διενεργείται με την παράδοση στο Τ.Α.Π.Ο.Τ.Ε. ισόποσης αξίας τίτλων ή μετοχών.
ι. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Μεταφορών και Επικοινωνιών μπορεί να ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου αυτού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’
ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 13
Μισθολογική Προαγωγή Συνταγματαρχών

1.Συνταγματάρχες του Στρατού Ξηράς και Αξιωματικοί αντίστοιχου βαθμού των λοιπών κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς και της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και του Λιμενικού Σώματος προάγονται μισθολογικά στο βαθμό του Ταξιάρχου με τη συμπλήρωση είκοσι τριών (23) ετών υπηρεσίας Αξιωματικού εκ των οποίων ένα (1) έτος στον κατεχόμενο βαθμό ή τρία
(3)έτη στον κατεχόμενο βαθμό μέχρι 5.9.2001 και από 6.9.2001 είκοσι τεσσάρων (24) ετών υπηρεσίας Αξιωματικού εκ των οποίων ένα (1) έτος στον κατεχόμενο βαθμό ή τρία (3) έτη στον κατεχόμενο βαθμό.
2.Για τον υπολογισμό των αποδοχών των παραπάνω μισθολογικών προαγωγών στους επόμενους βαθμούς δεν λαμβάνεται υπόψη το επίδομα θέσης υψηλής ευθύνης.

Άρθρο 14
Ρύθμιση διαφόρων θεμάτων

1.Η ειδική αποζημίωση γιατρών, νοσηλευτικού προσωπικού και πληρωμάτων ασθενοφόρων που εκτελούν διατεταγμένη υπηρεσία με αεροπορικά μέσα για παροχή πρώτων βοηθειών σε ασθενούντα άτομα, όπως αυτή έχει καθορισθεί με την με αριθμό πρωτ. 2078304/ 8184/0022/30.12.1994 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, εξακολουθεί να καταβάλλεται στους δικαιούχους αυτής και υπό το καθεστώς ισχύος του ν. 2470/1997 (ΦΕΚ 40 Α') και του ν. 2606/1998 (ΦΕΚ 89 Α’).
Η αποζημίωση αυτή μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας και δεν εμπίπτει στους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρων 14και 15του ν. 2703/1998 (ΦΕΚ72Α').
2.Στην περίπτωση γ’ της παραγράφου 4 της κατηγορίας I του άρθρου 8 του ν. 2343/1995 (ΦΕΚ 211 Α’) προστίθεται εδάφιο, που έχει ως εξής:
“Ειδικά, ο υπάλληλος που αποσπάται. στη θέση του Γ ενικού Διευθυντή δύναται να επιλέξει ή τις αποδοχές της οργανικής του θέσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο ή τις αποδοχές της θέσης στην οποία αποσπάται, με τα κάθε είδους επιδόματα και προσαυξήσεις, καθώς και τις πρόσθετες παροχές που λαμβάνει το προσωπικό της Σχολής και ανπστοιχούν στη θέση αυτή."
3.Τα επιδόματα υψηλού βαθμού ευθύνης και ασφαλείας του προσωπικού της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (Ε.Υ.Π.), όπως αυτά έχουν διατηρηθεί με τη διάταξη της περίπτωσης δ'της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του ν. 2470/1997 (ΦΕΚ 40 Α') δύνανται να αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών από την 1.1.2000 και μετά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Άρθρο 15
Σύσταση Διεύθυνσης Πληροφοριακών Συστημάτων

1.Στο Υπουργείο Οικονομικών (Γενική Γραμματεία Δημοσιονομικής Πολιτικής) συνιστάται Διεύθυνση Πληροφοριακών Συστημάτων, η οποία περιλαμβάνεται στις οργανικές Διευθύνσεις που συγκροτούν το Γ ενικό Λογιστήριο του Κράτους.
Η ανωτέρω Διεύθυνση μελετά, αναπτύσσει, συντηρεί και υποστηρίζει την παραγωγική λειτουργία των συστημάτων πληροφορικής και των τοπικών δικτύων που εξυπηρετούν τις λειτουργίες της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής.
Η Διεύθυνση συνεργάζεται στενά με τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων για το στρατηγικό σχεδίασμά των πληροφοριακών συστημάτων του Γ ενικού Λογιστηρίου του Κράτους, τη βελτίωση των τεχνικών υποδομών με στόχο τη σύνθεση και ικανοποίηση των νέων απαιτήσεων, τη διασυνδεσιμότητα και διαλειτουργικότητα των πληροφοριακών συστημάτων, ώστε να αξιοποιούνται στο μέγιστο βαθμό οι καθολικές δικτυακές υποδομές και οι πληροφοριακοί πόροι των ολοκληρωμένων πληροφοριακών συστημάτων TAXIS και τελωνείων.
Η Διεύθυνση Πληροφοριακών Συστημάτων διαρθρώνεται στα κατωτέρω Τμήματα: α. Τμήμα Α’ Θησαυροφυλακίου, Προϋπολογισμού και Ελέγχου Δαπανών, Τράπεζας Δημοσιονομικών Δεδομένων, Υπηρεσίας Έρευνας και Ελέγχου Τιμών, Μονάδας Επιστημονικής Τεκμηρίωσης και Ανάλυσης και Γενικών Εφαρμογών, β. Τμήμα Β’ Μισθοδοσίας και Συντάξεων, γ. Τμήμα Γ’ Ανάπτυξης, Εκμετάλλευσης και Υποστήριξης Εξοπλισμού Η/Υ και Δικτύων.
2.Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι αρμοδιότητες και η κατανομή αυτών στα ανωτέρω τμήματα της Διεύθυνσης.
3.Για τη στελέχωση της ανωτέρω Διεύθυνσης συνιστώνται στο Υπουργείο Οικονομικών (Γενικό Λογιστήριο του Κράτους) οι κατωτέρω κλάδοι και θέσεις προσωπικού:
α. Κλάδος ΠΕ Πληροφορικής (Software), θέσεις οκτώ (8), με βαθμό Δ’ έως Α’.
β. Κλάδος ΠΕ Πληροφορικής (Hardware), θέση μία (1), με βαθμό Δ’ έως Α’, γ. Κλάδος ΤΕ Πληροφορικής (Software), θέσεις πέντε (5),με βαθμό Δ' έως Α’.
δ. Κλάδος ΤΕ Πληροφορικής (Hardware), θέσεις δύο (2), με βαθμό Δ' έως Α’, ε. Κλάδος ΔΕΠληροφορικής Χειριστών Η/Υ, θέσεις έξι (6),με βαθμό Δ’ έως Α’.
Επίσης συνιστάται μία (1) θέση με βαθμό Διευθυντή, που καλύπτεται από υπαλλήλους των ανωτέρω Κλάδων ΠΕΠληροφορικής.
4.Κατά την πρώτη εφαρμογή, η στελέχωση της Διεύθυνσης γίνεται με υπαλλήλους που αποσπώνται ή μετατάσσονται από το ΚΕ.Π.Υ.Ο. και άλλους φορείς του δημόσιου τομέα, με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων.
5.Κατά την πρώτη εφαρμογή και μέχρι να ολοκληρωθεί η παράδοση εφαρμογών και αρχείων εξακολουθεί να παρέχεται η τεχνική και λειτουργική υποστήριξη από τα τμήματα του ΚΕ.Π.Υ.Ο. που σήμερα εξυπηρετούντο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους.
6.Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ρυθμίζονται θέματα λειτουργίας της συνιστώμενης με το παρόν άρθρο Διεύθυνσης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

Άρθρο 16
Ειδική ρύθμιση χρεών

Οι επιχειρήσεις που επλήγησαν από την πυρκαιά της 10.1.1991 στο κτίριο επί των οδών Πανεπιστημίου 61 και Θεμιστοκλέους 1 και των οποίων οι ζημίες δεν αποκαταστάθηκαν, δικαιούνται να ζητήσουν να καταβάλλονται από 31.1 2.2000, χωρίς προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, όλες οι δόσεις, ληξιπρόθεσμες και μη, των χρεών τους προς το Δημόσιο που είναι βεβαιωμένα στις Δ.Ο.Υ., για να εξοφληθούν κατά τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 23του ν. 2166/1993 (ΦΕΚ 137 Α').
Προϋπόθεση για την αναστολή αυτήν αποτελεί η προσκόμιση βεβαίωσης της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών, ότι δεν έχουν ληφθεί από τις επιχειρήσεις αυτές οι κρατικές ενισχύσεις και τα δικαιούμενα δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Η σχετική αίτηση πρέπει να κατατεθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. μέσα σε ένα (1) μήνα από τη δημοσίευση του νόμου αυτού.

Άρθρο 17
Ρύθμιση μετακινήσεων υπαλλήλων Ε.Σ.Υ.Ε.

1.Οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του ν. 2685/1999 (ΦΕΚ 35 Α’) έχουν εφαρμογή και για τους υπαλλήλους της Γενικής Γραμματείας Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος (Γ.Γ.Ε.Σ.Υ.Ε.) σε περιόδους γενικών απογραφών.
2.Στους υπαλλήλους της ίδιας Υπηρεσίας (Γ.Γ.Ε.Σ.Υ.Ε.), που υπηρετούν σε Υπηρεσίες Στατιστικής νομαρχιακού επιπέδου και μετακινούνται σε απόσταση από είκοσι (20) μέχρι σαράντα (40) χιλιόμετρα για τη συλλογή στατιστικών στοιχείων ή τη διεξαγωγή απογραφών, μεσοαπογραφών και στατιστικών ερευνών ή εργασιών μέσα στα όρια του νομού της αρμοδιότητάς τους και επιστρέφουν αυθημερόν στην έδρα τους, καταβάλλεται η αποζημίωση της παραγράφου 2 (περίπτωση Γ’) του άρθρου 9 του ν. 2685/1999.

Άρθρο 18
Οικονομική ενίσχυση πληγέντων από φυσικά φαινόμενα

1.Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών επιτρέπεται η καταβολή χρηματικού βοηθήματος σε συνταξιούχους ή βοηθηματούχους του Δημοσίου, κατοίκους περιοχών που υπέστησαν καταστροφές από σεισμό ή άλλα φυσικά φαινόμενα.
2.Το χρηματικό βοήθημα της προηγούμενης παραγράφου επιτρέπεται να καταβάλλεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού σε συνταξιούχους Ν.Π.Δ.Δ. που διέπονται από το ίδιο με τους δημοσίους υπαλλήλους συνταξιοδοτικό καθεστώς και οι συντάξεις τους βαρύνουν τους οικείους φορείς, σε σιδηροδρομικούς συνταξιούχους που διέπονται από το καθεστώς του ν.δ. 3395/1955 (ΦΕΚ 276 Α’), καθώς και σε συνταξιούχους του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (Ν.Α.Τ.), εφόσον οι συνταξιούχοι των κατηγοριών αυτών είναι επίσης κάτοικοι περιοχών που υπέστησαν καταστροφές από σεισμό ή άλλα φυσικά φαινόμενα.
3.Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας επιτρέπεται η καταβολή έκτακτης οικονομικής βοήθειας στις οικογένειες όσων έχασαν τη ζωή τους από σεισμό ή άλλα φυσικά φαινόμενα και εξαιτίας τους.
4.Με τις υπουργικές αποφάσεις των προηγούμενων παραγράφων καθορίζονται, κατά περίπτωση, οι δικαιούχοι, οι όροι και οι προϋποθέσεις χορήγησης του προβλεπόμενου βοηθήματος, καθώς επίσης και το ύψος αυτού.
5.Απαλλάσσεται από το φόρο εισοδήματος, τέλη και λοιπές επιβαρύνσεις το εισόδημα από εκμίσθωση ή παραχώρηση κατοικιών που εκμισθώνονται ή παραχωρούνται στους πληγέντες από το σεισμό στο Νομό Αττικής της 7ης Σεπτεμβρίου 1999 και μέχρι το ποσό της επιδότησης που τους καταβάλλεται για την κάλυψη των στεγαστικών τους αναγκών με βάση τις με αριθμούς οικ. 3876/14.9.1999 και οικ. 4947/12.10.1999 αποφάσεις του Υφυπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων. Η απαλλαγή αυτή ισχύει για τα εισοδήματα που προκύπτουν από την έναρξη ισχύος των πιο πάνω αποφάσεων και μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2000. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων καθορίζονται τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.
6.Οι διατάξεις της παρ. 21 του άρθρου 20 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ 180 Α’) εφαρμόζονται αναλόγως και για το σύζυγο ή ένα τέκνο προσώπου, το οποίο απεβίωσε εξαιτίας του σεισμού της 7ης Σεπτεβρίου 1999. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης ορίζονται τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και ο τρόπος βεβαίωσης της αιτίας του κατά το προηγούμενο εδάφιο θανάτου, η προθεσμία και διαδικασία υποβολής των δικαιολογητικών και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.
7.Υποψήφιοι εκπαιδευτικοί της παρ. 1 του άρθρου 6του ν. 2525/1997, οι οποίοι υπάγονται στην περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου, διορίζονται κατά προτεραιότητα, μη εφαρμοζομένης ως προς αυτούς, της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 2525/1997. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ορίζονται τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, η προθεσμία και διαδικασία υποβολής και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.
8.Η ισχύς των διατάξεων του άρθρου αυτού αρχίζει από 7 Σεπτεμβρίου 1999.

Άρθρο 19
1.Η παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 2516/1997 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
"1. Απαιτήσεις ύψους πεντακοσίων πενήντα εκατομμυρίων (550.000.000) δραχμών των πιστωτριών Τραπεζών της υπό εκκαθάριση εταιρίας με την επωνυμία "ΒΑΜΒΑΚΟΥΡΓΙΑ ΒΟΛΟΥ Α.Ε." που έχουν δημιουργηθεί από ισόποση χρηματοδότηση της εταιρίας αυτής, για τη μερική ικανοποίηση δεδουλευμένων εργατικών απαιτήσεων, προσαυξημένες κατά το ποσό των απλών συμβατικών τόκων χωρίς άλλη προσαύξηση ή επιβάρυνση, κατατάσσονται μετά από τα έξοδα εκκαθάρισης προνομιακά, προ παντός άλλου δανειστή, ακόμα και προ των απαιτήσεων των δανειστών του άρθρου 31 του ν. 1545/1985 και ικανοποιούνται από το τίμημα της πώλησης των περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας κατά τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 2720/1999".
2.Η αληθής έννοια του άρθρου 18 του ν. 2643/1998, σε συνδυασμό με το άρθρο 975 αρ. 3 του Κ. Πολ.Δ. και 31 του ν. 1545/1985 είναι ότι μόνο οι απαιτήσεις του υπαλληλικού και εργατικού προσωπικού των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 18 του ν. 2643/1998 προτιμώνται και ικανοποιούνται προνομιακά σε σχέση με οποιοδήποτε άλλη απαίτηση που προβλέπεται από το άρθρο 975 αρ. 3 του Κ.Πολ.Δ..

Άρθρο 20
1.Για τη στελέχωση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Κινητών Αξιών Ανώνυμη Εταιρία (Δ.Ε.Κ.Α. Α.Ε.)" που συστάθηκε με το ν. 2526/ 1997 (ΦΕΚ 205 Α’), συνιστώνται οι εξής θέσεις, προσωπικού με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου:
α) Μία (1) θέση ειδικότητας Διοικητικού Οικονομικού (ΠΕ).
β) Μία (1) θέση ειδικότητας Δακτυλογράφων Χειριστών Η/Υ (ΔΕ).
γ) Μία (1) θέση Ειδικού Επιστήμονα με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου.
δ) Μία (1) θέση Ειδικού Νομικού Συμβούλου εξειδικευμένου στις διεθνείς χρηματοοικοκονομικές συναλλαγές.
2.Προσόντα διορισμού για τις πιο πάνω θέσεις προσωπικού ορίζονται τα εξής:
α) Ειδικότητα Διοικητικού Οικονομικού, τα προβλεπόμενα από τα προεδρικά διατάγματα 194/1988 και 368/1992, όπως κάθε φορά ισχύουν, και επιπλέον γνώση της χρήσης υπολογιστών και σύγχρονων λογιστικών πακέτων (Microsoft Office) και επαρκής γνώση της αγγλικής γλώσσας.
β) Ειδικότητα Δακτυλογράφων Χειριστών Η/Υ, τα προβλεπόμενα από τα προεδρικά διατάγματα 194/1988 και 368/1992, όπως κάθε φορά ισχύουν, και επιπλέον άριστη γνώση χρήσης υπολογιστών και των σύγχρονων πακέτων ελληνικής και αγγλικής δακτυλογραφίας.
3.Για την ειδικότητα του Ειδικού Επιστήμονα τα προβλεπόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 25 του ν. 1943/1991 όπως ισχύουν.
4.Ως προσόντα διορισμού στη θέση του Ειδικού Νομικού Συμβούλου, άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του δικηγόρου, άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας, που αποδεικνύεται από συναφείς τίτλους και εξειδικευμένες γνώσεις στις διεθνείς χρηματοοικονομικές συναλλαγές και συμβάσεις.
5.Ειδικός Επιστήμονας προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου διάρκειας μέχρι τριών (3) ετών, που μπορεί να ανανεώνεται.
6.Ο τρόπος πλήρωσης των θέσεων αυτών, καθώς και η διαδικασία προκήρυξης, αξιολόγησης και πρόσληψης ρυθμίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 2527/1997 (ΦΕΚ 206 Α’).
7.Η πλήρωση της θέσης του Ειδικού Νομικού Συμβούλου γίνεται με σύμβαση μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, η οποία εγκρίνεται από τον Υπουργό Οικονομικών. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται η διάρκεια της σύμβασης, η αντιμισθία του Ειδικού Νομικού Συμβούλου και οι ειδικότεροι όροι παροχής των υπηρεσιών του. Αντί της πλήρωσης της θέσης του Ειδικού Νομικού Συμβούλου, δύναταιτο Διοικητικό Συμβούλιο να αποφασίζει την ανάθεση υποθέσεων με αντικείμενο διεθνείς χρηματοοικονομικές συναλλαγές σε δικηγόρο που διαθέτει τα αναφερόμενα στην παρ. 4 προσόντα, με αμοιβή η οποία συμφωνείται ειδικά για κάθε υπόθεση.
8.Στην παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 2526/1997 προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:
"Στις συμβάσεις που συνάπτει η Εταιρεία δύναται να συμπράττει ως συμβαλλόμενο μέρος και το Δημόσιο εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών ή από ειδικά εξουσιοδοτημένο από αυτόν πρόσωπο".

Άρθρο 21
1.Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δύναται να μεταβιβάζονται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, καθώς και σε άλλες δημόσιες επιχειρήσεις, πιστωτικά ιδρύματα και οργανισμούς που ανήκουν κατ’ αποκλειστικότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, μετοχές οποιονδήποτε εταιριών ή επιχειρήσεων, εισηγμένων ή μη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, τις οποίες κατέχει το Ελληνικό Δημόσιο ή η Δημόσια Επιχείρηση Κινητών Αξιών Α.Ε. (Δ.Ε.Κ.Α. Α.Ε.). Με την ίδια απόφαση καθορίζεται το είδος, ο αριθμός και η τιμή διάθεσης των μεταβιβαζόμενων κατά τα ανωτέρω μετοχών, ο τρόπος καταβολής του τιμήματος και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την πραγματοποίηση της μεταβίβασης. Ειδικά για τον καθορισμό της τιμής των μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών μετοχών, προηγείται αποτίμηση της αξίας αυτών κατά τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας.
2.Η κατά την προηγούμενη παράγραφο μεταβίβαση μετοχών γίνεται κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων και κάθε γενική ή ειδική διάταξη νόμου που ρυθμίζει διαφορετικά το θέμα, καθώς και κάθε άλλος περιορισμός, προϋπόθεση, έγκριση κ.λπ. που προβλέπεται στους ιδρυτικούς ή άλλους νόμους και στα καταστατικά των παραπάνω εταιριών ή επιχειρήσεων δεν ισχύουν, υφιστάμενοι όμως περιορισμοί του Δημοσίου ή της Δ.Ε.Κ.Α. Α.Ε., εκ του νόμου ή εκ Συμβάσεως, ως προς τη διάθεση των μεταβιβαζόμενων μετοχών εξακολουθούν να δεσμεύουν αυτοδικαίως και τους φορείς προς τους οποίους μεταβιβάζονται οι άνω μετοχές.
3.Η κατά τα παραπάνω μεταβίβαση των μετοχών απαλλάσσεται από κάθε φόρο, τέλος, εισφορά ή δικαίωμα του Δημοσίου ή τρίτου.
4.Οι φορείς στους οποίους μεταβιβάσθηκαν μετοχές σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων, διαδέχονται αυτοδικαίως κατά τον αριθμό των μετοχών αυτώντο Ελληνικό Δημόσιο ήτη Δ.Ε.Κ.Α. Α.Ε. στο μετοχικό κεφάλαιο των εταιριών ή επιχειρήσεων αυτών.

Άρθρο 22
1.Η παράγραφος 3 του άρθρου 35 του ν. 2733/1999 αντικαθίσταται ως εξής:
"3. Τα ποσά που αναλαμβάνει να καλύψει προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. το Ελληνικό Δημόσιο στο πλαίσιο της ρύθμισης χρεών, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2538/1997, δύναται να καταβληθούν έως το σύνολό τους (ποσοστό 100%), με τη διάθεση στην Α.Τ.Ε. Α.Ε., κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων, ίσης αξίας μετοχών ή άλλων κινητών αξιών που κατέχει το Ελληνικό Δημόσιο ή η Δημόσια Επιχείρηση Κινητών Αξιών Α. Ε., οι οποίες αποτιμώνται από τα προβλεπόμενα από τις οικείες διατάξεις όργανα. Το είδος, ο αριθμός και η αξία των μεταβιβαζόμενων ως άνω μετοχών ή άλλων κινητών αξιών καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Η μεταβίβαση αυτή απαλλάσσεται από κάθε φόρο, τέλος, εισφορά ή δικαιώματα του Δημοσίου ή οποιουδήποτε τρίτου.
Κάθε γενική ή ειδική διάταξη, που αντίκειται στην παρούσα ή ρυθμίζει διαφορετικά το θέμα, καθώς και κάθε άλλος περιορισμός, προϋπόθεση, έγκριση κ.λπ. που προβλέπεται στους ιδρυτικούς ή άλλους νόμους, όπως ισχύουν, και στα καταστατικά των παραπάνω εταιριών ή επιχειρήσεων δεν ισχύουν για τη μεταβίβαση των άνω μετοχών ή κινητών αξιών προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος. Μετά την παραπάνω μεταβίβαση των μετοχών η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α. Ε. διαδέχεται αυτοδικαίως το Ελληνικό Δημόσιο ή τη Δ.Ε.Κ.Α. Α.Ε. στο μετοχικό κεφάλαιο των εταιριών ή επιχειρήσεων αυτών."
2.Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Καταστήματα Αφορολογήτων Ειδών Α.Ε. (Κ.Α.Ε. Α.Ε.)" εξαιρείται από το σύνολο των διατάξεων του ν. 2414/1996, όπως οι διατάξεις τροποποιήθηκαν και ισχύουν.
3.Το καταστατικό της εταιρίας Κ.Α.Ε. Α.Ε. τροποποιείται ή και κωδικοποιείται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων, σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920. Κάθε γενική ή ειδική διάταξη που αντίκειται στην παράγραφο αυτή ή που ρυθμίζει διαφορετικά το θέμα παύει να ισχύει.

Άρθρο 23
1.Οι ξενοδοχοϋπάλληλοι ασφαλισμένοι του Ταμείου Ασφαλίσεως Ξενοδοχοϋπαλλήλων, που έχουν συμπληρώσει είκοσι (20) τουλάχιστον πλήρη έτη στο επάγγελμα του ξενοδοχούπαλλήλου και εκατόν ογδόντα (180) τουλάχιστον πλήρεις μηνιαίες καταβολές στον κλάδο του Κεφαλαίου Πρόνοιας του Ταμείου, μπορούν με αίτησή τους να ζητήσουν τη λήψη εφάπαξ χρηματικού βοηθήματος.
Η άσκηση του επαγγέλματος του ξενοδοχούπαλλήλου αποδεικνύεται από αντίστοιχη ασφάλιση σε φορέα κύριας ασφάλισης της ημεδαπής, της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου ή χώρας με την οποία έχει συναφθεί διμερής σύμβαση κοινωνικής ασφάλισης.
Γ ια τους απασχολουμένους εποχιακά σύμφωνα με την οικεία συλλογική σύμβαση εργασίας, οι οποίοι εργάστηκαν στον ίδιο εργοδότη επί δύο (2) τουλάχιστον συνεχή έτη για εκατό (100) τουλάχιστον ημέρες εργασίας κάθε έτος, προσμετρείται αποκλειστικά για τη συμπλήρωση της εικοσαετίας στο επάγγελμα και το διάστημα που μεσολάβησε κατά τα ανωτέρω έτη.
Σε περίπτωση που οι ασφαλισμένοι, μετά τη λήψη του εφάπαξ βοηθήματος, απασχοληθούν σε εργασία ασφαλιστέα στο Ταμείο, κατά τη συνταξιοδότησή τους, δεν δικαιούνται δεύτερο εφάπαξ βοήθημα αλλά την επιστροφή των ατομικών τους εισφορών ατόκως, εφόσον από το χρόνο λήψης του βοηθήματος αυτού συμπληρώσουν εξήντα (60) τουλάχιστον πλήρεις μηνιαίες καταβολές.
Κατά τα λοιπά, για τα θέματα που ρυθμίζονται με τη διάταξη αυτή, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι ισχύουσες διατάξεις.
2.Το πέμπτο και έκτο εδάφιο της παρ. 8 του άρθρου 26 του ν. 2676/1999 αντικαθίστανται ως εξής:
"Σε κάθε δικαιούχο, που δεν θα λάβει εφάπαξ βοήθημα σύμφωνα μςτα ανωτέρω, καταβάλλεται ποσό που θα είναι ίσο με το 1/23 του 3% που καταβλήθηκε ως μηνιαία εισφορά για τον καταργούμενο κλάδο σε συνάρτηση και με τον αριθμό των ημερομισθίων, τα οποία είχε πραγματοποιήσει στην ασφάλιση ο κάθε δικαιούχος.
Για την κάλυψη των παραπάνω απαιτήσεων θα γίνει μεταφορά κεφαλαίων από τον κλάδο Ι.Κ.Α. Τ.Ε.Α.Μ.."
3.Η διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 21 του ν. 1902/1990 (ΦΕΚ 138 Α') καταργείται.
Οι μέχρι την έναρξη ισχύος της διάταξης αυτής εκδοθείσες αποφάσεις απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα ανακαλούνται οίκοθεν από τα αρμόδια όργανα του Ι.Κ.Α..

Άρθρο 24
Το σύνολο των τακτικών αποδοχών και των πρόσθετων αμοιβών που κατεβλήθησαν από τον Οργανισμό Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (Ο.Τ.Ε.) στους αποσπασμένους σε κεντρικές Υπηρεσίες Υπουργείων, πολιτικά γραφεία μελών της Κυβέρνησης, Υφυπουργών και Γενικών Γραμματέων Υπουργείων και αυτοτελών Γενικών Γραμματέων, Βουλευτών και Ευρωβουλευτών, Γενικών Γραμματέων Περιφερειών και Πολιτικά Κόμματα, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 31.12.1999, συμψηφίζεται με το μέρισμα του Δημοσίου. Κατά τα λοιπά ισχύουν τα εδάφια δεύτερο και τρίτο της παρ. 8 του άρθρου δεύτερου του ν. 2257/1994, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 2366/1995, καθώς και το άρθρο 18 του ν. 2470/1997, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 2592/1998.

Άρθρο 25
Η παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 2593/1998 (ΦΕΚ 59 Α’) αντικαθίσταται ως εξής:
"1. Σε οποιοδήποτε περίπτωση η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο εκάστοτε μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρίας δεν μπορεί να είναι κατώτερη του πενήντα ένα τοις εκατό (51%) των μετά ψήφου μετοχών της Εταιρείας μετά την κάθε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου."

Άρθρο 26
1.Οι περιοχές που εδρεύουν τα Κέντρα Υγείας Πάτμου και Ίου χαρακτηρίζονται ως άγονες και προβληματικές Α’ κατηγορίας.
2.Οι περιοχές που εδρεύουν Πολυδύναμα Περιφερειακά Ιατρεία χαρακτηρίζονται ως άγονες και προβληματικές Α’ κατηγορίας.
3.Γ ια το διορισμό σε θέσεις του κλάδου ιατρών Ε.Σ.Υ. των Πολυδύναμων Περιφερειακών Ιατρείων, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις που ισχύουν για τα Κέντρα Υγείας άγονων και προβληματικών περιοχών.

Άρθρο 27
1.α) Τα άρθρα 1, 2 και 4 του ν. 2359/1995, όπως ισχύει, καταργούνται.
β) Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 5 του ν. 2359/1995, όπως ισχύει, καταργούνται.
γ) Στο άρθρο 6 του ν. 2359/1995, όπως ισχύει, προστίθεται παράγραφος 15, η οποία έχει ως εξής:
"15. Το καταστατικό της Ε.Τ.Β.Α. τροποποιείται εφεξής με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων, με εξαίρεση τις διατάξεις του Μέρους Β’ "Ειδικές Διατάξεις" (άρθρα 1 έως 7) του ν.δ. 1369/1973, όπως ισχύει."
δ) Οι ρυθμίσεις του άρθρου 4 παράγραφος 3 του ν. 2238/1994 για μεταφορά φορολογικών ζημιών και συμψηφισμό τους με κέρδη επόμενων χρήσεων διατηρούνται και ισχύουν σε περίπτωση που η διαγραφή των ζημιών αυτών εχώρησε κατ’ επιταγή διατάξεως νόμου, θεσπισθέντος με σκοπό την εξυγίανση της εταιρίας.
2.Η Ε.Τ.Β.Α. δύναται, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 23α του κ.ν. 2190/1920, να χορηγεί δάνεια προς τους εργαζόμενους σε αυτήν ή τις θυγατρικές εταιρείες της για την αγορά μετοχών της με συμμετοχή στην ιδιωτική τοποθέτηση κατά την εισαγωγή των μετοχών της στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ε.Τ. Β.Α. προβλέπονται οι όροι για την παροχή των δανείων αυτών, συμπεριλαμβανομένου του ύψους τους και της δυνατότητας αποπληρωμής με δόσεις που συμψηφίζονται με το μισθό.

Άρθρο 28
1.Οι εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης εις βάρος των οποίων έχουν εκδοθεί ή πρόκειται να εκδοθούν από τις αρμόδιες φορολογικές αρχές πράξεις προσωρινού προσδιορισμού Φ.Π.Α., προστίμου Φ.Π.Α. και προστίμου Κ.Β.Σ., λόγω λήψεως, πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, εικονικών τιμολογίων αγοράς και εκδόσεως από τις παραπάνω εταιρίες φορολογικών στοιχείων ή διενέργειας εγγραφών στα φορολογικά τους βιβλία, με βάση τα παραπάνω τιμολόγια αγοράς, απαλλάσσονται από όλες τις προβλεπόμενες από τη φορολογική νομοθεσία διοικητικές και ποινικές κυρώσεις και πρόστιμα, εφόσον εντός μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, εάν μέχριτότε έχουν κοινοποιηθεί οι πράξεις προσωρινού προσδιορισμού Φ.Π.Α., προστίμου Φ.Π.Α. και Κ.Β.Σ., ή εντός μηνός από της κοινοποιήσεως των παραπάνω πράξεων, καταβληθεί από τις εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης, εφάπαξ, ποσό ίσο με το σύνολο του μη αποδοθέντος από τον εκδότη του φορολογικού στοιχείου Φ.Π.Α..
Η ευθύνη του τελευταίου εξακολουθεί να υφίσταται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
2.Οι ως άνω παραβάσεις δεν επιδρούν στο κύρος των ήδη διενεργηθεισών εγγραφών στα φορολογικά τους βιβλία, καθώς επίσης και στο κύρος των βιβλίων εταιριών χρηματοδοτικής μίσθωσης, υπό την προϋπόθεση της καταβολής του ως άνω ποσού κατά τα ανωτέρω.
3.Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς ενώπιον των ποινικών και διοικητικών δικαστηρίων σχετικές υποθέσεις.

Άρθρο 29
1 .α. Στους συνταξιούχους και χορηγιούχους του Δημοσίου γενικά, με εξαίρεση όσους λαμβάνουν στρατιωτική ή πολεμική σύνταξη ή σύνταξη εξομοιούμενη με αυτές, καθώς και όσους λαμβάνουν σύνταξη αγωνιστή εθνικής αντίστασης συνταξιούχου Ο.Γ.Α., πέρα από την καταβαλλόμενη σύνταξη, όπως αυτή θα διαμορφωθεί την 1η Ιανουαρίου 2000, χορηγείται από την ίδια ημερομηνία μαζί με τη σύνταξη και μηνιαίο ποσό εξομάλυνσης ως εξής:
ί) τρεις χιλιάδες (3.000) δραχμές για όσους λαμβάνουν σύνταξη μέχρι εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) δραχμές,
ii)πέντε χιλιάδες (5.000) δραχμές για όσους λαμβάνουν σύνταξη από εκατόν πενήντα χιλιάδες μία (150.001) δραχμές μέχρι διακόσιες πενήντα χιλιάδες (250.000) δραχμές και
iii)οκτώ χιλιάδες (8.000) δραχμές για όσους λαμβάνουν σύνταξη διακοσίων πενήντα χιλιάδων μίας (250.001) δραχμών και άνω.
β. Για τον προσδιορισμό του ποσού της καταβαλλόμενης την 1η Ιανουαρίου 2000 σύνταξης λαμβάνεται υπόψη το ποσό της βασικής σύνταξης, το τυχόν καταβαλλόμενο επίδομα ανικανότητας, η προσωρινή προσωπική διαφορά της παραγράφου 10 του άρθρου 1, καθώς και η προσωπική και αμεταβίβαστη διαφορά των πρώτων εδαφίων των παραγράφων 10 και 6 των άρθρων 4 και 24, αντίστοιχα, του ν. 2592/1998 (ΦΕΚ 57 Α’) και της περίπτωσης α’ της παραγράφου 8 του άρθρου 1 του ν. 2703/1999 (ΦΕΚ 72 Α’).
γ. Το κατά περίπτωση μηνιαίο ποσό εξομάλυνσης της περίπτωσης α’ χορηγείται και σε όσους θα καταστούν συνταξιούχοι μετά την 1η Ιανουαρίου 2000. Η καταβολή του ποσού αυτού αρχίζει από την ημερομηνία έναρξης καταβολής της σύνταξης.
δ. Οι διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας για τα συνδικαιούχα πρόσωπα στη σύνταξη, για συμμετοχή στη σύνταξη, για επιμερισμό του ποσού της σύνταξης και χωριστή καταβολή της έχουν εφαρμογή και για την καταβολή του ποσού εξομάλυνσης της περίπτωσης α’.
ε. Αν για οποιοδήποτε αιτία μεταβληθεί το ποσό της σύνταξης ή της χορηγίας, το ποσό εξομάλυνσης της περίπτωσης α’ επανακαθορίζεται με βάση τη νέα σύνταξη ή τη νέα χορηγία, από την ημερομηνία που επέρχεται η μεταβολή.
στ. Το ποσό εξομάλυνσης της περίπτωσης α’ καταβάλλεται και με τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας.
2.Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται ανάλογα από 1ης Ιανουαρίου 2000 και στους συνταξιούχους των οποίων οι συντάξεις δεν καταβάλλονται από το Δημόσιο, διέπονται όμως από τις ίδιες διατάξεις, είτε κατά παραπομπή προς όσα ισχύουν για τις πολιτικές συντάξεις είτε με ιδιαίτερα νομοθετήματα που περιλαμβάνουν παρόμοιες διατάξεις, καθώς και για το προσωπικό του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος που διέπεται από το καθεστώς του ν.δ. 3395/1955 (ΦΕΚ 276 Α’).
3.α.Στο τέλος της παραγράφου 6 του άρθρου 83 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 1041/1979, ΦΕΚ 292 Α’), όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 2 του ν. 2512/1997 (ΦΕΚ 138 Α’), προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής:
"Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και για το προσωπικό που μετατάσσεται στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ 180 Α’)."
β. Στο τέλος του άρθρου 84 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων προστίθεται παράγραφος 12 ως εξής:
"12. Το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. που διορίζεται σε μόνιμες θέσεις, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Κεφαλαίου Β’ του ν. 2738/1999 και αμειβόταν με ημερομίσθιο ή μηνιαίο μισθό, μπορεί με δήλωσή του, που δεν ανακαλείται κατά το διορισμό ή μέσα σε τρεις (3) μήνες από αυτόν, να διατηρήσει το ασφαλιστικό συνταξιοδοτικό καθεστώς κύριας, επικουρικής ασφάλισης, πρόνοιας και υγειονομικής περίθαλψης που είχε, αντί του ασφαλιστικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος στο οποίο θα υπαγόταν αυτοδίκαια μετά το διορισμό του στη μόνιμη θέση."
γ. Το δικαίωμα επιλογής ασφαλιστικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος της προηγούμενης περίπτωσης δύναται να ασκήσει και το προσωπικό που μετατάσσεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 2738/1999 σε προθεσμία τριών (3) μηνών από τη μετάταξή του.
δ. Η ασφαλιστική συνταξιοδοτική τακτοποίηση, όπου συντρέχει περίπτωση, του προσωπικού των προηγούμενων περιπτώσεων για το χρονικό διάστημα από τη μονιμοποίηση ή μετάταξή του μέχρι την ένταξή του στο νέο φορέα σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές γίνεται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του κάθε φορέα ή ταμείου.
ε. Οι διευθύνσεις προσωπικού των υπηρεσιών, όσων από το παραπάνω προσωπικό έχουν διοριστεί σε μόνιμες θέσεις μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, οφείλουν να ζητήσουν εγγράφως από το προσωπικό αυτό την παραπάνω δήλωση μέσα σε προθεσμία τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού.
στ. Η προθεσμία του εδαφίου α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του ν. 2738/1999 παρατείνεται τρεις (3) μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού.
ζ. Η παράγραφος 2 του άρθρου 30 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ 180 Α’) αντικαθίσταται ως εξής:
”2. Αν δεν υπάρχουν κενές θέσεις του κλάδου ή της ειδικότητας στην οποία καταρτίστηκαν, καταλαμβάνουν προσωποπαγείς θέσεις, αντίστοιχες με τα τυπικά τους προσόντα, που συνιστώνται με την πράξη διορισμού τους."
η. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 30 του ν. 2733/1999 αντικαθίσταται αφ’ ης ίσχυσε ως εξής:
“Στο τέλος της περιπτώσεως γ’ της παραγράφου 9Α του άρθρου 1 του ν. 2343/1995 (ΦΕΚ 211 Α’) προστίθεται εδάφιο ως ακολούθως:".

Άρθρο 30
Μισθολογική πολιτική έτους 2000

1.Ο μηνιαίος βασικός μισθός που αποτελεί τη βάση για τη διαμόρφωση, κατά περίπτωση, των βασικών μισθών ό λων των βαθμών της ιεραρχίας των δικαστικών λειτουργών, των Αρχιερέων της Εκκλησίας της Ελλάδος, του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, των Ιατροδικαστών, των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. και Ε.Π. των Τ.Ε. I., των Ερευνητών, των Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων (Ε.Λ.Ε.), των Συμβούλων και Παρέδρων Παιδαγωγικού Ινστιτούτου (Π.Ι.), του Ερευνητικού Προσωπικού του Κ.Ε.Π.Ε., των καθηγητών Ανωτάτων Στρατιωτικών Σχολών (Α.Σ.Σ.) και της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας (Ε.Σ.Δ.Υ.), των διπλωματικών υπαλλήλων και λοιπών συναφών κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών, των ιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας, των μελών του μόνιμου καλλιτεχνικού προσωπικού των Κρατικών Ορχηστρών Αθηνών και Θεσσαλονίκης και της Ορχήστρας της Λυρικής Σκηνής, του εκπαιδευτικού προσωπικού των Ακαδημιών Εμπορικού Ναυτικού (Α.Ε.Ν.), του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και των μισθολογικά αντίστοιχων προς αυτό κληρικών, ορίζεται από 1.1.2000, ως εξής: α) Πρωτόδικη, σε διακόσιες εβδομήντα έξι χιλιάδες (276.000) δραχμές,
β) Τιτουλάριου Επισκόπου και Βοηθού Επισκόπου της Εκκλησίας της Ελλάδος, σε τριακόσιες δεκαπέντε χιλιάδες (315.000) δραχμές.
γ) Δικαστικού Αντιπροσώπου Ν.Σ.Κ., σε διακόσιες εβδομήντα έξι χιλιάδες (276.000) δραχμές.
δ) Ιατροδικαστή Δ’ Τάξεως, σε διακόσιες δεκατέσσερις χιλιάδες (214.000) δραχμές.
ε) Λέκτορα Α.Ε.Ι., σε διακόσιες εβδομήντα μία χιλιάδες πεντακόσιες (271.500) δραχμές.
στ) Καθηγητή Εφαρμογών Τ.Ε.Ι., σε διακόσιες σαράντα έξι χιλιάδες (246.000) δραχμές,
ζ) Ερευνητή Δ’, σε διακόσιες εξήντα έξι χιλιάδες (266.000) δραχμές.
η) Ε.Λ.Ε. Δ’, σε διακόσιες πενήντα δύο χιλιάδες πεντακόσιες (252.500) δραχμές.
θ) Παρέδρου Π.Ι. με θητεία, σε διακόσιες ενενήντα μία χιλιάδες πεντακόσιες (291.500) δραχμές.
ι) Συνεργάτη Β’ του Κ. Ε. Π. Ε., σε διακόσιες δεκαπέντε χιλιάδες (215.000) δραχμές.
ια) Τακτικού καθηγητή Α.Σ.Σ. και Ε.Σ.Δ.Υ., σε τετρακόσιες μία χιλιάδες πεντακόσιες (401.500) δραχμές.
ιβ) Ακολούθου Πρεσβείας, σε εκατόν ενενήντα τέσσερις χιλιάδες πεντακόσιες (194.500) δραχμές.
ιγ) Επιμελητή Β’ γιατρού Ε.Σ.Υ., σε διακόσιες εξήντα εννιά χιλιάδες πεντακόσιες (269.500) δραχμές, ιδ) Μουσικού, σε διακόσιες είκοσι εννέα χιλιάδες (229.000) δραχμές.
ιε) Επιμελητή Α.Ε.Ν., σε διακόσιες τριάντα οκτώ χιλιάδες (238.000) δραχμές.
ιστ) Του 36ου μισθολογικού κλιμακίου του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 2470/1997 (ΦΕΚ 40 Α’), όπως διαμορφώθηκε την 1.1.1999, σε εκατόν είκοσι μία χιλιάδες (121.000) δραχμές.
2.Τα επιδόματα των παραγράφων 5,7 και 8 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997 διαμορφώνονται ως εξής:
ί) Προβληματικών και παραμεθόριων περιοχών: α) Γ ια προβληματικές περιοχές κατηγορίας Β’, σε έντεκα χιλιάδες (11.000) δραχμές.
β) Γ ια προβληματικές περιοχές κατηγορίας Α’ με εξαίρεση τις εξ αυτών παραμεθόριες του ν. 287/1976 (ΦΕΚ 78 Α’), σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) δραχμές.
γ) Γ ια όσες περιοχές χαρακτηρίζονται ταυτόχρονα προβληματικές και παραμεθόριες του ν. 287/1976, σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές.
ii)Νοσοκομειακό:
α) Γ ια προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και καθαριότητας, σε δεκατέσσερις χιλιάδες πεντακόσιες (14.500) δραχμές.
β) Γ ια τεχνικό προσωπικό και προσωπικό εργαζόμενο στην εστίαση, σε εννέα χιλιάδες εξακόσιες (9.600) δραχμές.
γ) Για λοιπό προσωπικό, σε έξι χιλιάδες (6.000) δραχμές.
iii)Ειδικής απασχόλησης προσωπικού των Ο.Τ.Α.:
α) Γ ια προσωπικό καθαριότητας εξωτερικών χώρων, αφοδευτηρίων, οδηγούς απορριμματοφόρων αυτοκινήτων, εργατοτεχνίτες αποχέτευσης, νεκροταφείων και ρίψης ασφάλτου, καθώς και για μηχανοτεχνίτες συνεργείων αυτοκινήτων, σε τριάντα τρεις χιλιάδες (33.000) δραχμές.
β) Για εποπτικό προσωπικό καθαριότητας, τεχνίτες εν γένει και βοηθητικό προσωπικό (κηπουροί, τραπεζοκόμοι, λαντζιέρηδες), καθώς και για μουσικούς πνευστών οργάνων, σε είκοσι επτά χιλιάδες πεντακόσιες (27.500) δραχμές.
γ) Γ ια λοιπό προσωπικό, σε δεκαέξι χιλιάδες πεντακόσιες (16.500) δραχμές.
3.Τα ποσά των επιδομάτων ανθυγιεινής, επικίνδυνης και ειδικών συνθηκών εργασίας, όπως αυτά διατηρήθηκαν με τη διάταξη της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του ν. 2470/1997, διαμορφώνονται ως εξής:
α) Ποσά μέχρι και δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) δραχμών, σε πέντε χιλιάδες (5.000) δραχμές.
β) Ποσά μεταξύ δύο χιλιάδων πεντακοσίων μιας (2.501) μέχρι και πέντε χιλιάδων (5.000) δραχμών, σε οκτώ χιλιάδες (8.000) δραχμές.
γ) Ποσά μεταξύ πέντε χιλιάδων μιας (5.001) μέχρι και δώδεκα χιλιάδων (12.000) δραχμών, σε δώδεκα χιλιάδες (12.000) δραχμές.
δ) Ποσά άνω των δώδεκα χιλιάδων (12.000) δραχμών παραμένουν αμετάβλητα, στο ύψος που αυτά καταβάλλονται.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που θα εκδοθεί εντός έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, έπειτα από γνώμη Ειδικής Επιτροπής, που θα συσταθεί με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, στην οποία θα συμμετέχουν ένας υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών, ένας υπάλληλος του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, ένας υπάλληλος του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, ένας ιατρός εργασίας, ένας εκπρόσωπος της Α.Δ.Ε.Δ.Υ. και ένας εκπρόσωπος της οικείας κατά περίπτωση κλαδικής οργάνωσης, θα θεσπιστούν μέτρα προστασίας των εργαζομένων σε ανθυγιεινές και επικίνδυνες απασχολήσεις ή χώρους και θα προσδιοριστεί ο βαθμός ανθυγιεινότητας ή επικινδυνότητας σε χώρους ή ειδικότητες, που δεν μπορεί να θεσπιστούν μέτρα προστασίας.
Με την ίδια κοινή υπουργική απόφαση θα ρυθμιστεί και το ύψος των επιδομάτων ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας, ανάλογα με το βαθμό ανθυγιεινότητας ή επικινδυνότητας, προκειμένου μόνο περί χώρων ή ειδικοτήτων που δεν μπορεί να θεσπιστούν μέτρα προστασίας.
4.Στους Αρχιερείς και στους κληρικούς της Εκκλησίας της Ελλάδος χορηγείται μηνιαίο επίδομα αποκλειστικού ειδικού λειτουργήματος, το οποίο ορίζεται ως εξής:
ί) Γ ια τους Αρχιερείς, σε εξήντα πέντε χιλιάδες (65.000) δραχμές, ii) Για τους κληρικούς:
α) Της κατηγορίας Δ’, με εξέλιξη στα μισθολογικά κλιμάκια (μ.κ.) 36ο μέχρι 19ο, σε σαράντα χιλιάδες (40.000) δραχμές.
β) Της κατηγορίας Γ', με εξέλιξη στα μ.κ. 28ο μέχρι 11ο, σε σαράντα πέντε χιλιάδες (45.000) δραχμές,
γ) Της κατηγορίας Β’:
αα) με εξέλιξη στα μ.κ. 27ο μέχρι 10ο, σε πενήντα χιλιάδες (50.000) δραχμές, ββ) με εξέλιξη στα μ.κ. 21ο μέχρι 4ο, σε πενήντα δύο χιλιάδες (52.000) δραχμές,
δ) Της κατηγορίας Α’:
αα) με εξέλιξη στα μ.κ. 21ο μέχρι 4ο, σε πενήντα δύο χιλιάδες (52.000) δραχμές και ββ) με εξέλιξη στα μ.κ. 18ο μέχρι 1ο, σε εξήντα δύο χιλιάδες (62.000) δραχμές.
Το επίδομα αυτό δεν καταβάλλεται σε κληρικούς που κατέχουν παράλληλη έμμισθη θέση στον ευρύτερο δημόσιο τομέα της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (ΦΕΚ 65 Α’), με οποιοδήποτε ιδιότητα ή σχέση εργασίας (ιερείς εκπαιδευτικοί, ιερείς υπάλληλοι).
5.Στους υπαλλήλους, που κατέχουν οργανικές θέσεις και υπηρετούν στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, χορηγείται επίδομα ειδικής απασχόλησης, λόγω των ειδικών συνθηκών εργασίας τους και των εξόδων κίνησης που υποβάλλονται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, το οποίο ορίζεται σε οκτώ χιλιάδες (8.000) δραχμές από 1.1.2000 και σε δεκαεπτά χιλιάδες (17.000) δραχμές από 1.1.2001. Η δαπάνη του επιδόματος αυτού βαρύνει τους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους (Κ.Α.Π.) των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων και ο τρόπος πληρωμής του θα καθοριστεί με κοινή απόφαση του αρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Οικονομικών.
6.Οι κάθε είδους αποδοχές και επιδόματα ή προσαυξήσεις των υπαλλήλων ειδικών θέσεων 1 ου και 2ου βαθμού, καθώς και των Γενικών Διευθυντών που δεν εμπίπτουν στις ρυθμίσεις της παρ. 3 του άρθρου 15 του ν. 2470/1997 και της παρ. 16 του άρθρου 21 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ 180 Α’) καθορίζονται, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών από 1.1.2000 και μετά, σε ποσοστό επί,των αποδοχών των Ειδικών Γραμματέων Υπουργείων και των Γενικών Διευθυντών των Κεντρικών Υπηρεσιών, αντίστοιχα.
7.Οι διατάξεις του άρθρου 105 του ν. 2071/1992 (ΦΕΚ 123 Α’) έχουν εφαρμογή και στα πληρώματα ασθενοφόρων του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.).
8.Στους φαρμακοποιούς υπαλλήλους του Ο.Γ.Α. καταβάλλεται το επίδομα ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας, που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 εδάφιο Ιτουπ.δ.904/1978(ΦΕΚ217Α’),στούψος που αυτό έχει διαμορφωθεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου για τους φαρμακοποιούς υπαλλήλους Υπουργείων, Ν.Π.Δ.Δ. και Οργανισμών.
9.Η διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 22 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ 180 Α’) έχει εφαρμογή, από την έναρξη της ισχύος της και για το προσωπικό της πρώην εταιρείας Άερολιμήν Αθηνών Α. Ε." που μεταφέρθηκε στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (Υ.Π.Α.) με τη διάταξη του άρθρου δεύτερου του ν. 2338/1995 (ΦΕΚ 202 Α’), με την επιφύλαξη της ισχύος των διατάξεων του άρθρου 29 του ν. 2470/1997 (ΦΕΚ 40 Α’).

Άρθρο 31
Μισθολογικές ρυθμίσεις στρατιωτικών

1.Οι συντελεστές προσδιορισμού των βασικών μισθών της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 2448/1996 (ΦΕΚ 279 Α’), όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 του ν. 2592/1998 (ΦΕΚ 57 Α’), αντικαθίστανται από 1.7.2000 ως εξής:
Αρχηγός Γ ενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας (Α/Γ.Ε.ΕΘ.Α.) 2,50
Αρχηγός Γενικού Επιτελείου Στρατού, Ναυτικού, Αεροπορίας (Α/Γ.Ε.Σ., Γ.Ε.Ν., Γ.Ε.Α.), Ελληνικής Αστυνομίας, Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος 2,30
Γενικός Επιθεωρητής Στρατού, Διοικητής 1ης Στρατιάς, Αρχηγός Στόλου και Αρχηγός Τακτικής Αεροπορίας 2,10
Αντιστράτηγος και αντίστοιχοι 1,95
Υποστράτηγος » » 1,83
Ταξίαρχος » » 1,68
Συνταγματάρχης » » 1,44
Αντισυνταγματάρχης » » 1,28
Ταγματάρχης » » 1,19
Λοχαγός » » 1,13
Υπολοχαγός » » 1,08
Ανθυπολοχαγός » » 1,00
Ανθ υπασπιστής » » 0,96
Αρχιλοχίας  » » 0,93
Επιλοχίας »0,89
Λοχίας » »0,76
Δεκανέας » »0,57
Μόνιμος Στρατιώτης που δεν έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις 0,32

2.Η παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2448/1996 αντικαθίσταται ως εξής:
"2. Για τη διαμόρφωση των βασικών μισθών της προηγούμενης παραγράφου ο μηνιαίος βασικός μισθός του Ανθυπολοχαγού και αντιστοίχων ορίζεται σε διακόσιες χιλιάδες (200.000) δραχμές από 1.1.2000 και σε διακόσιες τρεις χιλιάδες (203.000) δραχμές από 1.7.2000."
3.Οι περιπτώσεις ζ’, η’ και θ’ της παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 2448/1996, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 2592/1998, αντικαθίστανται από 1.1.2000, αντίστοιχα, ως εξής:
”5.ζ. Για τον Αντισυνταγματάρχη και Ταγματάρχη ή αντιστοίχους, με εξαίρεση τους μισθολογικά προαγόμενους στους βαθμούς αυτούς, σε δεκαέξι χιλιάδες (16.000)δραχμές από 1.1.2000 και σε είκοσι χιλιάδες (20.000)δραχμές από 1.7.2000.
η. Για τους κατώτερους Αξιωματικούς (Λοχαγούς, Υπολοχαγούς και Ανθυπολοχαγούς ή αντιστοίχους) με εξαίρεση τους μισθολογικά προαγόμενους στους βαθμούς αυτούς, σε έντεκα χιλιάδες (11.000) δραχμές από 1.1.2000 και σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) δραχμές από 1.7.2000.
θ. Για Ανθυπασπιστές, Υπαξιωματικούς και μόνιμους Στρατιώτες, σε εννέα χιλιάδες (9.000) δραχμές από 1.1.2000 και σε δώδεκα χιλιάδες (12.000) δραχμές από 1.7.2000."
4.Στα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος, παρέχονται από 1.1.2000 και τα εξής επιδόματα κατά μήνα:
α. Επίδομα Ευθύνης Διοίκησης Διεύθυνσης που ορίζεται ως κάτωθι:
(1)Για τους Ανώτατους Αξιωματικούς, με εξαίρεση τους προαγόμενους μισθολογικά, σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές από 1.1.2000 και σε πενήντα χιλιάδες (50.000) δραχμές από 1.7.2000.
(2)Για το Συνταγματάρχη ή αντίστοιχο, με εξαίρεση τους προαγόμενους μισθολογικά στο βαθμό, σε είκοσι χιλιάδες (20.000) δραχμές από 1.1.2000 και σε σαράντα χιλιάδες (40.000) δραχμές από 1.7.2000.
(3)Για τον Αντισυνταγματάρχη και Ταγματάρχη ή αντίστοιχους, με εξαίρεση τους προαγόμενους μισθολογικά στους βαθμούς αυτούς, σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) δραχμές από 1.1.2000 και σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές από 1.7.2000.
(4)Για κατώτερους Αξιωματικούς (Λοχαγούς, Υπολοχαγούς και Ανθυπολοχαγούς ή αντιστοίχους) με εξαίρεση τους μισθολογικά προαγόμενους στους βαθμούς αυτούς, σε δέκα χιλιάδες (10.000) δραχμές από 1.1.2000 και σε είκοσι χιλιάδες (20.000) δραχμές από 1.7.2000.
(5)Για Ανθυπασπιστές, Υπαξιωματικούς και Μόνιμους Στρατιώτες σε πέντε χιλιάδες (5.000) δραχμές από 1.1.2000 και σε δέκα χιλιάδες (10.000) δραχμές από 1.7.2000.
β. Επίδομα Αυξημένης Επιχειρησιακής Ετοιμότητας Μονάδων για τους Αξιωματικούς και Υπαξιωματικούς εν γένει που ορίζεται σε δέκα χιλιάδες (10.000) δραχμές από 1.1.2000 και σε είκοσι χιλιάδες (20.000) δραχμές από 1.7.2000.
Οι όροι και οι προϋποθέσεις καταβολής των ανωτέρω επιδομάτων, καθώς και ο αριθμός των δικαιούχων αυτών καθορίζονται με κοινή απόφαση του καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Οικονομικών. Προκειμένου  
περί της ΕΛ.ΑΣ., του Π.Σ. και του Λ.Σ. το επίδομα αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας προσδιορίζεται σε ώρες νυχτερινής απασχόλησης.
Από τη χορήγηση των ανωτέρω επιδομάτων εξαιρούνται οι τελούντες σε κατάσταση πολεμικής ή μόνιμης διαθεσιμότητας και οι έφεδροι και δόκιμοι έφεδροι Αξιωματικοί και Οπλίτες θητείας και βραχείας ανακατάταξης (μέχρι τριών ετών).

’Άρθρο 32
Αναπροσαρμογή συντάξεων Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου

1.Η παράγραφος 1 του άρθρου 23α του κ.ν. 792/1978 (ΦΕΚ 220 Α’), που προστέθηκε με την παράγραφο Β’ του άρθρου 5 του ν. 2390/1996 (ΦΕΚ 54 Α’) και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 2459/1997 (ΦΕΚ 17 Α’), αντικαθίσταται ως εξής:
"1.(α) Συνταξιούχοι ναυτικοί, οι οποίοι: (ί) κέκτηνται Ι δετή τουλάχιστον θαλάσσια εργασία, στην οποία συμπεριλαμβάνονται η άδεια και οι πάσης φύσεως εξαγορές υπηρεσιών στο Ν.Α.Τ. και (ii) τα τέσσερα τελευταία χρόνια της θαλάσσιας εργασίας τους ναυτολογήθηκαν ή εξαγόρασαν σε ειδικότητες για τις οποίες κατείχαν τα αντίστοιχα διπλώματα, πτυχία ή άδειες και η σχέση μεταξύ της ανώτατης σύνταξής τους, όπως αυτή θα διαμορφωθεί την 31.12.1999 και του βασικού μισθού της αντίστοιχης Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (Σ.Σ.Ε.)του έτους 1999 είναι μικρότερη από 60%, λαμβάνουν από 1.1.2000 σύνταξη ίση με το 60% του βασικού μισθού της αντίστοιχης Σ.Σ.Ε. που ισχύει για το έτος 1999, χωρίς να υπολογίζεται το επίδομα μακροχρόνιας υπηρεσίας.
(β) Ειδικά για πλοιάρχους Α’ τάξεως και μηχανικούς Α’ τάξεως οι οποίοι κέκτηνται 15ετή τουλάχιστον θαλάσσια εργασία, στην οποία συμπεριλαμβάνονται η άδεια και οι πάσης φύσεως εξαγορές υπηρεσιών στο Ν.Α.Τ. και κατείχαν το αντίστοιχο δίπλωμα και υπηρέτησαν σε πλοία της κατηγορίας Β' του πίνακα I του άρθρου 16 του κ.ν. 792/1978, εφόσον η ανώτατη σύνταξή τους δεν υπερβαίνει το 80% του βασικού μισθού της αντίστοιχης Σ.Σ.Ε., η ανώτατη σύνταξή τους καθορίζεται στο 60% του βασικού μισθού της Σ.Σ.Ε. του έτους 1999 των ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων. Στις περιπτώσεις που οι ναυτολογήσεις ή οι εξαγορές των πλοιάρχων ή μηχανικών του εδαφίου αυτού έγιναν στις ειδικότητες του Υπάρχου, Πλοιάρχου Β’, Μηχανικού Α/Β και Μηχανικού Β’, θα λαμβάνονται υπόψη για την αντιστοιχία διπλώματος και ναυτολόγησης ή εξαγοράς, εφόσον έχουν πραγματοποιηθεί συνολικά έξι (6) χρόνια ναυτολογήσεις ή εξαγορές με την ειδικότητα του πλοιάρχου Α’ ή Μηχανικού Α’, σε πλοία της κατηγορίας Β’ του πίνακα I του άρθρου 16 του κ.ν. 792/1978, εφόσον η σύνταξή του δεν υπερβαίνει το 80% του βασικού μισθού της αντίστοιχης Σ.Σ.Ε..
(γ) Η εξαγορά υπηρεσίας για τους σκοπούς του άρθρου αυτού περιορίζεται στους Έλληνες ναυτικούς που υπάγονται στις κατηγορίες των παραγράφων 2,4,8,10 και 12 του άρθρου 3 του κ.ν. 792/1978, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 1085/1980 (ΦΕΚ 255 Α’) και του άρθρου 3 (στ) του κ.ν. 792/1978, όπως προστέθηκε με το άρθρο 10 του ν. 1085/1980, καθώς επίσης και στους καθηγητές ή διευθυντές σπουδών της Δημόσιας Ναυτικής Εκπαίδευσης.
(δ) Σε περίπτωση που η σύνταξη είναι κατώτερη της ανώτατης, υπολογιζόμενης χωρίς το επίδομα μακροχρόνιας υπηρεσίας και συντρέχουν οι προϋποθέσεις των εδαφίων (α) ή (β) της παρούσας παραγράφου κατά περίπτωση, καταβάλλεται σύνταξη που αναλογεί στα χρόνια της θαλάσσιας εργασίας.
(ε) Οι ανωτέρω διατάξεις ισχύουν και για τους συνταξιοδοτηθέντες και τις οικογένειες τους λόγω ατυχήματος, που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της θαλάσσιας εργασίας τους επάνω στο πλοίο, ανεξάρτητα από το αν κέκτηνται 15ετή θαλάσσια εργασία ή αν κατείχαν τα αντίστοιχα διπλώματα, πτυχία ή άδειες, συμπεριλαμβανομένης και της άδειας και των πάσης φύσεως εξαγορών στο Ν.Α.Τ., καθώς επίσης ισχύουν και για την οικογένεια του συνταξιούχου, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 20 του κ.ν. 792/1978 και κατά τις κείμενες διατάξεις.
(στ) Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η σύνταξη των ναυτικών ή των οικογενειών τους έχει υπολογισθεί ή θα υπολογισθεί με συνταξιοδοτικό μισθό βάσει χρόνου ασφάλισης σε άλλο φορέα, εκτός του Ν.Α.Τ., εφόσον με τη ναυτική υπηρεσία πληρούνται οι προϋποθέσεις των εδαφίων (α) ή (β) της παρούσας παραγράφου κατά περίπτωση, καθώς και τυχόν τροποποιήσεων ή συμπληρώσεών τους, ισχύουν οι αυξήσεις των συντάξεων που προβλέπονται από την παρούσα παράγραφο χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος ασφάλισης στον άλλο φορέα.
(ζ) Οι συντάξεις που ρυθμίζονται με την παράγραφο αυτή, αναπροσαρμοζόμενες την 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνο, δεν θα υπολείπονται από το 60% του βασικού μισθού της Σ.Σ.Ε., όπως ορίζεται κατά περίπτωση στα εδάφια (α) και (β) της παρούσας παραγράφου."

Άρθρο 33
Ε.Κ.Α.Σ. Συνταξιούχων Ι.Κ.Α.

1.Τα ποσά του Επιδόματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (Ε.Κ.Α.Σ.), που προβλέπονται από την παρ.5του άρθρου 24 του ν. 2556/1997 (ΦΕΚ 270 Α’), και αναπροσαρμόσθηκαν με την παρ. 1 του άρθρου 70 του ν. 2676/1999 (ΦΕΚ 1 Α’), αυξάνονται για το έτος 2000 κατά 17%.
2.Τα ποσά του Ε. Κ.Α.Σ. δύναται να αναπροσαρμόζονται από την 1η Ιανουαρίου 2001 και εφεξής, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Εμπορικής Ναυτιλίας, καταργουμένης της παρ. 3 του άρθρου 70 του ν. 2676/1999 και του τρίτου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 24 του ν. 2556/1997.
3.Τα ποσά των εισοδηματικών κριτηρίων, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του Ε.Κ.Α.Σ., αφορούν εισοδήματα που δηλώθηκαν με την δήλωση φορολογίας εισοδήματος του προηγούμενου οικονομικού έτους εκείνου για το οποίο χορηγείται το Ε.Κ.Α.Σ., χωρίς τυχόν αναδρομικά άλλων ετών.

Άρθρο 34
Ρύθμιση ειδικών θεμάτων

1.Οι σύμφωνα με την περίπτωση Α’ της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 4169/1961 (ΦΕΚ 81 Α’), όπως ισχύει σήμερα, εισφορές υπέρ του Ο.Γ.Α. που ισχύουν για τις αμοιβές που αποκτούν οι αξιωματικοί και το κατώτερο πλήρωμα του εμπορικού ναυτικού από την παροχή υπηρεσιών σε εμπορικά πλοία, καταργούνται.
2.Στην παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 1067/1980 (ΦΕΚ 187 Α’), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 25 του ν. 2733/1999 (ΦΕΚ 155 Α’), προστίθεται περίπτωση δ’ που έχει ως εξής:
"δ) Ετέρων ακινήτων ιδιοκτησίας της".
3.Οι περιορισμοί των διατάξεων της παρ. 9 του άρθρου 6 του ν. 2469/1997 (ΦΕΚ 38 Α’) δεν ισχύουν προκειμένου περί συνταξιούχων που επιλέγουν την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 14 του άρθρου 8 του ν. 2592/1998 (ΦΕΚ 57 Α’), για μείωση της συντάξεώς τους κατά 70%, από της υπαγωγής τους στις τελευταίες αυτές διατάξεις.
4.Η αληθής έννοια των διατάξεων του άρθρου 14τουν. 2703/1999 (ΦΕΚ 72 Α’) είναι ότι το ανώτατο όριο αποδοχών που καθορίζεται από τις διατάξεις αυτές για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ., περιλαμβανομένων και των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. και Ε.Π. των Τ.Ε.Ι., δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει το σύνολο των εκάστοτε αποδοχών του Προέδρου του Αρείου Πάγου, χωρίς οικογενειακή παροχή.
5.Η μισθοδοσία του πάσης φύσεως προσωπικού των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων με σχέση εργασίας δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, καθώς επίσης και των εξόδων παράστασης των αιρετών οργάνων των εν λόγω υπηρεσιών καταβάλλεται με μισθοδοτικές καταστάσεις μέσω των οικείων Δ.Ο.Υ. σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού και ειδικότερα του προϋπολογισμού του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, όπου εγγράφονται οι σχετικές πιστώσεις και σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για τους δημοσίους υπαλλήλους.
Οι πιστώσεις για την πλήρωση των νέων θέσεων των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, καθώς επίσης και των μετατάξεων που διενεργούνται στις εν λόγω υπηρεσίες θα εγγράφονται στον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. Η ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας διενεργείται μόνο ύστερα από παροχή έγκρισης του Υπουργού Οικονομικών για τις προβλεπόμενες θέσεις.
Η αποζημίωση του παραπάνω προσωπικού, για εργασία εξαιρεσίμων ημερών, νυχτερινών ωρών, υπερωριακής απασχόλησης προς συμπλήρωση του υποχρεωτικού ωραρίου, καθώς και για υπερωριακή απασχόληση προς κάλυψη έκτακτων ή εποχιακών υπηρεσιακών αναγκών θα βαρύνει τους οικείους προϋπολογισμούς των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων όπου θα εγγράφονται οι σχετικές πιστώσεις. Οι δαπάνες αυτές θα καλύπτονται αποκλειστικά από ίδιους πόρους των Ν.Α. ή από τους κεντρικούς αυτοτελής πόρους (Κ.Α.Π.), χωρίς επιβάρυνση του Κρατικού Προϋπολογισμού.
Οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής, καθώς και ο χρόνος έναρξης εφαρμογής τους καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών.

Άρθρο 35
Διατάξεις που αφορούν την οργάνωση, λειτουργία και διαχείριση του παιχνιδιού με το διακριτικό τίτλο "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΒΙΝΤΕΟΛΟΤΤΟ" και ιδία οι διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 3 του ν. 2598/1998 και της παρ. 4 και επόμενα του άρθρου 134 του ν. 2725/1999 καταργούνται από τότε που ίσχυσαν.

Άρθρο 36
Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν διαφορετικά ορίζεται στις επί μέρους διατάξεις.

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως Νόμου του Κράτους.

Αθήνα, 7 Δεκεμβρίου 1999

 


Κατεβάσετε επίσης το αρχείο με το πρωτότυπο κείμενο, όπως είναι δημοσιευμένο στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ.) του Εθνικού Τυπογραφείου.


 

Τελευταία ενημέρωση
Έχει διαβαστεί 9315 φορές

Τελευταία Νέα