Υπουργική Απόφαση 1016/109/121-θ/2009 - ΦΕΚ B-1467/20-7-2009
Διοικητικές κυρώσεις σε βάρος ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και των εργαζομένων σε αυτές για παράβαση του ν. 2518/1997 (Α΄- 164).
ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ - ΚΑΙ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 2518/1997 «Προϋποθέσεις λειτουργίας ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας. Προσόντα και υποχρεώσεις του προσωπικού αυτών και άλλες διατάξεις» (Α΄-164), όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 8 του ν. 3707/2008 «Ρύθμιση θεμάτων ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και γραφείων ιδιωτικών ερευνών» (Α΄-209).
2. Τις διατάξεις του άρθρου 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά Όργανα, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ/τος 63/2005 (Α΄- 98).
3. Την υπ’ αριθμ. Υ 357 από 7.1.2009 απόφαση του Πρωθυπουργού «Κατάργηση θέσης Υφυπουργού και σύσταση θέσης αναπληρωτή Υπουργού Εσωτερικών» (Α΄- 3).
4. Την υπ’ αριθμ. 1666/ΔΙΟΕ 89 από 13.1.2009 απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών «Καθορισμός αρμοδιοτήτων των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών» (Β΄- 40).
5. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, αποφασίζουμε:
Άρθρο 1
Διοικητικές κυρώσεις
1. Στην επιχείρηση που παραβαίνει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 4, 5, 6 και 7 του ν.2518/1997 (A΄- 164), όπως ισχύουν κάθε φορά επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ως εξής:
α. είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε παράβαση των περιπτώσεων α΄, β΄, γ΄, ε΄, ι΄ και ια΄ της παρ. 1 του άρθρου 4, της παρ. 1 του άρθρου 6 και του άρθρου 7,
β. είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) ευρώ για κάθε παράβαση των περιπτώσεων στ΄ και ζ΄ της παρ. 1 του άρθρου 4,
γ. τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ για κάθε παράβαση των περιπτώσεων δ΄, η΄, θ΄ και ιδ΄ της παρ. 1 του άρθρου 4,
δ. πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για κάθε παράβαση των περιπτώσεων ιβ΄ και ιγ΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 και των παρ. 3, 4 και 5 του άρθρου 5 και
ε. διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ για κάθε παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 5.
2. Στην επιχείρηση που παραβαίνει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται:
α. στις αποφάσεις που εκδίδονται κατ΄ εξουσιοδότηση της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του ν. 2518/1997 επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και
β. στις αποφάσεις που εκδίδονται κατ΄ εξουσιοδότηση της παραγράφου 6 του άρθρου 5 του ν. 2518/1997 επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.
3. Αν εντός πενταετίας βεβαιωθεί δεύτερη παράβαση επιβάλλεται, πέραν του διοικητικού προστίμου και αφαίρεση της άδειας λειτουργίας της ι.ε.π.υ.α. από είκοσι (20) ημέρες έως έξι (6) μήνες, ενώ σε περίπτωση τρίτης παράβασης η άδεια αφαιρείται οριστικά (άρθρο 9 παρ. 2 ν. 2518/1997).
4. Στην επιχείρηση που προσλαμβάνει ή αναθέτει τις δραστηριότητες της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 2518/1997 σε πρόσωπα τα οποία υπηρετούν στις Ένοπλες Δυνάμεις ή τα Σώματα Ασφαλείας ή άλλους φορείς του Δημοσίου που κατά την άσκηση των καθηκόντων τους προβλέπεται να οπλοφορούν, επιβάλλεται, με την πρώτη παράβαση, πέραν του διοικητικού προστίμου και οριστική αφαίρεση της άδειας λειτουργίας (άρθρο 9 παρ. 2 ν. 2518/1997).
5. Στο προσωπικό ασφαλείας που παραβαίνει τις προβλεπόμενες από τα άρθρα 4, 5, 6 παρ. 1 και 7 του ν. 2518/1997 υποχρεώσεις επιβάλλεται αφαίρεση της άδειας εργασίας από την Αστυνομική Διεύθυνση του νομού ή τη Διεύθυνση Ασφαλείας που χορήγησε την άδεια, για χρονικό διάστημα από είκοσι (20) ημέρες έως δύο (2) μήνες. Αν εντός πενταετίας βεβαιωθεί δεύτερη παράβαση η άδεια εργασίας αφαιρείται από δύο (2) έως έξι (6) μήνες, ενώ σε περίπτωση τρίτης παράβασης η άδεια αφαιρείται οριστικά. Επίσης η άδεια εργασίας αφαιρείται οριστικά σε περίπτωση που ο κάτοχος αυτής παραδώσει όπλο της ι.ε.π.υ.α. σε τρίτο πρόσωπο που δεν δικαιούται να το φέρει (άρθρο 9 παρ. 4 ν. 2518/1997).
6. Οι άδειες λειτουργίας ι.ε.π.υ.α. και οι άδειες εργασίας προσωπικού ασφαλείας ανακαλούνται από το αρμόδιο για τη χορήγησή τους όργανο αν εκλείψει έστω και μια από τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη χορήγησή τους (άρθρο 9 παρ. 1 ν. 2518/1997).
Άρθρο 2
Διαδικασία επιβολής και είσπραξης διοικητικού προστίμου
1. Για τη βεβαίωση των παραβάσεων των παρ. 1, 2 και 4 του προηγουμένου άρθρου σε βάρος επιχείρησης, συντάσσεται από το αρμόδιο ελεγκτικό όργανο Έκθεση Βεβαίωσης Παράβασης όπως το υπόδειγμα Α΄ του άρθρου 4 εις τετραπλούν. Ένα αντίτυπο της Έκθεσης Βεβαίωσης Παράβασης επιδίδεται με αποδεικτικό στο νόμιμο εκπρόσωπο της ελεγχόμενης επιχείρησης. Το δεύτερο αντίτυπο της ως άνω Έκθεσης κοινοποιείται στην Υποδιεύθυνση ή στο Τμήμα Ασφαλείας και όπου δεν υπάρχει, στο Αστυνομικό Τμήμα γενικής αρμοδιότητας της περιοχής που έχει την έδρα της η επιχείρηση. Το τρίτο αντίτυπο υποβάλλεται στη Διεύθυνση Δημόσιας Ασφάλειας του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και το τέταρτο αντίτυπο φυλάσσεται στην Υπηρεσία που διαπίστωσε την παράβαση.
2. Ο νόμιμος εκπρόσωπος της επιχείρησης ή εξουσιοδοτημένο από αυτόν πρόσωπο μπορεί, εντός αποκλειστικής προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την επίδοση της Έκθεσης Βεβαίωσης Παράβασης, να διατυπώσει εγγράφως αντιρρήσεις στην Υπηρεσία που βεβαίωσε την παράβαση. Η ίδια Υπηρεσία υποβάλλει αμέσως τις τυχόν υποβληθείσες αντιρρήσεις καθώς και αντίγραφο της Έκθεσης Βεβαίωσης Παράβασης στη Διεύθυνση Δημόσιας Ασφάλειας του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία την προωθεί στον Προϊστάμενο Επιτελείου του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας για τη λήψη απόφασης προς επιβολή ή μη των προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων.
3. Η ως άνω απόφαση του Προϊσταμένου Επιτελείου του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας αποστέλλεται στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας ή στο Τμήμα Ασφαλείας και όπου δεν υπάρχουν, στο Αστυνομικό Τμήμα γενικής αρμοδιότητας της περιοχής όπου έχει την έδρα της η ελεγχθείσα επιχείρηση και επιδίδεται με αποδεικτικό στο νόμιμο εκπρόσωπό της μαζί με αντίγραφο της Έκθεσης Βεβαίωσης Παράβασης και σε περίπτωση απουσίας του νομίμου εκπροσώπου της επιχείρησης ή αρνήσεως παραλαβής του εγγράφου ενεργείται θυροκόλληση. Η ως άνω απόφαση κοινοποιείται και στην Υπηρεσία που βεβαίωσε την παράβαση.
4. Κατά των αποφάσεων επιβολής των διοικητικών κυρώσεων των παρ. 1, 2 και 4 του άρθρου 1, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ασκήσει ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την επίδοση της απόφασης. Η προσφυγή κατατίθεται από το νόμιμο εκπρόσωπο της επιχείρησης στην αστυνομική υπηρεσία που επέδωσε την απόφαση, η οποία την υποβάλλει, εντός 48 ωρών, στη Διεύθυνση Δημόσιας Ασφάλειας του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και την κοινοποιεί στην Υπηρεσία που βεβαίωσε την παράβαση όταν αυτή βεβαιώθηκε από διαφορετική υπηρεσία. Η απόφαση επί της προσφυγής εκδίδεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την υποβολή της, επιδίδεται στο νόμιμο εκπρόσωπο της επιχείρησης μέσω της αρμόδιας αστυνομικής αρχής και κοινοποιείται στην Υπηρεσία που βεβαίωσε την παράβαση. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκηση αυτής αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης.
5. Αν η ασκηθείσα προσφυγή απορριφθεί ή παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την άσκησή της, η απόφαση καθίσταται εκτελεστή και η Υπηρεσία το προσωπικό της οποίας διαπίστωσε την παράβαση, συντάσσει τον τίτλο είσπραξης του προστίμου κατά τις διατάξεις του άρθρου 55 του π.δ.16/1989 (Α΄ - 6) τον οποίο και αποστέλλει για βεβαίωση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Η είσπραξη του προστίμου γίνεται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.
Άρθρο 3
Διαδικασία αφαίρεσης αδειών λειτουργίας επιχειρήσεων και εργασίας προσωπικού ασφαλείας
1. Όταν η απόφαση επιβολής του προστίμου καθίσταται εκτελεστή, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 και προβλέπεται και αφαίρεση της άδειας λειτουργίας επιχείρησης, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 1, η Υποδιεύθυνση ή το Τμήμα Ασφαλείας και όπου δεν υπάρχουν το Αστυνομικό Τμήμα γενικής αρμοδιότητας της περιοχής όπου έχει την έδρα της η επιχείρηση, καλεί εγγράφως τον νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, με αποδεικτικό κοινοποίησης, για να υποβάλλει τυχόν έγγραφες αντιρρήσεις, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών. Η ίδια Υπηρεσία στη συνέχεια υποβάλλει τη σχετική αλληλογραφία, τις αντιρρήσεις της εταιρείας και την πρότασή της στη Διεύθυνση Δημόσιας Ασφάλειας του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία την προωθεί για λήψη αποφάσεως από τον Προϊστάμενο Επιτελείου του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας. Αν εκδοθεί απόφαση αφαίρεσης της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης, αυτή επιδίδεται με αποδεικτικό στο νόμιμο εκπρόσωπό της μέσω της ως άνω Υπηρεσίας στην περιοχή της οποίας έχει την έδρα της η επιχείρηση. Σε περίπτωση απουσίας του νομίμου εκπροσώπου της επιχείρησης ή αρνήσεως παραλαβής του εγγράφου ενεργείται θυροκόλληση.
2. Για τη βεβαίωση των παραβάσεων της παρ. 5 του άρθρου 1 σε βάρος του προσωπικού ασφαλείας συντάσσεται από το αρμόδιο ελεγκτικό όργανο σχετική έκθεση Βεβαίωσης Παράβασης Προσωπικού Ασφαλείας σύμφωνα με το υπόδειγμα Β΄ του άρθρου 4 και αποστέλλεται αμέσως στην Αστυνομική Διεύθυνση ή Διεύθυνση Ασφαλείας που χορήγησε την οικεία άδεια εργασίας. Η τελευταία αυτή Υπηρεσία καλεί τον παραβάτη με σχετικό έγγραφό της, το οποίο του επιδίδεται από την Υποδιεύθυνση ή το Τμήμα Ασφαλείας και όπου δεν υπάρχει από το Αστυνομικό Τμήμα γενικής αρμοδιότητας της περιοχής όπου διαμένει, για να υποβάλλει τις αντιρρήσεις του εγγράφως, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από της επιδόσεως. Οι υποβληθείσες αντιρρήσεις διαβιβάζονται αμέσως στην ως άνω Υπηρεσία έκδοσης της άδειας εργασίας. Αν εκδοθεί απόφαση αφαίρεσης της άδειας εργασίας αυτή επιδίδεται με αποδεικτικό στον ενδιαφερόμενο μέσω της ως άνω Υπηρεσίας του τόπου διαμονής του και κοινοποιείται στην Υπηρεσία που βεβαίωσε την παράβαση.
3. Κατά των αποφάσεων αφαίρεσης άδειας λειτουργίας ι.ε.π.υ.α., ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ασκήσει ενδικοφανή προσφυγή, ενώπιον του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης. Κατά των αποφάσεων αφαίρεσης άδειας εργασίας προσωπικού ασφαλείας ο ενδιαφερόμενος δύναται να ασκήσει ενδικοφανή προσφυγή, ενώπιον του οικείου Γενικού Αστυνομικού Διευθυντή, εντός της αυτής προθεσμίας. Η προσφυγή κατατίθεται στην Αστυνομική Υπηρεσία που επέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση η οποία την υποβάλλει εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών στη Διεύθυνση Δημόσιας Ασφάλειας/Α.Ε.Α., εφόσον πρόκειται για αφαίρεση άδειας λειτουργίας ιδιωτικής επιχείρησης ή στην οικεία Γενική Αστυνομική Διεύθυνση εφόσον πρόκειται για άδεια εργασίας και την κοινοποιεί στην Υπηρεσία που βεβαίωσε την παράβαση όταν αυτή βεβαιώθηκε από διαφορετική Υπηρεσία. Η απόφαση επί της προσφυγής εκδίδεται εντός δέκα πέντε (15) ημερών από την υποβολή της, επιδίδεται στον ενδιαφερόμενο μέσω της αρμόδιας αστυνομικής αρχής και κοινοποιείται στην Υπηρεσία που βεβαίωσε την παράβαση. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκηση αυτής αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης εκτός αν με την απόφαση επιβάλλεται οριστική ανάκληση άδειας εργασίας προσωπικού ασφαλείας λόγω παράβασης των διατάξεων που αφορούν την οπλοφορία (άρθρο 9 παρ. 5 ν. 2518/1997).
Άρθρο 4
Άρθρο 5
Έναρξη ισχύος
Η ισχύς της απόφασης αυτής αρχίζει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης.
Η απόφαση αυτή, να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα, 17 Ιουλίου 2009
Υ.Α.1016/109/121-θ - ΦΕΚ B-1467/20-7-2009
Διοικητικές κυρώσεις σε βάρος ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και των εργαζομένων σε αυτές για παράβαση του ν. 2518/1997 (Α΄- 164).




