x

Σύνδεση

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε

Νόμος 1811/1988 - ΦΕΚ 231/Α/13-10-1988

Νόμος 1811/1988 :Κύρωση της «Σύμβασης παραχώρησης στο Δημόσιο της Δασικής και αγροτολιβαδικής περιουσίας των Ιερών Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος, που συμβάλλονται στη σύμβαση αυτή».


ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 1811/1988

ΦΕΚ 231/Α/13.10.1988

Κύρωση της «Σύμβασης παραχώρησης στο Δημόσιο της Δασικής και αγροτολιβαδικής περιουσίας των Ιερών Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος, που συμβάλλονται στη σύμβαση αυτή».

 

Άρθρο πρώτο.
Κυρώνεται και έχει ισχύ νόμου η «Σύμβαση παραχώρησης στο Δημόσιο της δασικής και αγροτολιβαδικής περιουσίας των Ιερών Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος, που συμβάλλονται στη σύμβαση αυτή», η οποία υπογράφηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 1988 μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος και της οποίας το κείμενο έχει ως εξής:
«Αριθμός 1439
ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΗΣ ΔΑΣΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΓΡΟΤΟΛΙΒΑΔΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΜΟΝΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, ΠΟΥ ΣΥΜΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΣΤΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΥΤΗ.

Στην Αθήνα σήμερα στις 11 Μαΐου 1988 έτους, ημέρα Τετάρτη στο «Μέγαρο Μαξίμου» οδός Ηρώδου Αττικού αριθ. 19, ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου, όπου κλήθηκα και πήγα για τη σύνταξη και υπογραφή του παρόντος, σ’ εμένα τη συμβολαιογράφο Πειραιά και κάτοικο Υμηττού ΜΑΡΙΑ σύζυγος ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, το γένος Ηλία ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, με έδρα τον Πειραιά, παρουσία και της συμπράττουσας συναδέλφου μου Συμβολαιογράφου Μαρίας ΜπέηΛίρμαν, που εδρεύει και κατοικεί στην Αθήνα, παρουσιάστηκαν οι μη εξαιρούμενοι από το νόμο αφενός 1)ο Μακαριότατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Σεραφείμ (κατά κόσμο Βησσαρίων) Χρήστου Τίκας, κάτοικος Παλαιού Ψυχικού Αττικής, οδός Εθν. Μακαρίου αριθ. 5, με αριθμό δελτίου ταυτότητας Ν.006117/1985 του Β΄ Παρ/τος Ασφαλείας Αθηνών, 2)ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σερβίων και Κοζάνης Διονύσιος (κατά κόσμο Νικόλαος – Διονύσιος) Ψαριανός του Λεωνίδα, κάτοικος Κοζάνης, οδός Χαρισίου Μεγδάνη αριθ. 5, του Α.Τ. Κοζάνης και 3)ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος (κατά κόσμο Διονύσιος) Ρούσσας του Δημητρίου, κάτοικος Αλεξανδρουπόλεως, Πλατ. Μητροπόλεως, με αριθμό δελτίου ταυτότητος Η.683262/1966, του ΙΣΤ΄ Παρ/τος Ασφαλείας Αθηνών,    οι     οποίοι     ενεργούν     ως   μόνιμοι εκπρόσωποι της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, σύμφωνα με την από 3 Φεβρουαρίου1988 απόφασή της κατά τη συνεδρία ΙΕ΄ της 131ης Περιόδου η οποία, Διαρκής Ιερά Σύνοδος, έχει εξουσιοδοτηθεί για την υπογραφή της σύμβασης αυτής από τις Ιερές Μονές που αναφέρονται στον προσαρτώμενο στο παρόν συμβόλαιο επικυρωμένο πίνακα, και οι εξουσιοδοτήσεις των οποίων προσαρτώνται στο παρόν σε επικυρωμένα αντίγραφα, και αφετέρου ο αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών Γεώργιος Ευαγγέλου Πέτσος Δικηγόρος, κάτοικος Αθηνών, οδός Στεφάνου Δέλτα αριθ.8 (Φιλοθέη), με αριθμό δελτίου ταυτότητος Ξ.414213/1988 του Τ.Α. Φιλοθέης, δυνάμει της Υ1338α/5.10.1987 απόφασης του Πρωθυπουργού που δημοσιεύτηκε στο 535/5.10.1987 Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβέρνησης (Τεύχος Β΄), επικυρωμένο φωτοαντίγραφο του οποίου προσαρτάται στο 1358/1988 συμβόλαιό μου, οι οποίοι με το συμβόλαιο αυτό δηλώνουν, συμφωνούν και αποδέχονται αμοιβαία τα εξής:
Άρθρ.1.Κατόπιν του από 10 Νοεμ. 1987 Πρακτικού Απόφασης της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος για την παραχώρηση στο Δημόσιο της αγροτολιβαδικής και δασικής περιουσίας των Ιερών Μονών, σε συνδυασμό με τις, προσαρτώμενες στο με αριθμό 1358/1988 προσύμφωνο συμβόλαιό μου, από 9 Δεκεκεμβρίου 1987, 12 Ιανουαρίου 1988 και 3 Φεβρουαρίου 1988 αποφάσεις της εξουσιοδοτηθείσης από την Ιεραρχία Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, η οποία κατά το άρθρ. 51 παρ. 1 σε συνδυασμό με τα άρθρ. 3, 4, 5 και 9 του Ν. 590/1977 «Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» και προς το σκοπό να επιλυθούν οριστικά και αμετάκλητα όλες οι αμφισβητήσεις σχετικά με την ερμηνεία, έκταση και εφαρμογή του Νόμ. 1700/1987 «Ρύθμιση θεμάτων εκκλησιαστικής περιουσίας» και να αποφευχθούν διενέξεις μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, υπογράφτηκε το με άρθρ. 1358/29.2.1988 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιά Μαρίας Παπαδοπούλου – Παπασπυροπούλου.
Με το άρθρ. 12 του άνω προσυμφώνου προσυμφωνήθηκε ειδικά ότι η οριστική σύμβαση θα υπογραφεί μόνο εφ’ όσον η Εκκλησία της Ελλάδος θα προσκομίσει εξουσιοδοτήσεις των Ηγουμενοσυμβουλίων για την παραχώρηση στη Πολιτεία της αγροτολιβαδικής και δασικής περιουσίας τους.
Σε εκτέλεση του άνω όρου του Συμβολαιογραφικού προσυμφώνου και ύστερα από πρόσκληση, δια των ιερών Μητροπόλεων, των Ιερών Μονών, στις οποίες και γνωστοποιήθηκε το Συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, 149 Μονές, που αναφέρονται στον προσαρτώμενο στη Σύμβαση αυτή επικυρωμένο πίνακα, έστειλαν στην Ιερά Σύνοδο τις προσαρτώμενες στο παρόν σε επικυρωμένα φωτοαντίγραφα εξουσιοδοτήσεις τους παραχώρησης στο Ελληνικό Δημόσιο της αγροτολιβαδικής και δασικής περιουσίας τους, όση είναι, υπό τους όρους και συμφωνίες που διαλαμβάνονται στο Συμβολαιογραφικό προσύμφωνο και στο παρόν, και 47 Μονές εδήλωσαν εις την Ιερά Σύνοδο ότι δεν εφαρμόζεται σ’ αυτές το Συμβολαιογραφικό προσύμφωνο διότι, κατά τη δήλωσή τους, δεν έχουν αξιόλογο αγροτολιβαδική και δασική περιουσία.

Άρθρο 2.
Οι αναφερόμενες στον προσαρτημένο, κατά το άρθρ. 1 του παρόντος, πίνακα Ιερές Μονές της Εκκλησίας της Ελλάδος παραχωρούν συμβατικά στο Δημόσιο την αγροτολιβαδική και δασική περιουσία τους, όση είναι, υπό τους πιο κάτω όρους και συμφωνίες:
α)Γύρω από κάθε Μονή θα παρακρατηθεί από την παραχωρουμένη περιουσία της, για περιβαλλοντική προστασία έκταση σε ακτίνα 200 μέτρων από κάθε πλευρά του κτιριακού συγκροτήματος της Μονής, η οποία θα παραμείνει για την περιβαλλοντική προστασία της Ιεράς Μονής και η οποία θα είναι αναπαλλοτρίωτη.
Όταν η κτιριακή ιδιομορφία της Μονής και του περιβάλλοντος χώρου απαιτεί μεγαλύτερη ακτίνα από 200 μέτρα, ο χώρος περιβαλλοντικής προστασίας της Μονής προσδιορίζεται επί τόπου, ύστερα από αίτηση της Μονής, με απόφαση του Υπουργού Χωροταξίας και Περιβάλλοντος.
Για την πλησιέστερη εξασφάλιση της επιβαλλομένης κοσμιότητας του περιβάλλοντος τις Μονές χώρου καθώς και της ησυχίας των μοναζόντων σ’ αυτές, συμφωνείται ότι απαιτείται και η γνώμη του ηγουμενοσυμβουλίων για την εγκατάσταση και λειτουργία σε ακτίνα 1.000 μέτρων από το κτίριο των Μονών κάθε μορφής κέντρων ψυχαγωγίας, εστιατορίων και επιχειρήσεων, η λειτουργία των οποίων χαρακτηρίζεται αιτιολογημένα ότι δεν συμβαδίζεται με το σκοπό των Μονών. Τα λειτουργούντα κατά τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Ν. 1700/1987 θα θίγονται.
β)Κάθε Ιερά Μονή έχει δικαίωμα να παρακρατήσει για αυτοκαλλιέργεια ποσοστό 10% των παραχωρουμένων εκτάσεών της, το οποίο, 10%, δε θα υπερβαίνει σε καλλιεργήσιμες γαίες τα 200 στρέμματα. Της έκτασης αυτής, εάν δεν είναι δυνατή αντικειμενικά η αυτοκαλλιέργεια από τους εγκαταβιούντες,  η    Μονή   έχει   το   δικαίωμα   να συμφωνήσει την καλλιέργεια, με απόφαση του Ηγουμενοσυμβουλίου, συνάπτοντες σχετικές συμφωνίες, με τις οποίες θα προσδιορίζονται και τα ανταλλάγματα προς τη Μονή.
Επίσης, κάθε Μονή έχει δικαίωμα να παρακρατήσει ποσοστό 10%, των παραχωρουμένων δασολιβαδικών εκτάσεών της το οποίο 10% δε θα υπερβαίνει μεικτώς τα 500 στρέμματα, με την αποσαφήνιση ότι και για τις εκτάσεις αυτές έχουν εφαρμογή οι σχετικές διατάξεις του Νόμ. 1734/1987 για τους βοσκοτόπους. Μονές με εγκαταβιούντες Μοναχούς, των οποίων το σύνολο της αγροτολιβαδικής και δασικής περιουσίας είναι μέχρι 300 στρέμματα, παρακρατούν συνολικά έκταση 50 στρεμμάτων για αυτοκαλλιέργεια κατά τ’ άνω ειδικώς συμφωνούμενα.
γ)Τα Μετόχια Ιερών Μονών και οι Μοναστηριακοί Ναοί διατηρούν γύρω τους έκταση μέχρι 4 στρέμματα. Όπου στις παραχωρούμενες εκτάσεις υπάρχουν κατασκηνώσεις και άλλα λειτουργούντα Ιδρύματα, αυτά παραμένουν όπως ήταν κατά το χρόνο κατάθεσης στη Βουλή του σχεδίου νόμου «Ρύθμιση θεμάτων εκκλησιαστικής περιουσίας», με την εξασφάλιση διόδου προς αυτά.
δ)Για τις τουριστικά αξιοποιήσιμες παραχωρούμενες εκτάσεις, παραμένει ξεχωριστά στην ιδιοκτησία κάθε Μονής ποσοστό 20% κάθε αξιοποιήσιμης έκτασης, το οποίο δικαιούται να αξιοποιήσει η Εκκλησία.
Πότε μία έκταση από τις παραχωρούμενες είναι τουριστικά αξιοποιήσιμες κρίνεται από το Δημόσιο.
ε)Από τα μοναστηριακά ακίνητα, τα οποία έχουν ενταχθεί στο σχέδιο Πόλεως μετά το 1952, η Εκκλησία θα παρακρατήσει χωριστά το 40%, το οποίο δικαιούται να αξιοποιήσει.
στ)Παραμένουν στην ιδιοκτησία των Ιερών Μονών, πέραν από τις οριζόμενες στο άρθρ. 2β αγροτολιβαδικές και δασικές εκτάσεις, και όσες κατέχουν και νέμονται με νόμιμους τίτλους, καθώς και με νόμιμους τίτλους δωρεάς διαθήκης, κληροδοσίας ή κληρονομιάς.
ζ)Πηγές από τις οποίες υδρεύονται οι Μονές και οι οποίες βρίσκονται μέσα στις παραχωρούμενες εκτάσεις θα εξακολουθούν να υδροδοτούν τις Μονές στο διηνεκές.
2.Ο διαχωρισμός των τμημάτων της αγροτολιβαδικής και δασικής περιουσίας των Μονών και του Ο.Δ.Ε.Π., τα οποία, κατά τα συμφωνούμενα, παραχωρούνται στο Δημόσιο ή παρακρατούνται από τις Μονές – Ο.Δ.Ε.Π., ενεργείται κατά περίπτωση επί τόπου από επιτροπή.
Η επιτροπή συγκροτείται κατά νομούς με απόφαση του Νομάρχη από έναν Πρωτοδίκη του Διοικητικού2 Πρωτοδικείου της δικαστικής περιφερείας, στην οποία βρίσκονται τα προς διαχωρισμό κτήματα, τον προϊστάμενο της κατά τόπο γεωργικής ή δασικής υπηρεσίας των νομών με τους νόμιμους αναπληρωτές τους, έναν τοπογράφο του, έναν  εκπρόσωπο    της     οικείας   Μονής     του  Υπουργείου   Γεωργίας  με   τον   αναπληρωτή
και έναν εκπρόσωπο της Ιεράς Μητρόπολης, στην οποία ανήκει η Μονή με τους αναπληρωτές τους.
Η επιτροπή, κατά πλειοψηφία και σε νόμιμη απαρτία 3 τουλάχιστον μελών της, ύστερα από γνώμη των Μονών και των αρμοδίων της Γεωργικής και Δασικής Υπηρεσίας, με πρακτικό καθορίζει τις θέσεις, την έκταση και τα όρια των παραχωρουμένων, καθώς και των παρακρατουμένων εκτάσεων κατά τα συμφωνούμενα.
Εάν υπάρχουν συνεχόμενες καλλιεργήσιμες ή δασολιβαδικές εκτάσεις των Μονών με τον, κατά τ’ άνω, παρακρατούμενο για περιβαλλοντική προστασία τους χώρο, κάθε Μονή έχει δικαίωμα προτίμησης να παρακρατήσει από αυτές μέρος ή το όλο του ποσοστού 10% του εδάφ. Ιβ του άρθρου αυτού, αυξάνοντας έτσι την ακτίνα των 200 μέτρων, που αφήνεται γύρω από τις Μονές για περιβαλλοντική προστασία τους.
Οι αποφάσεις – πρακτικά των Επιτροπών είναι Πράξεις Διοικητικές εκτελεστές και τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν έναντι αυτών όλα τα κατά νόμο ένδικα μέσα και βοηθήματα. Επίσης οι αποφάσεις – πρακτικά των επιτροπών διαχωρισμού και οριοθέτησης αποτελούν αδιαφιλονίκητους τίτλους πλήρους κυριότητος των Μονών, οι οποίοι μεταγράφονται ατελώς.

Άρθρο 3.
1.Μετά τη παραχώρηση στο Δημόσιο της αγροτολιβαδικής και δασικής μοναστηριακής περιουσίας των Μονών, που συμβάλλονται στη σύμβαση αυτή, ο Ο.Δ.Ε.Π. καταργείται και το Δημόσιο θα αναλάβει τη μετάταξη σ’ αυτό των υπηρετούντων στον Ο.Δ.Ε.Π υπαλλήλων. Παράλληλα θα αντιμετωπιστεί η περίπτωση θα τους χορηγηθεί πλασματικός χρόνος 10 ετών για συνταξιοδότηση λόγω εθελούσιας εξόδου από την υπηρεσία.
Η διάταξη αυτή ισχύει και για τους υπηρετούντες δικηγόρους του Ο.Δ.Ε.Π, εφ’ όσον έχουν συνολική υπερδεκαπενταετή υπηρεσία υπαλλήλου και δικηγόρου στον ίδιο Οργανισμό.
2.Μετά την, κατά τους όρους και συμφωνίες της σύμβασης αυτής, παραχώρηση στο Δημόσιο της Μοναστηριακής δασικής και αγροτολιβαδικής περιουσίας και την κατάργηση του Ο.Δ.Ε.Π., τη διατηρητέα αστική και απομένουσα στην κυριότητα, νομή και κατοχή των Ιερών Μονών διατηρητέα αγροτολιβαδική και δασική Περιουσία θα διοικούν και θα διαχειρίζονται οι Ιερές Μονές, οι οποίες συμβάλλονται, δια της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, στη σύμβαση αυτή, ύστερα από τις εξουσιοδοτήσεις των ηγουμενοσυμβουλίων τους.
Τη ρευστοποιητέα αστική και απομένουσα στις Μονές που συμβάλλονται στη Σύμβαση αυτή αγροτολιβαδική και δασική περιουσία, θα διοικεί και θα διαχειρίζεται η Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία και νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά ως προς την περιουσία αυτή, υπεισερχομένη στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του καταργουμένου Ο.Δ.Ε.Π.
Η ανήκουσα κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στον καταργούμενο Ο.Δ.Ε.Π. ακίνητη και κινητή περιουσία περιέρχεται αυτοδικαίως στην κυριότητα, νομή και κατοχή της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Με κανονιστικές αποφάσεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου που θα δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται και ρυθμίζεται ο τρόπος διοίκησης, διαχείρισης και αξιοποίησης της άνω περιουσίας, εφαρμοζομένου κατά τα λοιπά του άρθρ. 46 του Ν. 590/1987.

Σημείωση : Με το άρθρο 25 του Ν.4122/ΦΕΚ 42/Α/19.02.2013 ορίζεται ότι :   Κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 2 εδάφιο 2 της κυρωθείσας με το άρθρο πρώτο του ν. 1811/1988 (Α' 231) Σύμβασης μεταξύ Εκκλησίας της Ελλάδος και Ελληνικού Δημοσίου και μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, η Εκκλησία της Ελλάδος υπεισήλθε στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του Ο.Δ.Ε.Π. κατά το άρθρο 47 παρ. 2 του ν. 590/1977 (Α' 146). Σε κάθε περίπτωση ο έλεγχος των κατασκευών ασκείται κατά τις γενικώς ισχύουσες διατάξεις.


Άρθρο 4.
Για την κατά τ’ άνω παραχώρηση της Μοναστηριακής περιουσίας:
α)Το Δημόσιο θα αναλάβει τη μισθοδοσία και των ιεροκηρύκων, οι οποίοι μισθοδοτούνταν από τον Ο.Δ.Ε.Π. κατά το χρόνο κατάθεσης στη βουλή του σχεδίου νόμου «Ρύθμιση θεμάτων Εκκλησιαστικής περιουσίας», ενώ διατηρούνται πάντοτε οι, κατά τ΄ άνω, 85 θέσεις μισθοδοτουμένων από τον τον Ο.Δ.Ε.Π. ιεροκηρύκων και
β)Για την ενίσχυση των Μονών θα οριστεί ποσοστό 1% επί του συνολικού κονδυλίου του τακτικού προϋπολογισμού, το οποίο διατίθεται, δια του Υπουργείου Εθνική Παιδείας και Θρησκευμάτων, προς κάλυψη δαπανών για την Εκκλησία (μισθοδοσία αρχιερέων, ιερέων, ιεροκηρύκων, υπαλλήλων Μητροπόλεων, εκκλησιαστική εκπαίδευση κ.λ.π.). Το άνω ποσό θα κατανέμεται, με αποφάσεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, στις Μονές, που έχουν, κατά τ’ άνω, εξουσιοδοτήσει τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο για την υπογραφή της Σύμβασης αυτής.
 
Άρθρο 5
1.Από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του κυρωτικού της οριστικής σύμβασης νόμου οι Ιερές Μονές και ο Ο.Δ.Ε.Π. αποξενούνται οριστικά από κάθε δικαίωμά τους πάνω στην παραχωρουμένη, με την παρούσα σύμβαση και υπό τους όρους της, στο Δημόσιο αγροτολιβαδικής και δασικής μοναστηριακής περιουσίας, και το Δημόσιο αναλαμβάνει το σύνολο των δαπανών οι οποίες καταβάλλονται από τις Μονές και τον Ο.Δ.Ε.Π., (φύλαξη κ.λ.π.) πριν από την κατά τ’ άνω παραχώρησή της από το Δημόσιο.
Εξ άλλου, από την ίδια ημερομηνία, οι Ιερές Μονές καθίστανται απόλυτοι και αδιαφιλονίκητοι κύριοι, νομείς και κάτοχοι των εκτάσεων που παρακρατούνται με τη σύμβαση, καθώς και εκείνων που θα παραχωρηθούν σε εκτέλεση της σύμβασης (άρθρο 2, παρ. 1, περιπτ. δ), για τις οποίες νομιμοποιούνται ενεργητικά και παθητικά έναντι οιουδήποτε τρίτου, καθώς και του Ελληνικού Δημοσίου.
Επίσης το Δημόσιο έχει πλήρες και αδιαφιλονίκητο δικαίωμα πάνω στις αργοτολιβαδικές και δασικές μοναστηριακές εκτάσεις, οι οποίες περιέρχονται σ’ αυτό κατά τα συμφωνούμενα, και οι Μονές παραιτούνται ανεπιφύλακτα από κάθε δικαίωμά τους γενικά πάνω στις εκτάσεις αυτές.
2.Τα πάσης φύσεως δικαιώματα και άλλες σχέσεις των τρίτων γενικά που υπάρχουν κατά το χρόνο υπογραφής της οριστικής σύμβασης πάνω στην παρακρατουμένη κατά τ’ άνω περιουσία, καθώς και εκείνη που θα παραχωρηθεί, κατά το άρθρ. 2, παρ. 1 περίπτ. δ, εξακολουθούν να ρυθμίζονται από τις, μέχρι τη δημοσίευση του κυρωτικού της σύμβασης νόμου, συμφωνίες με τη ρητή επιφύλαξη του δικαιώματος της Εκκλησίας να ρυθμίζει με κανονιστικές αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου θέματα αναφερόμενα γενικά στην ελεύθερη διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση και την αγροτολιβαδικής και δασικής περιουσίας, που παρακρατείται από τις Μονές και θα παραχωρηθεί κατά τ’ άνω στην Εκκλησία στο μέλλον.
3.Από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του κυρωτικού της σύμβασης νόμου το Δημόσιο αποξενούται οριστικά από κάθε γενικά δικαίωμα πάνω στις παρακρατούμενες, κατά τους όρους της σύμβασης, από τις Μονές αγροτολιβαδικές και δασικές εκτάσεις και αναγνωρίζει ότι σ’ αυτές, όπως και πάνω στα ξεχωριστά τμήματα που θα παραχωρηθούν σε εκτέλεση της σύμβασης κατά τις προβλέψεις και τις ειδικές συμφωνίες του άρθρ. 2 παρ. 1, περίπτ. δ, δε διατηρεί μετά την παραχώρησή τους κανένα δικαίωμα γενικά.

Άρθρο 6
1.Από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του κυρωτικού της σύμβασης αυτής νόμου, καταργείται με πρακτικό κάθε επιδικία και εκκρεμής δίκη, σε οποιοδήποτε στάδιο και αν βρίσκεται, μεταξύ του Δημοσίου, των Μονών και Ο.Δ.Ε.Π., με αντικείμενο δικαίωμα ιδιοκτησίας, νομής και κατοχής πάνω στις παραχωρούμενες αγροτολιβαδικές και δασικές εκτάσεις και συμψηφίζεται η δικαστική δαπάνη.
2.Εκκρεμούσες, σε οποιοδήποτε στάδιο, δίκες μεταξύ Ιερών Μονών  Ο.Δ.Ε.Π. και τρίτων γενικά, που έχουν αντικείμενο εμπράγματα δικαιώματα πάνω στην παραχωρούμενη στο Δημόσιο αγροτολιβαδική και δασική περιουσία, ως και της μεταβιβασθείσης σε τρίτους, αναλαμβάνονται από το Δημόσιο, στο οποίο οι Μονές και ο Ο.Δ.Ε.Π. εκχωρούν όλα τα δικαιώματά τους, με την υποχρέωση να παραδώσουν τα σχετικά εις χείρας τους στοιχεία και να βοηθήσουν το Δημόσιο ως διάδικο έναντι των τρίτων, οι οποίοι, στην περίπτωση δικαστικής νίκης του δημοσίου, δε δικαιούνται να προβάλλουν αξιώσεις κατά των Μονών. Για κάθε είδους δικαιώματα τρίτων σε εκτάσεις που παραχωρούνται στο Δημόσιο εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν.1700/1987, και το Δημόσιο θα έχει εξ ολοκλήρου την ευθύνη έναντι των τρίτων συνεπεία της συμφωνουμένης προς αυτό παραχωρήσεως.

Άρθρο 7.
Από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του κυρωτικού της σύμβασης νόμου, το Δημόσιο δε διατηρεί κανένα δικαίωμα γενικά έναντι της παραμένουσας στην κυριότητα, νομή και κατοχή της Εκκλησίας της Ελλάδος (Μονές, Ο.Δ.Ε.Π.) περιουσίας και δηλώνει ότι εξαντλείται οριστικά και αμετάκλητα και για το μέλλον οποιαδήποτε αξίωσή του πάνω σ’ αυτήν.

Άρθρ.8.
Ειδικά συμφωνείται ότι:
α)Μονές με εγκατοβιούντες Μοναχούς που βρίσκονται και λειτουργούν κοντά στα βόρεια σύνορα της χώρας και ανασυστάθηκαν μετά τις καταστροφές τους κατά τις εχθρικές εισβολές στη χώρα (όπως π.χ. η Μονή Εικοσιφοίνισσας της Δράμας), παρακρατούν, εκτός από το γενικώς παρακρατούμενο κατά τ’ άνω από τις Μονές περιβαλλοντικό χώρο, και 10% από την παραχωρουμένη αγροτολιβαδική και δασική περιουσία τους, και 100 στρέμματα προσθέτως από την καλλιεργήσιμη γη τους για να συντηρούνται.
β)Επίσης Μονές με εγκατοβιούντες Μοναχούς, που βρίσκονται και λειτουργούν μέσα σε πόλεις, δικαιούνται να παρακρατήσουν από ένα μετόχι τους αγροτολιβαδική ή δασική περιουσία 50 στρεμμάτων για μετεγκατάσταση της κυρίας Μονής.
γ)Ο διαχωρισμός και η οριοθέτηση των παρακρατουμένων κατά τ’ άνω εκτάσεων θα γίνει ύστερα από αίτηση των Μονών, επί τόπου από την Επιτροπή και κατά τη διαδικασία της παρ. 2 του άρθρ. 2 του παρόντος συμβολαίου.

Άρθρο 9.
Κατά την κύρωση της σύμβασης αυτής από τη Βουλή θα καταργηθεί το άρθρ. 8 του Νόμ. 1700/1987 «Ρύθμιση θεμάτων Εκκλησιαστικής περιουσίας». Κατά τα λοιπά, για τις περιερχόμενες κατά τα συμφωνούμενα στην κυριότητα του Δημοσίου αγροτολιβαδικές και δασικές εκτάσεις της μοναστηριακής περιουσίας εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν. 1700/1987 εφ’ όσον δε ρυθμίζονται με τη σύμβαση αυτή άλλως.

Άρθρο 10.
Κάθε διαφορά ή διένεξη που μπορεί να προκύψει μεταξύ της Εκκλησίας της Ελλάδος, των Ιερών Μονών και του Ελληνικού Δημοσίου, σχετικά με την εκτέλεση και ερμηνεία των όρων της σύμβασης αυτής, θα επιλύεται από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, το οποίο συμφωνείται από κοινού μεταξύ των συμβαλλομένων ότι θα είναι το αρμόδιο Δικαστήριο.

Άρθρο 11.
Ειδικά συμφωνείται οι Ιερές Μονές, οι οποίες δεν έχουν εξουσιοδοτήσει τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο για την παραχώρηση στο Δημόσιο της αγροτολιβαδικής και δασικής περιουσίας τους και δεν αναφέρονται στον προσαρτώμενο πίνακα, και δε συμβάλλονται με το Δημόσιο με τη σύμβαση αυτή, μπορούν να προσχωρήσουν στη σύμβαση αυτή, υπογράφοντας σχετική πράξη προσχώρησης με τον ειδικά εξουσιοδοτούμενο Υπουργό των Οικονομικών μέσα σε προθεσμία ενός έτους, που μπορεί να παραταθεί με απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών. Στην περίπτωση αυτή θα ισχύουν και για τις Μονές αυτές όλοι οι όροι και συμφωνίες της σύμβασης αυτής.

Άρθρο 12.
Ειδικά συμφωνείται και τα συμβαλλόμενα μέρη συναποδέχονται ρητά και ανεπιφύλακτα ότι όλοι ανεξαίρετα οι όροι της σύμβασης αυτής είναι ουσιώδεις και συνεπώς η σύμβαση θα κυρωθεί από τη Βουλή στο σύνολό της χωρίς καμία τροποποίηση και θα ισχύσει από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του κυρωτικού νόμου.
Διαφορετικά η σύμβαση δε δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη.
Σε βεβαίωση όλων των παραπάνω που συμφώνησαν και αποδέχτηκαν οι συμβαλλόμενοι, συντάχτηκε το παρόν συμβόλαιο σε 9 φύλλα και εισπράχτηκαν για τέλη και δικαιώματα με ένα αντίγραφο δρχ.7.288 και αφού διαβάστηκε καθαρά και μεγαλόφωνα στους συμβαλλομένους και βεβαιώθηκε υπογράφεται από αυτούς, τη συμπράττουσα συμβολαιογράφο και εμένα, όπως ο νόμος ορίζει.
ΟΙ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΙ   Η ΣΥΜΠΡΑΤΤΟΥΣΑ ΣΥ/ΦΟΣ
(υπογραφές)                                         (υπογραφή)
Η ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΣ
(υπογραφή – σφραγίδα)
(ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΠΙΝΑΚΕΣ)

Άρθρο δεύτερο.
1.Οι διατάξεις του Ν. 1700/ 1987, κατά το μέρος που αφορούν αντικείμενα ρυθμιζόμενα με τη Σύμβαση του άρθρου 1 του παρόντος, δεν ισχύουν για τις Ιερές Μονές, οι οποίες αναφέρονται στον προσαρτήμενο στο συμβολαιογραφικό έγγραφο της Σύμβασης πίνακα. Παύουν να ισχύουν, επίσης, και για τις Ιερές Μονές που θα προσχωρήσουν στη Σύμβαση, σύμφωνα με το άρθρ. 11 αυτής, από το χρόνο της προσχώρησης. Κατά τα λοιπά η ισχύς του Ν. 1700/1987 δε θίγεται.
2.Η αληθής έννοια του άρθρου 11 του συμβολαιογραφικού εγγράφου της Σύμβασης είναι ότι η παρεχόμενη κατά το άρθρο αυτό προθεσμία δεν αναστέλλει την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 1700/1987.
3.Από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η διοίκηση και διαχείριση της αστικής εν γένει περιουσίας των Ιερών Μονών, που δε συμβάλλονται στη σύμβαση, περιέρχεται στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Για την λοιπή περιουσία των Μονών αυτών, ισχύουν οι διατάξεις του 1700/1987.

Άρθρο τρίτο.
Τακτοποίηση του προσωπικού του Ο.Δ.Ε.Π.
1.Από την κατάργηση του Οργανισμού Διοικήσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας (Ο.Δ.Ε.Π.), που συντελείται με την κατά το άρθρ. 1 του νόμου αυτού νομοθετική κύρωση της σύμβασης μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας για τη μεταβίβαση της εκκλησιαστικής περιουσίας, οι μόνιμοι υπάλληλοι του οργανισμού αυτού μετατάσσονται και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου μεταφέρονται αυτοδίκαια σε θέσεις αντίστοιχων κατηγοριών και κλάδων προσωπικού των υπηρεσιών αρμοδιότητας των Υπουργείων Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Γεωργίας και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, ως εξής:
α)οι διοικητικοί – οικονομικοί υπάλληλοι, οδηγοί αυτοκινήτων, οι θυρωροί και οι καθαριστές ή καθαρίστριες σε υπηρεσίες του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων,
β)οι γεωπόνοι, δασολόγοι, δασοφύλακες, φύλακες κτημάτων και κηποτεχνίτες σε υπηρεσίες του Υπουργείου Γεωργίας και
γ)οι αρχιτέκτονες, πολιτικοί μηχανικοί, μηχανολόγοι, μεταλλειολόγοι, υπομηχανικοί, τεχνολόγοι μηχανικοί, εργοδηγοί, σχεδιαστές, τοπογράφοι, τεχνικοί βοηθοί, ηλεκτρολόγοι και ζυγιστές μεταλλείων σε υπηρεσίες του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων.
2.Οι υπηρετούντες με πάγια αντιμισθία δικηγόροι του Ο.Δ.Ε.Π. εντάσσονται αυτοδικαίως από την κατάργησή του σε θέσεις δικηγόρων της διοίκησης, οι υπηρετούντες στην Αθήνα, στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και ο υπηρετών στη Θεσσαλονίκη στο Υπουργείο Μακεδονίας – Θράκης. Η υπηρεσία τους στον Ο.Δ.Ε.Π., υπαλληλική και δικηγορική, λογίζεται ως διανυθείσα στη νέα θέση με την ίδια σχέση εργασίας και για κάθε συνέπεια.
3.Για την εφαρμογή των προηγούμενων παραγράφων μεταφέρονται από τον Ο.Δ.Ε.Π. οι θέσεις του προσωπικού στα αντίστοιχα Υπουργεία, οι οποίες μετατρέπονται σε προσωρινές και καταργούνται με την αποχώρηση, από την Υπηρεσία, για οποιοδήποτε λόγο, των υπαλλήλων που τις κατέχουν. Στην περίπτωση που δεν υπάρχουν αντίστοιχοι κλάδοι στα Υπουργεία, στα οποία γίνεται η μετάταξη ή η μεταφορά του προσωπικού του Ο.Δ.Ε.Π., συνιστώνται αυτοδίκαια προσωρινοί κλάδοι.
4.Για την πιστοποίηση της μετάταξης ή μεταφοράς του παραπάνω προσωπικού, καθώς και για τη σύσταση προσωρινών κλάδων, εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του αρμοδίου Υπουργού με την οποία προσδιορίζεται η κατηγορία, ο κλάδος, ο βαθμός και η υπηρεσία τοποθέτησής τους, η οποία εδρεύει στο νομό που υπηρετούσαν ως υπάλληλοι του Ο.Δ.Ε.Π.
5.Η υπηρεσιακή κατάσταση του κατά την παρ. 1 του άρθρου αυτού προσωπικού εξακολουθεί να διέπεται από τις τυχόν ειδικές διατάξεις που ισχύουν γι’ αυτό, ο δε χρόνος υπηρεσίας τους λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας με την αυτή σχέση στη νέα τους υπηρεσία για κάθε συνέπεια.
6.Η παρ. 3 του άρθρου 13 του Ν. 1400/1983 (ΦΕΚ 156) για την επιλογή των ταμείων επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας ισχύει και για τους παραπάνω υπαλλήλους.
7.Για την αντιμετώπιση των δαπανών μισθοδοσίας και λοιπών αποζημιώσεων και αποδοχών του παραπάνω προσωπικού εγγράφονται ανάλογες πιστώσεις στους προϋπολογισμούς των αντίστοιχων Υπουργείων.
Εκκαθαριστής των αποδοχών του προσωπικού είναι ο εκκαθαριστής της υπηρεσίας στην οποία γίνεται η μετάταξη ή η μεταφορά του προσωπικού.
8.Από τη δημοσίευση του νόμου αυτού μεταφέρεται και το σχετικό αρχείο του μετατασσομένου ή μεταφερόμενου κατά περίπτωση προσωπικού στα αντίστοιχα υπουργεία.

Άρθρο τέταρτο.
Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
 

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

Αθήνα, 06 Οκτωβρίου 1988

 


Κατεβάσετε το αρχείο με το πρωτότυπο κείμενο, όπως είναι δημοσιευμένο στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ.) του Εθνικού Τυπογραφείου.

 


 

Τελευταία ενημέρωση
Έχει διαβαστεί 4376 φορές

Τελευταία Νέα