Προεδρικό Διάταγμα 35/1988 - ΦΕΚ 14/Α/27-1-1988 (Κωδικοποιημένο)
Κανονισμός παροχών του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του Ταμείου Αρωγής Προσωπικού ΟΤΕ.
Συνδρομητικές Υπηρεσίες
- Το Νομοθέτημα έχει κωδικοποιηθεί σε αρχείο ενιαίο κειμένου, με ενσωματωμένες τις διατάξεις με τις οποίες έχει συμπληρωθεί - τροποποιηθεί μεταγενέστερα.
- Η υπηρεσία προβολής και μεταφόρτωσης κωδικοποιημένων κειμένων είναι διαθέσιμη ΔΩΡΕΑΝ, μόνο στα εγγεγραμμένα μέλη, με πρόσβαση στις Συνδρομητικές Υπηρεσίες.
- Απαιτείται μεγαλύτερο επίπεδο πρόσβασης για την προβολή των Συνδρομητικών Υπηρεσιών.
Εάν είστε μέλος και θέλετε να αποκτήσετε πρόσβαση στις συνδρομητικές Υπηρεσίες, πατήστε ΕΔΩ για Σύνδεση.
-Θέματα Βοήθειας και Υποστήριξης για τις συνδρομητικές υπηρεσίες.
ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ Φ.Ε.Κ.
Το αρχικό κείμενο με τις διατάξεις όπως ήταν δημοσιευμένες στο Φ.Ε.Κ. οι οποίες έχουν τροποποιηθεί μεταγενέστερα.
ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 35/1988
ΦΕΚ 14/Α/27-1-1988
Κανονισμός παροχών του κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του Ταμείου Αρωγής Προσωπικού ΟΤΕ.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Έχοντας υπόψη :
1.Τις διατάξεις των εδ. α' και στ' της παρ. 4 του άρθρου 18 του Α.Ν. 1944/1951 (ΦΕΚ 267/1951, τ. Ά) όπως συμπληρώθηκε υε το άρθρο 25 του Ν. 1539/1985 (ΦΕΚ 64/5.4.1985 τ. 'λ').
2.Τα άρθρα 23 παρ. 1 στοιχ. στ' και 24 παρ. 1 και παρ. 2 στοιχ. γ' 26 παρ. 1 και 27 παρ. 1 στοιχ. δ' του Ν. 1558/1985 (ΦΕΚ 137/26.7.85 τ. Ά).
3.Την 1358/2.10.1987 κοινή απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 535/5.10.87 τ. Β').
4.Το άρθρο 113, παρ. 2 εδ. α' του Π. Δ/τος 544/1977 (ΦΕΚ 178/77 τ. Λ' όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 728/77 (ΦΕΚ 316/1977 τ. Ά) και το άρθρο 9 παρ. 2 του Π.Δ. 574/1982 (ΦΕΚ 104/Α/82) σε συνδυασμό με την παρ. 3 του άρθρου 1 της 680/82 κοινής απόφασης των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως και Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ 217/Β/82).
5.Τη γνώμη του Δ.Σ. του Ταμείου-Αρωγής Προσωπικού ΟΤΕ που διατυπώθηκε στις 28/27.11.1986 και 60/1.10.1987 συνεδριάσεις του.
6.Τη γνωμοδότηση του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλείας, που διατυπώθηκε στις 68/21.10.87 και 69/4.11.87 συνεδριάσεις του της ΚΔ' περιόδου.
7.Την 707/1987 γνωμοδότηση του Συμβουλίου Επικράτειας μετά από πρόταση του Υφυπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αποφασίζουμε :
Άρθρο 1.
Προϋποθέσεις συνταξιοδότησης
Οι ασφαλισμένοι του κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του Ταμείου Αρωγής Προσωπικού ΟΤΕ δικαιούνται επικουρικής σύνταξης κατά την έξοδό τους από την υπηρεσία και αφού συνταξιοδοτηθούν, από τον φορέα Κύριας Ασφάλισης, εφόσον έχουν στον κλάδο τις προϋποθέσεις που απαιτούνται κάθε φορά από το ΤΑΠ-ΟΤΕ για την αυτή αιτία.
Άρθρο 2.
Συνταξιοδότηση μελών οικογένειας
1.Σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου, που εχει συμπληρώσει 10 χρόνια τουλάχιστον συντάξιμης υπηρεσίας ή ανεξάρτητα από τη συντάξιμη υπηρεσία, σε περίπτωση που ο θάνατος επήλθε κατά την άσκηση της υπηρεσίας του από βίαιο συμβάν, καθώς και σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου, δικαιούνται σύνταξη τα μέλη της οικογένειας του, με την προϋπόθεση ότι αυτά συνταξιοδοτούνται για την αυτή αιτία από Φορέα Κύριας Ασφάλισης.
2.Ως μέλη οικογένειας νοούνται: α) ο, (η), εναπομένων σύζυγος
β) τα άγαμα παιδιά, φυσικά, νόμιμα, αναγνωρισμένα, νομιμοποιημένα και υιοθετημένα.
3.Το ποσό της σύνταξης των μελών οικογένειας ορίζεται σε ποσοστό της σύνταξης που ελάμβανε ο (η) θανών συνταξιούχος ή θα εδικαιούτο να πάρει ο (η) θανών ασφαλισμένος και ορίζεται ως εξής :
α) Στον (ή στην) εναπομένοντα σύζυγο χωρίς παιδιά, το 60%.
β) Στον (ή στην) εναπομένοντα σύζυγο με ένα παιδί, το 80%.
γ) Στον (ή στην) εναπομένοντα σύζυγο με δύο ή περισσότερα παιδιά το 90%.
δ) Στο παιδί ορφανό και από τους δύο γονείς, που είχαν και οι δύο δικαίωμα σύνταξης από τον κλάδο το 70% της μεγαλύτερης σύνταξης και το 25% της άλλης.
ε) Στα δύο (2) παιδιά ορφανά και από τους δύο γονείς που είχαν και οι δύο δικαίωμα σύνταξης από τον κλάδο, το 80% της μεγαλύτερης σύνταξης και το 30% της άλλης κατανεμόμενο σε ίσα μέρη μεταξύ των δικαιούχων παιδιών.
στ) Σε περισσότερα από δύο (2) παιδιά ορφανά και από τους δύο γονείς που είχαν και οι δύο δικαίωμα σύνταξης από τον κλάδο το 90% της μεγαλύτερης σύνταξης και το 40% της άλλης κατανεμόμενα σε ίσα μέρη μεταξύ των δικαιούχων παιδιών.
ζ) Στο παιδί ή παιδιά, ορφανά μόνο από τον γονέα που είχε δικαίωμα σύνταξης από τον κλάδο, το 60% της σύνταξης, κατανεμόμεμο σε ίσα μέρη μεταξύ των δικαιούχων παιδιών, με την προϋπόθεση ότι ο άλλος γονέας δεν δικαιούται σύνταξη.
4.Σε περίπτωση μεταβολής του αριθμού των δίκαιουμένων προσώπων, που προέρχονται από γάμο, ενηλικίωση, θάνατο κ.λπ. ενεργείται αναπροσαρμογή της συνολικής σύνταξης των λοιπών δικαιουμένων προσώπων στα καθοριζόμενα στο παρόν άρθρο ποσοστά, με βάση την κατάσταση που προέκυψε από την μεταβολή.
5.Το ποσό της σύνταξης των κατά την προηγούμενη παράγραφο μελών οικογένειας στρογγυλό ποιείται σε ακέραιες δεκάδες δραχμών, των ποσών μέχρι πέντε δραχμών παραλειπομένων, των δε ανωτέρω των πέντε λογιζομένων ως ακεραίων δεκάδων δραχμών.
Άρθρο 3.
Ποσοστά Συντάξεων.
1.Η ανώτατη σε ποσοστό σύνταξη που παρέχεται μετά από 30 ή περισσότερα χρόνια συντάξιμης υπηρεσίας ανέρχεται στο 20% των συντάξιμων αποδοχών. Το ποσό που προκύπτει από τον παραπάνω υπολογισμό μειώνεται κατά 1/30 για κάθε χρόνο που υπολείπεται από τα τριάντα (30) χρόνια συντάξιμης υπηρεσίας. Σε καμμία πάντως περίπτωση το ποσό της μηνιαίας σύνταξης που χορηγείται σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του παρόντος δεν μπορεί να είναι κατιό τερο του πενταπλάσιου και ημίσεως του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη, όπως ισχύει κάθε φορά, για συντάξεις γήρατος και του τετραπλασίου του ίδιου ημερομισθίου προκειμένου για συντάξεις λόγω θανάτου. Το ποσό της σύνταξης για λόγους σωματικής ή πνευματικής ανικανότητας που οφείλονται στην υπηρεσία δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το ποσό που αντιστοιχεί σε δεκαπέντε (15) χρόνια συντάξιμης υπηρεσίας.
2.Το ποσό της σύνταξης που προκύπτει από τον παραπάνω υπολογισμό στρογγυλοποιείται σε ακέραιες δεκάδες δρχ. των ποσών μέχρι πέντε δρχ. παραλειπομένων των δε ανωτέρων των πέντε δρχ. λογιζομένων ιυς ακεραίων δεκάδων δρχ.
3.Συντάξιμες αποδοχές για τον υπολογισμό της σύνταξης είναι εκείνες οι οποίες υπόκεινται σε ασφαλιστικές εισφορές για τον κλάδο.
4.Συντάξιμη υπηρεσία είναι ο χρόνος της πραγματικής ασφάλισης στον κλάδο επικουρικής ασφάλισης, για τον οποίο έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές και ο χρόνος της προϋπηρεσίας που έχει αναγνωρίσει ο ασφαλισμένος σύμφωνα με το άρθρο 6 του παρόντος καθώς και κάθε άλλος χρόνος που θεωρείται συντάξιμος σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις.
Κατά τη συγκεφαλαίωση της συντάξιμης υπηρεσίας για τη θεμελίωση του δικαιώματος σε σύνταξη σύμφωνα με το άρθρο 1 και την παρ. 1 του άρθρου 2 του παρόντος, καθώς και για τον κανονισμό του ποσού της σύνταξης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου κλάσμα χρόνου ίσο ή μεγαλύτερο του εξαμήνου λογίζεται ως πλήρες έτος, ενώ κλάσμα μικρότερο του εξαμήνου παραλείπεται.
5.Για την εφαρμογή των διατάξεων που αφορούν στη μεταβολή ασφαλιστικού φορέα (διαδοχική ασφάλιση) ο κλάδος επικουρικής ασφάλισης θεωρείται ως ιδιαίτερος φορέας Επικουρική; Ασφάλισης.
Για την εφαρμογή των αρχών της διαδοχικής ασφάλισης για την προσαύξηση των ποσοστών της σύνταξης και όπου απαιτείται, κάθε πλήρες έτος ασφάλισης στον κλάδο επικουρικής ασφάλισης του Ταμείου Αρωγής προσωπικού ΟΤΕ μετατρέπεται σε τριακόσιες (300) ημέρες ασφάλισης και κάθε μήνας σε 25 ημέρες ασφάλισης.
Άρθρο 4.
Αυξήσεις Συντάξεων
Οι καταβαλλόμενες από τον κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του Ταμείου Αρωγή: Προσωπικού ΟΤΕ συντάξεις αναπροσαρμόζονται κατά τις διατάξεις της περιπτ. Ε' της παρ. 1 του άρθρου 19 του Καταστατικού του ΤΑΠΟΤΗ (Π. Δ/γμα 170/1983 ΦΕΚ 67/Α/31.5.83) όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά, εφαρμοζομένων ανάλογα και εν προκειμένω.
Άρθρο 5
Δώρα Εορτών, Επίδομα Αδείας
Στους συνταξιούχους του Ταμείου χορηγείται για τις εορτές των Χριστουγέννων, Νέου Έτους και Πάσχα, δώρο και πρόσθετο βοήθημα (επίδομα άδειας) σύμφωνα με τις διατάξεις της Νομοθεσίας που ισχύει κάθε φορά και τις υπουργικές αποφάσεις που εκδίδονται σε εκτέλεση των διατάξεων αυτών (άρθρο 1 Ν. 4577/66. άρθρο 28 Ν. 4476/ 65).
Άρθρο 6.
Διαδικασία Απονομής Συντάξεως
1.Οι συντάξεις απονέμονται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου, μετά από αίτηση των ενδιαφερομένων ή των νομίμων πληρεξουσίων τους. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου καθορίζονται τα πιστοποιητικά και τα υπόλοιπα δικαιολογητικά τα οποία έχει υποχρέωση να υποβάλλει ο ασφαλισμένος στο Ταμείο για την απονομή, στα πλαίσια των διατάξεων του Ν. 1599/86.
2.Το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου, εφόσον τα δικαιολογητικά που επισυνάπτονται στην αίτηση είναι πλήρη, έχει την υποχρέωση μέσα σε δύο (2) μήνες το αργότερο από την υποβολή της αιτήσεως, να εκδόσει την απόφασή του. Σε περίπτωση κατά την οποία η υποβολή των απαιτουμένων δικαιολογητικών πραγματοποιηθεί σε χρόνο μεταγενέστερο από την ημερομηνία της υποβολής της αιτήσεως περί απονομής συντάξεως ή σύμφωνα με τα παραπάνω προθεσμία αρχίζει από την υποβολή του τελευταίου πιστό ποιητικού.
3.Για τις διαδικασίες απονομής TOJV παροχών και τον καθορισμό συνοπτικής διαδικασίας για την προσωρινή απονομή των συντάξεων ή μέρους αυτών, εφαρμόζονται οι διατάξεις των Προεδρικών Διαταγμάτων 258/83 «Καθορισμός συνοπτικής διαδικασίας για την προσωρινή απονομή συντάξεων από τους Ασφαλιστικούς Οργανισμούς αρμοδιότητας Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων» (ΦΕΚ 95/Α/ 13.7.1983) και 392/1985 «Τροποποίηση και συμπλήρωση του υπ’ αριθ. 258/83 Π. Δ/τος» για τον καθορισμό συνοπτικής διαδικασίας για την προσωρινή απονομή συντάξεως από τους Οργανισμούς αρμοδιότητας Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων» (ΦΕΚ 136/Λ/25.7.85) που εκδόθηκαν σε εκτέλεση των διατάξεων του δωδεκάτου άρθρου του Νόμου 1305/82 και όπως οι διατάξεις των Διαταγμάτων αυτών θα ισχύουν κάθε φορά.
Άρθρο 7.
Τρόπος και χρόνος καταβολής των Συντάξεων.
1.Οι συντάξεις καταβάλλονται στην αρχή κάθε μήνα, με εντολή της υπηρεσίας του Ταμείου, από την συμβεβλημένη για το λόγο αυτό Τράπεζα ή Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Αυτοί που ενεργούν την πληρωμή των συντάξεων είναι υπεύθυνοι για τον έλεγχο της ταυτότητας των δικαιούχων και τη νομιμοποίηση των πληρεξουσίων τους.
2.Για την πληρωμή των συντάξεων των συνταξιούχων που κατοικούν στο εξωτερικό, εκτός από υπεύθυνη δήλωση των πληρεξουσίων τους που βρίσκονται στην Ελλάδα, απαιτείται και πιστοποιητικό της αρμόδιας προξενικής αρχής το οποίο υποβάλλεται το μήνα Ιανουάριο κάθε έτους με το οποίο βεβαιώνεται ότι ο συνταξιούχος βρίσκεται στη ζωή και ότι δεν έγινε καμία μεταβολή στην προσωπική του κατάσταση.
Άρθρο 8.
Έναρξη και λήξη του Συνταξιοδοτικού Δικαιώματος.
1.Το δικαίωμα στη σύνταξη αρχίζει:
α) Για τη σύνταξη λόγω γήρατος, αν ο ασφαλισμένος αποχωρήσει από την υπηρεσία έχοντας συμπληρώσει το προβλεπόμενο για κάθε περίπτωση χρόνο ασφάλισης, από την ημέρα που θα συμπληρώσει το προβλεπόμενο όριο ηλικίας.
β) Για τη σύνταξη λόγω αναπηρίας από την ημέρα που ο ασφαλισμένος αποχώρησε από την υπηρεσία εφόσον ο εργοδότης σταμάτησε την καταβολή των αποδοχών του, διαφορετικά από την ημέρα που σταμάτησε η καταβολή των αποδοχών.
γ) Για τη σύνταξη λόγω θανάτου ασφαλισμένου, από την ημέρα τον σταμάτησε η καταβολή των αποδοχών από τον εργοδότη.
δ) Για τη σύνταξη λόγιο θανάτου συνταξιούχου από την πρώτη του επομένου μήνα από το θάνατό του και εφόσον κατά το μήνα που επήλθε ο θάνατος καταβλήθηκε στο θανόντα η σύνταξή του, διαφορετικά από την ημέρα του θανάτου του συνταξιούχου. Οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που η αίτηση για απονομή σύνταξης υποβάλλεται στο Ταμείο μέσα σε εξ (6) μήνες από την κοινοποίηση κατά τα νόμιμα, της απόφασης για χορήγηση σύνταξης από τον φορέα κύριας ασφάλισης άλλως το δικαίωμα στη σύνταξη αρχίζει από την υποβολή της αίτησης.
2.Το δικαίωμα στη σύνταξη λήγει :
α) Για τη σύνταξη λόγω γήρατος, με το θάνατο του συνταξιούχου.
β) Για τη σύνταξη λόγω αναπηρίας, εφόσον πάψουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 16, 17 και 18 της υπ’ αριθμ. 36360/Σ1181 Απόφασης του Υπουργού Εργασίας «Καταστατικόν Ταμείου Ασφαλίσεως Ανωνύμου Ελληνικής Τηλεφωνικής Εταιρείας (ΦΕΚ 215/21.11.43 Τεύχος Β') όπως αυτά τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν μεταγενέστερα.
γ) Για τη σύνταξη τέκνων με τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους ή πριν από αυτήν, εφόσον συνήψαν γάμο. Κατεξαίρεση το δικαίωμα στη σύνταξη παρατείνεται για όσο χρόνο μετά τη συμπλήρωση του πιο πάνω ορίου ηλικίας, συνεχίζουν τις σπουδές τους σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές και μέχρι τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους, αν κατά το διάστημα αυτό δεν ασκούν επάγγελμα.
Τα πιο πάνω όρια ηλικίας δεν ισχύουν για τέκνα ανίκανα για κάθε βιοποριστική εργασία, εφόσον η ανικανότητα επήλθε πριν απο τη συμπλήρωσή των ορίων αυτών ηλικίας.
δ) Για τη σύνταξη χήρας (χήρου) με την τέλεση νέου γάμου ή με το θανατά της (του).
3.Σε περίπτωση που ασφαλισμένος ή συνταξιούχος κηρυχθεί σε αφάνεια με δικαστική απόφαση, το δικαίωμα των οικογενειών τους για την απόληψη περιοδικής συντάξεως και η πληρωμή της αρχίζει από την πρώτη του μήνα που ακολουθεί, την τελευταία στιγμή του κινδύνου του αφάντου ή την τελευταία είδηση για τον άφαντο, σύμφωνα με τα όσα ειδικότερα ορίζονται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα σχετικά με την αφάνεια.
Άρθρο 9.
Απώλεια του Δικαιώματος της Σύνταξης.
1.Ο ασφαλισμένος στερείται από το δικαίωμα της σύνταξης αν :
α) Καταδικαστεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, για κακούργημα ή πλημέλημα, που συνεπάγεται στέρηση δικαιωμάτων σύμφωνα με τα άρθρα 5962 του Ποινικού Κώδικα.
β) Απολυθεί με απόφαση της Διοίκησης του ΟΤΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις του Οργανισμού του για κατάχρηση ή υπεξαίρεση ή απάτη ή πλαστογραφία, περί την Υπηρεσίας του και καταδικασθεί για την πράξη αυτή αμετάκλητα με απόφαση του αρμόδιου Ποινικού Δικαστηρίου.
Σε περίπτωση που απολύθηκε από τον ΟΤΕ για αδίκημα των προηγουμένων περιπτώσεων α και β και ακολούθησε απαλλακτική απόφαση του αρμόδιου Ποινικού Δικαστηρίου, η σύνταξη αρχίζει να καταβάλλεται στον απαλλαγέντα από την ημέρα που υποβάλει τη σχετική αίτησή του, και διακόπτεται η σύνταξη των μελών της οικογένειας του που τυχόν είχε χορηγηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού.
2.Διακόπτεται η σύνταξη σε περίπτωση καταδίκης του συνταξιούχου για πράξεις που προβλέπονται από τις διατάξεις των περιπτώσεων α και β της προηγούμενης παραγράφου.
3.Μετά την έκτιση της ποινής, που επιβλήθηκε στον ασφαλισμένο ή συνταξιούχο, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού και την άρση των συνεπειών της, ο ασφαλισμένος ή c συνταξιούχος δικαιούται σύνταξης, αν δεν έχει ζητήσει και δεν έχει 'λάβει τις εισφορές του σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13.
4. Η σύνταξη του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου που απώλεσε το δικαίωμά του σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων α και β της παραγράφου 1 και της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, μεταβιβάζεται στη σύζυγο και τα τέκνα του που δικαιούνται σύνταξη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2.
5.Ο (η) συνταξιούχος σύζυγος που τέλεσε δεύτερο γάμο ο οποίος λύθηκε ή ακυρώθηκε δεν αποκτά ξανά τα δικαίωμα για σύνταξη.
Άρθρο 10.
Παραγραφή.
1.Το δικαίωμα στη σύνταξη είναι απαράγραπτο.
2· Απαιτητές δόσεις σύνταξης που δεν έχουν εισπραχθεί μέσα σε ένα έτος από την ημέρα από την οποία έγιναν απαιτητές, παραγράφονται.
3.Οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, περί αναστολής και διακοπής βραχυπρόθεσμων παραγραφών, εφαρμόζονται ανάλογα και στις περιπτώσεις αυτές.
Άρθρο 11.
Εκχώρηση Κατάσχεση.
f 1. Οι συντάξεις που χορηγεί το Ταμείο δεν εκχωρούνται, ούτε κατάσχονται.
2.Εξαιρετικά επιτρέπεται η κατάσχεση μέχρι 1 /4 του ποσού της σύνταξης λόγω διατροφής συζύγου κατιόντων ή ανιόντων.
3.Συμψηφισμός με τις συντάξεις που χορηγούνται από το Ταμείο επιτρέπεται μόνο για απόσβεση οφειλών των δικαιούχων προς το Ταμείο. Ο συμψηφισμός παρόμοιων απαιτήσεων του Ταμείου με τη σύνταξη ενεργείται σε δόσεις, που ορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο και οι οποίες δεν είναι δυνατό να υπερβούν το 1/4 της σύνταξής.
Άρθρο 12.
Υποχρεώσεις συνταξιούχων.
1.Κάθε συνταξιούχος έχει την υποχρέωση να γνωστοποιεί στο Ταμείο, το αργότερο μέσα σε ένα τρίμηνο, κάθε μεταβολή που επέρχεται στην προσωπική οικογενειακή του κατάσταση η οποία επιφέρει μείωση ή διακοπή της συντάξεως.
2.Όποιος δεν γνωστοποιεί έγκαιρα τη μεταβολή αυτή είναι δυνατό να στερηθεί τη σύνταξη για ένα μήνα, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου και είναι υποχρεωμένος να επιστρέφει τα ποσά που έλαβε επί πλέον αχρεωστήτως, έντοκα με τον τόκο υπερημερία; που ισχύει κάθε φορά.
Άρθρο 13.
Επιστροφή Εισφορών.
Ασφαλισμένοι του κλάδου που αποχωρούν ή απολύονται από την υπηρεσία χωρίς να δικαιούνται επικουρικής σύνταξης μπορούν με αίτησή τους που υποβάλλεται στο Ταμείο εντός 6/μήνου από την ημερομηνία αποχώρησης ή απόλυσης να ζητήσουν επιστροφή των ατομικών τους εισφορών.
Το δικαίωμα αυτό έχουν και οι ασφαλισμένοι που αποχώρησαν ή απολύθηκαν από την υπηρεσία πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος, εφόσον υποβάλλουν την σχετική αίτηση μέσα σε 12 μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Οι εισφορές επιστρέφονται άτοκα, μέσα σε δύο μήνες από την υποβολή της σχετικής αίτησης.
Με την πάροδο της προθεσμίας αυτής οφείλεται και ο νόμιμός τόκος υπερημερίας.
Άρθρο 14.
Μεταβατικές Διατάξεις.
1. Οι ασφαλισμένοι του κλάδου που υπηρετούσαν στον ΟΤΕ κατά την έναρξη λειτουργίας του δικαιούνται σύνταξη, χωρίς να συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης που απαιτούνται από το άρθρο I του παρόντος, εφόσον συνταξιοδοτηθούν από τον Κύριο Φορέα (ΤΑΠ-ΟΤΕ) και συμπληρώνουν κατά την πρώτη 10ετία από την έναρξη του κλάδου, 10 πλήρη χρόνια συντάξιμης υπηρεσίας από τα οποία ένα (1) τουλάχιστον πλήρη χρόνο στην πραγματική ασφάλιση αυτού.
Μετά τη συμπλήρωση 10ετίας από την έναρξη λειτουργίας του Κλάδου, τα παραπάνω χρόνια συντάξιμης υπηρεσίας, αυξάνονται προοδευτικά ανά ένα (1) κατ’ έτος μέχρι τη συμπλήρωση των γενικών προϋποθέσεων του άρθρου 1 του παρόντος.
Για τη συμπλήρωση των πιο πάνω μειωμένων προϋποθέσεων, οι ασφαλισμένοι μπορούν να αναγνωρίσουν χρόνο από την πραγματική τους υπηρεσία στον ΟΤΕ.
Επίσης μπορούν να αναγνωρίσουν και χρόνο προϋπηρεσίας για τη συμπλήρωση χρόνου πάνω από αυτόν που απαιτείται κάθε φορά και μέχρι 5 έτη.
Το σύνολο των πιο πάνω αναγνωριζομένων ετών σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερβεί τα 10.
2. α) Η αναγνώριση της προϋπηρεσίας γίνεται μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου, η οποία θα πρέπει να υποβληθεί μέσα σε 10 έτη από τη συμπλήρωση ενός έτους στην πραγματική ασφάλιση του κλάδου και απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Ταμείου.
Σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου τη σχετική αίτηση μπορούν να υποβάλλουν τα μέλη οικογένειας του, μέσα σε 6 μήνες από την ημερομηνία του θανάτου του και στην πιο πάνω προθεσμία.
β) Η εξαγορά της αναγνωριζόμενης προϋπηρεσίας γίνεται με την καταβολή από τον ασφαλισμένο του συνόλου της προβλεπόμενης εισφοράς εργοδότη και ασφαλισμένου επί τον αριθμό των αναγνωριζομένων μηνών. Η εισφορά υπολογίζεται στις τακτικές συντάξιμες αποδοχές περιλαμβανομένων και των δώρων εορτών και επιδόματος αδείας, του χρόνου υποβολής της αίτησης.
γ) Η εξόφληση του ποσού της εξαγοράς γίνεται είτε εφάπαξ με έκπτωση 10%, οπότε το οφειλόμενο ποσό πρέπει να καταβληθεί μέσα σε δύο (2) μήνες από την κοινοποίηση τ7Κ σχετικής απόφασης, είτε σε μηνιαίες δόσεις, ο αριθμός των οποίων καθορίζεται με απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου και δεν μπορεί να υπερβαίνει τις εξήντα (60).
Η παρακράτηση των δόσεων γίνεται υποχρεωτικά από τις αποδοχές του ασφαλισμένου από την υπηρεσία του και αποδίδεται μαζί με τις τακτικές εισφορές.
δ) Σε περίπτωση συνταξιοδότησης πριν από την ολοσχερή εξαγορά του αναγνωρισθέντος χρόνου το υπόλοιπο της οφειλής καταβάλλεται κατά τα 3/10 εφάπαξ, το δε υπόλοιπο εξοφλείται σε δόσεις με παρακράτηση του 1/4 του ποσού της σύνταξης που καταβάλλεται κάθε φορά.
ε) Η σχετική για την αναγνώριση αίτηση μπορεί να υποβληθεί και μετά από την πιο πάνω οριζόμενη προθεσμία, οποτεδήποτε και μέχρι την αποχώρηση του ενδιαφερόμενου από την υπηρεσία με τις προϋποθέσεις αναγνώρισης και εξαγοράς που ορίζονται στα πιό πάνω εδάφια της παρ. αυτής, αλλά σε περίπτωση συνταξιοδότησης, ο μη εξαγορασθείς χρόνος εξοφλείται εφάπαξ, άλλως αυτός δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του συνταξίμου χρόνου.
στ) Για τη συμπλήρωση των μειωμένων προϋποθέσεων που απαιτούνται κάθε φορά για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος κατά τη μεταβατική περίοδο, δε λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της διαδοχικής ασφάλισης.
3.Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται ανάλογα και για τους ασφαλισμένους του Ταμείου που αποχώρησαν από την υπηρεσία μετά τη συμπλήρωση έτους από την έναρξη λειτουργίας του κλάδου και μέχρι την ισχύ του παρόντος Διατάγματος καθώς και για τα μέλη οικογένειας των ασφαλισμένων οι οποίοι πέθαναν μέσα σ’ αυτό το χρονικό διάστημα.
Η έναρξη του συνταξιοδοτικού δικαιώματος των ανωτέρω αρχίζει από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησης για αναγνώριση και εξαγορά του απαιτουμένου χρόνου, εφόσον το εφάπαξ ποσό των 3/10 της οφειλής εξοφληθεί μέσα σε 2 μήνες από την κοινοποίηση της σχετικής απόφασης, άλλως μετά την παρέλευση της δίμηνης προθεσμίας, ή έναρξη της συνταξιοδότησης αρχίζει από την ημερομηνία εξόφλησης της απαιτουμένης οφειλής.
Για τον υπολογισμό του ποσού της εξαγοράς του αναγνωριζόμενου χρόνου λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές του χρόνου εξόδου από την υπηρεσία, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί κατά το χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης.
Άρθρο 15.
Η ισχύς του ΙΕ Δ/τος αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Στον Υφυπουργό Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος διατάγματος.
Αθήνα, 15 Ιανουαρίου 1988
Κατεβάσετε το αρχείο με το πρωτότυπο κείμενο, όπως είναι δημοσιευμένο στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ.) του Εθνικού Τυπογραφείου.
Προεδρικό Διάταγμα 35/1988 - ΦΕΚ 14/Α/27-1-1988
Κανονισμός παροχών του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του Ταμείου Αρωγής Προσωπικού ΟΤΕ.
